Tasos Livaditis



Tasos Livaditis says of his poetry: ‘I live an unconventional life, fogged up to the point that I don’t know whether it is my dream or my fate. And I see the big windows open like big books of loneliness where I read of nothing and everything and from this nothing or everything I have to create poetry. But I have come to the end. It is time for me to leave as you’ll leave someday. And the ghosts of my life will search for me roaming the nights and the leaves will shiver and fall. This way autumn usually arrives. For this, I say to you, let us look at life with more compassion since it is not real at all.”




Βέβαια, όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγητα

γι’ αυτούς που σηκώνουν μ’ έμφαση το ποτήρι τους πάνω απ’ το

τραπέζι, χωρίς να βλέπουν ποιός το κρατά, ώσπου σιγά σιγά, η

καθημερινή χρήση μας κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα να

κοιτάζω αλλού όταν χτυπούσε το κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα

ησύχασαν, ήταν αργά, που είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,

ακούμπησα στο τραπέζι για να μην πέσω, ύστερα με κεφάλι

σκυφτό άνοιξα την πόρτα κι ακολούθησα το δρόμο μου.

Και τα βράδυα, στο δείπνο, τους άκουγα να διηγούνται τις ιστο-

ρίες τους, αποσιωπώντας με τρόμο το σκοτεινό, απόμακρο έξω —

εκεί που είχαμε ζήσει.




Of course all these were somehow vague perhaps even inexplicable

for the ones who raise their glass emphatically over the table without

seeing who holds it until slowly the everyday use makes us mortal

thus I always tried to look elsewhere when the doorbell rang and when

everything was quietened: where is the host why is he hiding?

I leaned on the table that I wouldn’t fall; then bowing my head

I opened the door and followed my path.

And at night, dinner time, in horror I listened to them narrating




Καθώς προχωρούσα στο διάδρομο, είδα με τρόμο ότι η ρωγμή

στον τοίχο είχε μεγαλώσει και δεν την σκέπαζε πια η πανοπλία που

βάζαμε μπροστά, ετοίμασα λοιπόν, τα πράγματά μου, μα έπρεπε

πρώτα ν’ αποχαιρετίσω εκείνο το γέρο, ερχόταν τις νύχτες κρυφά

και μας διηγόταν την ατέλειωτη γλύκα αυτού του μάταιου κόσμου,

ώσπου, σιγά σιγά, ύστερα από τόση εγκατάλειψη σχεδόν πια δε

φαινόμουν, και μόνο τα παλιά πορτρέτα με γνώριζαν, γιατί ήταν κι

εκείνα αθέλητα μέσα στον κόσμο, όμως, τα βράδια, αυτό το άγγιγ-

μα βέβαια φανταστικό, αλλά στο τέλος πάντα νικούσε, κι έστρεφα

τα μάτια μόλο που δεν ήταν κανείς, «είστε εδώ;» ρώταγα — τί

άλλο μπορούσα να κάνω.




As I walked in the hallway in horror I saw that the crack

on the wall was bigger and the armor we placed before it

didn’t cover it anymore so I prepared my things but first

I had to say goodbye to that old man who secretly came at night

and told us about the infinite sweetness of this futile world

until, slowly, after so much abandonment I was almost

invisible and only the old portraits recognized me because

they were also unwillingly in the world; however at night

there was this touch, imaginary of course, though at the end

always victorious and I turned my eyes although no-one

was around “are you here?” I would ask—what else could

I do?