Ubermensch

ubermensch_cover

http://www.ekstasiseditions.com– Victoria, BC, 2013

In his latest book of poems, Manolis celebrates the “imperfect perfection of the imperfect chaos,” energetic and lucid philosophic meditations on the mysteries of being human. Übermensch is derived from one of Nietzsche’s most challenging and frequently misunderstood concepts, the Superman or Overman. Nietzsche believed that we are capable of being better than we are, possessing more understanding, more compassion, greater wisdom and more awareness which allows humanism to fill the void left by the absence of God. As Virgil led Dante on his midlife journey, the Übermensch is our guide through modernity.

Manolis has extended his range, celebrating the magnetic possibilities of the self in a narrative that takes us on an intellectual and spiritual journey. The poems possess a vitality of sensuous music in a sea of thought, kinetic and direct, imbued by rational compassion and mystic clarity, in poems that transcend the quotidian to enrapture us by the enigma of an unchained life. The voice in the poems awakens us to the next stage of  consciousness and moves through impenetrable breath like a river that flows through the spiritual body, mouth to mouth, reviving language from the still bones of silence.

Übermensch is a reverie in the best traditions of poetry, a poetic sacrement from which the taste of language rises like honey oozing in the ear. With Nietzche’s Zarathustra as an inspiration, every word a music more music than music and after the silence breaks, the voice goes on forever. In Übermensch, with the Greek en face, the taste and texture of the language transforms the empyreal whose accents linger long in the vocabulary of the imagination.
.

Sampling

Impact

And since the new reality was upon us truly we
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as
the mood of the somber day while fear, I would say,
was hidden deep in our hearts. Sorrow reigned in the black
funeral home while outside beggars stretched
their hands asking for what we couldn’t spare: decency
of the new serpent who appeared without fangs,
feverish magnolia bloomed its purple flowers over
our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice
with courage and we mailed it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.

The Andian condor we declared heir of the flesh.
The wind and the rain we proclaimed our catharsis.

Evoe, oh, free elements, evoe.

‘Multiply and conquer the earth’ someone said. And
it was good.

Επίπτωση

Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας
γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,
θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
Στη σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο
έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε
το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια
του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια
που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό
κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο
το δισκοπότηρό μας και το ταχυδρομήσαμε στα τέσσερα
της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος
θύματα να μην πέσουμε.

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’
κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.
..

Funeral

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
as though he was a young twig, the poet with his gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that to punish him
they didn’t come to his funeral.
Sun went down behind the army barracks with the victims
of tomorrow and a lone hawk, the song lover, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as though to define
distance. Wind blew over the lake surface searching for the traitor
who had run to the restaurant on the opposite shore where
judgement was passed, while the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it,
the hawk returned with news of the beggar who extended
his hand and softly begged,’two bits, man, God bless your soul,
two bits.’

~ I like all those who live only to die so they can
reach the other shore.

Κηδεία

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τη γκρίζα
γενειάδα. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε τόσο τα πουλιά,
και τον τιμώρισαν και ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς του τραγουδιού, καθόταν
στης οξιάς κλαδί, γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στο εστιατόριο στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται
οι δίκαιοι κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κουφάρι.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι κι έφερε νέα απ’ το ζητιάνο που έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε ‘ελεημοσύνη χριστιανοί,
ελεημοσύνη.’

~ Μου αρέσουν όλοι όσοι ζουν μόνο και μόνο για να χαθούν,
για να φτάσουν στην άλλη όχθη.
..

Potter

At the edge of the village we arrived at the half lit
house with the small yard and the bloomed jasmine.
The air smelled of love undone, as though all evil was
forgiven. Before we entered we heard the potter’s wheel
singing circular notes and messages joyous that with
intensity reflected on our wild youth.
Methodically the wheel transcended mud into exquisite
vessels. Palms pressed, fingers morphed birds and
miracles; suddenly the world gained its meaning like
the sun in the thought of a cloudy day.
An amphora, a cylix, and Übermensch closed
the curtains that creation wouldn’t escape. His movement
as easy as the potter’s. Two Übermenschens and a hovel
full of beautiful words.

Αγγειοπλάστης

Στην άκρη του χωριού φτάσαμε στο μισοφωτισμένο
σπίτι με τη μικρή αυλή κι ένα μοναχικό ανθισμένο γιασεμί.
Αγέρας μύριζε ατημέλητη αγάπη σαν να `χε όλο το κακό
συγχωρεθεί. Πριν μπούμε ακούστηκε του αγγειοπλάστη
ο τροχός που τραγουδούσε στρογγυλές νότες, μηνύματα
χαρούμενα που πυρπολούσαν την ασυμβίβαση νιότη μας.
Μεθοδικά ο τροχός μετάλλαζε το χώμα σε υπέροχα δοχεία,
οι παλάμες πίεζαν, τα δάχτυλα ζωγράφιζαν πουλιά και
θαύματα, ξαφνικά ο κόσμος έπαιρνε σημασία όπως κι ο ήλιος
στη σκέψη της συννεφιασμένης μέρας.
Ένας αμφορέας, ένας κύλικας κι ο Υπεράνθρωπος
έκλεισε τις κουρτίνες η δημιουργία να μη δραπετεύσει,
η κίνησή του εύκολη σαν του αγγειοπλάστη: Δυο
Υπεράνθρωποι, ένα χαμόσπιτο γιομάτο ωραίες λέξεις.

http://www.ekstasiseditions.com