ΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ

11414395_1115336121826108_614062975_n

ΕΝΕΚΕΝ, Thesaloniki, Greece 2015

From the moment absurdity is recognized, it becomes a passion, the most harmonious of all. It is not the world that is absurd, nor human thought but when then human need to understand meets the unreasonableness of the world, like when my appetite for the absolute and for unity meets the impossibility of redusing this world to a rational and reasonable principle.

 

Απ’ τη στιγμή που η έννοια του παράλογου αναγνωρίζεται, μετατρέπεται σε πάθος και μάλιστα το πιο οδυνηρό. Δεν είναι ο κόσμος που είναι παράλογος, ούτε η ανθρώπινη σκέψη, αλλά όταν η ανάγκη να καταλάβουμε συγκρούεται με τον αλόγιστο κόσμο, όπως όταν η επιθυμία μου για το απόλυτο και για το ενιαίο συναντά την αδυναμία μου να μειώσω τον κόσμο τούτο  σε μια λογική και αποδεκτέα αρχή.

 

~ Αλμπέρτος Καμύ, Ο Μύθος του Σίσυφου

~  Albert Camus, The Myth of Sysiphus

 

 

ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ

 

Σε μια στιγμή αδιαφορίας και γελοιότητας ο δόκιμος Θεός τους παρουσιάστηκε με μια διακήρυξη πως όλα τα `ξερε και χάρισε στα δέντρα τα πρώτα δάκρυα σε μορφή φύλλων ν’ αντανακλούν τη κτηνώδη τους εντέλεια και το χρώμα της γής έβαψε με ολοκόκκικη ανία

κι όπως ψηλά έστεκα στ’ ακρωτήρι προσπαθώντας να στριμώξω τ’ άπειρο ανάμεσα σε δυο

παράλληλες ρυτίδες δέρματος τις ακρογιαλιές πιτσίλισε με κίτρινο θειάφι, τα ποταμάκια με πέστροφες στιγματιστές κι άλλα σημάδια που καθόριζαν τη ζωντανή δυσοσμία της σιωπής κι αράδιασε σειρά πευκάκια να μιμούνται τα τεμαχίδια αγάλματος, όταν ξάφνου μια καμπάνα

μουρμούρισε το επερχόμενο κακό που κατηφόριζε απ’ τ’ άσπιλο βουνό.

Το δάσος απόβαλε σκοτεινές οσμές όταν ρωτήσανε το δόκιμο θεό αν τ’ άρεσε να παζαρέψει τη παραδεισιακή του ηρεμία με το αιδείο μιας παρθένας, ώριμος αγέρας που κρυφάκουγε τ’ αστέρια πυροβόλησε και είπε Ναι καθώς ο διάκονος άπληστος και χαμογελαστός συμφώνησε κι έτριψε τα χέρια του από ανυπομονησία και δίχως σεβασμό καθόλου για τους τύπους διαλάλησε:

 

       αυνανίζομαι

 

 

 

 

 

Κι έτσι συμπέρανα πως τρεις συνέπειες είναι αποτέλεσμα του παράλογου: η ανταρσία μου, η ελευθερία, και το πάθος μου. Μόνο και μόνο με τη συνείδησή μου μεταλλάσω σε κανόνα ζωής αυτό που ήταν πρόσκληση θανάτου…

 

 

~Αλμπέρτος Καμύ, Ο Μύθος του Σίσυφου

 

 

 

ΤΡΑΓΩΔΙΑ

 

Η γένεση της τραγωδίας είναι γλυκιά σαν δροσερό καρπούζι. Τα μαύρα του σημάδια να πλέουν στον κόκκινο κόσμο που τα δάχτυλα βουτούν προσπαθώντας να καθορίσουν το νόημα της δίψας μου καταμεσήμερο ολόζεστου Ιούλη.

Σαν δροσερό αγγούρι πρωί κομμένο απ’ της μάνας του τον κόρφο καθώς σηκώνεται ο πιστός με καλοσύνη να πάει στην εκκλησία γι’ αγιασμό, πράξη ευλάβεια γιομάτη κι εκτέλεση τ’ αλλόπιστου εχθρού καθώς το μονοπάτι στροβιλίζεται ανηφορικά και ξεχνά το σχήμα της πατούσας σου που πάνω στα χαλίκια βασανίζεται, ίσκιος κυματιστός φωνής που μασουλίζει το τιτίβισμα του σπίνου σαν θαύμα που ηχεί μουρμουρητό και σε λογχίζει σαν άγια ψαλμωδία.

Η πίστη σου καμπάνα που θρηνεί τον πρόσφατο  νεκρό, το γεράκι μ’ αγέρωχο το πέταγμα καθρεφτίζεται στ’ ολοκάθαρο νερό της λίμνης που το μοναχικό λιμνοπούλι ανακοινώνει την αναχώρησή του κι η τελευταία αχτίνα της μέρας φιλτράρεται, λάμψη χαρούμενη, χνουδάτο συννεφάκι που περνά, καθώς η σιωπή διαλογίζεται κεντρίζοντας τήν υπνηλέα αντίληψή μου.

Μια παράξενη ερώτηση κάνει τα συναισθήματά μου που φρουρούν την αψίδα του νεκροταφείου να απαντήσουν ζοφερά:

 

       αφήστε το σε μας

 

 

 

 

Ο παράλογος άνθρωπος δεν επιθυμεί να πράξει τίποτα εκτός από αυτό που καταλαβαίνει απόλυτα. Βεβαιώνεται ότι αυτό είναι αμάρτημα περηφάνειας αλλά δεν εννοεί την ένοια της αμαρτίας. Ότι ίσως τον περιμένει η Κόλαση, αλλά δεν έχει αρκετή φαντασία για να απεικονίσει στο μυαλό του αυτό το παράξενο μέλλον. Ότι χάνει τη ζωή του αλλά κι αυτό του φαίνεται σαν στείρα υπόθεση. Κάποια προσπάθεια γίνεται να τον πείσει να παραδεχτεί την ενοχή του. Αισθάνεται αθώος. Για να πουμε την αλήθεια, αυτό είναι το μόνο που αισθάνεται — η ανεπανόρθωτη αθωότητά του.

 

~Αλμπέρτος Καμύ, Ο Μύθος του Σίσυφου

 

 

 

 

ΚΟΝΔΟΡΑΣ

 

Λυκόπουλο με ασημένια μάτια και αρκτικά ιμάτια αφήνει την πανδαισία στο μπούτι του σκοτωμένου ταράνδου κι ο κόνδορας θύμα των σκέψεών του γίνεται, μακριά πετά απ’ του ντουφεκιού το βεληνεκές, ιερή στιγμή της θνήσιμης αλήθειας κι ο Ιεχωβάς στα σύννεφα που πάνω κάθεται κι ανακατεύει γράμματα της αλφαβήτας κι οι λέξεις ξεπηδούν αδηφαγία, ζήλεια, απληστία, έννοιες καλυμένες με τις νότες παράλογου τραγουδιού που προσπαθούν απεγνωσμένα

ν’ αδραχτούν από μιαν ανεξήγητη αλήθεια σα να κρατάς χαίτη αλόγου που καλπάζει στο λιβάδι, λέξεις σαν κίτρινα κρινάκια πεταμένες στον αγέρα, σεντόνια κρεβατιού με ανεμώνες καρφιτσωμένες στο κάτασπρο μέτωπο μοναχού τον ύπνο του να περιπλέξουν ή να χαρίσουν τ’ άρωμα του ιδρώτα σου στην ενδεκάτη ώρα του εξάψαλμου πάνω απ’ τον μισογκρεμισμένο τοίχο της ορφανής ελπίδας κι Αυτός χαμογελά για όλα αυτά και δίχως κουβέντα πέφτει σε φαντασίωση κι αφήνει εμένα να ταχτοποιήσω τις λεπτομέρειες και να παλέψω με το ανιούσιο χοχλάδι κάτω απ’ τις σόλες των ποδιών που χωρίς καμιά δική του κακοτυχιά ρωτά την ξακουστή ερώτηση κι ο γενειοφόρος καλόγερος με τις πόρνες σκέψεις στριγγλίζει:

 

        στ’ αρχίδια μου

Advertisements