ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ–ΚΡΙΤΙΚΗ

1964407_815813081778415_1829066548_n

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ–κριτική

ΠΟΙΗΣΗ – EKSTASIS EDITIONS

Ο «Υπεράνθρωπος» του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι από τα πιο δύσκολα και φιλοσοφημένα έργα που έχω συναντήσει. Και πώς να μην είναι άλλωστε, εφόσον ταυτίζεται με τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε, τόσο σε πλοκή όσο και σε νοήματα. Ο ποιητής «παίζει» με τις συμβάσεις καθώς σχετίζει τον Υπεράνθρωπο, αφενός μεν με την πραγματική διάσταση που του δίνει ο Γερμανός φιλόσοφος, αφετέρου δε με την παρερμηνεία που του έδωσαν οι Γερμανοί εθνοσοσιαλιστές, με τα τραγικά αποτελέσματα που ακολούθησαν για όλη την ανθρωπότητα.

Πριν λοιπόν περιγράψουμε τον Υπεράνθρωπο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ας δούμε εν συντομία τι προσδοκούσε ο Νίτσε με αυτό του το σύγγραμμα. Με πολύ απλά λόγια ο Νίτσε έθετε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του και τις δυνατότητές του, που αν τις χειριζόταν ορθά, θα μπορούσε να υπερπηδήσει κάδε εμπόδιο. Με κύριο μοχλό τη σωστή χρήση της λογικής και του ενστίκτου θα μπορέσει να ζήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, όπου ο καθένας θα είναι ο κύριος του εαυτού του. Βέβαια ο Νίτσε δεν περιέγραψε την ηθική διάσταση του Υπεράνθρωπου, καθώς ήρθε να αναπληρώσει (όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας) το κενό της εξουσίας και της Θεϊκής ανυπαρξίας. Ο Υπεράνθρωπος λοιπόν λυτρωτής, υπέρμαχος της ηθικής αλλά και λίγο ανεξέλεγκτος, όσον αφορά τα απώτερα σχέδιά του για τον κόσμο, που επίσης παραμένουν ασαφή…

Το δίγλωσσο αυτό βιβλίο (Ελληνικά-Αγγλικά) χωρίζεται σε τρεις ενότητες και είναι γραμμένο με ένα στυλ που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα, παρά ποίηση. Στο πρώτο μέρος, την Άλικη Αυγή, ο άνθρωπος ανεξαρτητοποιημένος από τις δεσμεύσεις της θρησκείας, αποφασίζει να βαδίσει βασισμένος στις δικές του δυνάμεις και να απαλλαγεί από τα σαγόνια του συστήματος. Μέσα σε μια καταρρέουσα κοινωνία και σε μια οικογένεια που χάνει την αρχέγονη σημασία της, το άτομο οφείλει να αποδεχτεί την ανθρώπινη ματαιότητα. Και αν καταφέρει να το επιτύχει αυτό, τότε θα αναγνωρίσει την αξία των απλών πραγμάτων, της φύσης και των αθώων στιγμών της παιδικής του ηλικίας. Την ιδιαίτερη βαρύτητα που μπορεί να έχει μια λέξη, μια φιλοφρόνηση, μια αξιέπαινη πράξη. Ο ανυπεράσπιστος, μπροστά στο θάνατο, άνθρωπος, νωχελικά περίμενε την «ανάστασή» του, χωρίς καμία προσπάθεια να αποβάλει το ναρκισσισμό και την ανευθυνότητα από το «είναι» του. Και έτσι, μακριά απ’ τον Θεό του και την πίστη του, οδηγήθηκε στον όλεθρο και την καταστροφή. Με ορμητήριο την άγνοια θεώρησε πως μπορούσε να διαπρέψει και να μεγαλουργήσει.

Πώς λοιπόν ο άνθρωπος θ’ αλλάξει προς το καλύτερο; Με αυτογνωσία, με σημασία στα απλά καθημερινά πράγματα, με σωστό υπολογισμό των θετικών και αρνητικών παραμέτρων, που επηρεάζουν τη ζωή του. Σ’ αυτό το σημείο προαναγγέλλεται και η άφιξη του Υπεράνθρωπου στους ανθρώπους, που η πίστη και η αφοσίωση στο πρόσωπό του, πάλι πήγαζε από την κούφια αυτοσυνειδησία τους. Προσπαθώντας να του δείξουν ότι είναι γνώστες και ανθεκτικοί στα δύσκολα, υποτάχθηκαν αμέσως στα κηρύγματά του. Και εκείνος, ο Υπεράνθρωπος – τύραννος (όπως τον αποκαλεί ο ποιητής) άρπαξε την ευκαιρία να ελέγξει πλήρως τις φοβισμένες συνειδήσεις τους. Έξυπνος, λαοπλάνος, ετοιμόλογος, ήταν ο μόνος που αντιλαμβανόταν τα ανθρώπινα λάθη και ο μόνος που μπορούσε να τα υποτάξει. Χωρίς να τιμωρεί και να ζητάει ανταλλάγματα, μαθημένος να συγχωρεί, δίδασκε την αρετή και την ισορροπία. Η πρώτη ενότητα κλείνει με τη δήλωση υποταγής από τους ανθρώπους στο πρόσωπό του, γεγονός που τον ικανοποιούσε απόλυτα…

Στο δεύτερο μέρος, το Πύρινο Μεσημέρι, ο Υπεράνθρωπος αρχίζει πλέον να εκφράζεται και να «κηρύττει» την ιδεολογία του. Αρχίζει δηλαδή να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ο ποιητής εναλλάσσει μια σειρά ανθρώπων μπροστά από το οπτικό πεδίο του Υπεράνθρωπου και των πιστών του, αφήνοντάς τον να ξεδιπλώσει τη φιλοσοφία του για τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που συναντούν, ένας ζητιάνος, ένας τσιγκούνης γέρος, ένας γελωτοποιός, ένας ξεπεσμένος βασιλιάς…

Ο Υπεράνθρωπος, γνωρίζοντας καλά τα ανθρώπινα πάθη, κηρύττει τα πιστεύω του και εκφράζει τις προτιμήσεις του. Του αρέσουν, για παράδειγμα, όσοι ζουν χωρίς νόημα και στόχους, όσοι περιφρονούν τα πάντα, όσοι δεν θυσιάζονται για τίποτα, όσοι με τις πράξεις τους τον φέρνουν πιο κοντά στην κυριαρχία, όσοι συγκεντρώνουν γη και χρήμα, ώστε κάποτε να τα δρέψει εκείνος, όσοι προσποιούνται πως δεν φοβούνται, όσοι κυνηγούν μια ανέφικτη αρετή, όσοι κουβαλούν για πάντα τις πληγές μέσα τους, όσοι χρησιμοποιούν τη Θεϊκή οργή για να λύσουν τα προβλήματά τους, όσοι γενικά με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους οδηγούνται στην καταστροφή. Και όλα αυτά που του «αρέσουν», ίπτανται πάνω από τα κεφάλια των πιστών του. Αυτών που, χωρίς θρησκεία πλέον, έρχονται αντιμέτωποι με το χάος που οι ίδιοι δημιούργησαν στον κόσμο. Αυτών που αφαίρεσαν τη σοφία από τη σκέψη τους και τον έβαλαν «επιπόλαια» στα σπίτια τους. Αυτών που ήταν ονειροπόλοι και αυτάρεσκοι, μοναχικοί και υπερόπτες. Αυτών που ξέχασαν από πού προήλθαν και αθώοι έπεσαν στα νύχια του νέου ηγέτη. Μα η αμέριστη χαρά τους για εκείνον, που θα άλλαζε τον κόσμο, καταχωνιάστηκε γρήγορα, όταν αντιλήφθηκαν πως όλα γύρω καταστρέφονταν και πως ξανά το ψέμα κυριαρχούσε. Τελικά αντιλήφθηκαν πως και πάλι εκείνοι πολεμούσαν τον ίδιο τους τον εαυτό συνεργώντας στη δημιουργία της κόλασης και στην ενδυνάμωση του Υπεράνθρωπου.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το Φλογερό Δείλι, γίνεται ο απολογισμός των πεπραγμένων από τη συμβίωση κοντά στον Υπεράνθρωπο. Οι άνθρωποι στράφηκαν να μισήσουν τους πάντες και έγιναν γεφύρι για περάσει εκείνος από πάνω τους και να πετύχει τους στόχους του. Έμειναν γυμνοί και είδαν τα πάντα να κυριεύονται από την απληστία και τη διάλυση. Είδαν ξανά έναν κόσμο να μην έχει σκοπό να αλλάξει και να ακολουθεί κίβδηλους ηγέτες που μοιράζουν ψεύτικες υποσχέσεις.

Η τελευταία περιήγηση με τον Υπεράνθρωπο πραγματοποιείται μπροστά από συγκεκριμένους ανθρώπους, που επιλέγονται κυρίως λόγω της ιδιότητάς τους. Ένας Έπαρχος, ένας νεκροθάφτης, ένας δάσκαλος, ένας ζωγράφος, ένας Στρατηγός, ένας ποιητής, ένα αγγειοπλάστης, ένας χορευτής. Κάποιοι πραγματικοί Υπεράνθρωποι γι’ αυτά που πετυχαίνουν με τα έργα και τις ικανότητές τους και κάποιοι ανίκανοι να γίνουν Υπεράνθρωποι λόγω των αδυναμιών τους.

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης “τεστάρει” ανθρώπινες αντοχές και όρια. Υποδεικνύει νοήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να προβληματιστεί και, γιατί όχι, να αφυπνιστεί. Ο καθένας μπορεί να γίνει Υπεράνθρωπος στον τομέα του αρκεί να πιστέψει στις δικές του δυνάμεις και δεξιότητες. Ακόμα και οι οπαδοί “του δικού του” Υπεράνθρωπου, στο τέλος, αναβαπτισμένοι από όσα βίωσαν και είδαν, αποφάσισαν να ξυπνήσουν και να μην ξαναγίνουν θύματα του συστήματος. Ο ποιητής τονίζει πως είναι πολύ μικρές οι αποστάσεις που χωρίζουν τα αντιθετικά δίπολα. Η αλήθεια από το ψέμα, η πίστη από την αθεΐα, η εμπιστοσύνη από την καχυποψία, η ζωή από τον θάνατο. “Όλα” είμαστε εμείς οι ίδιοι, αρκεί να κατανοήσουμε το δικό μας αληθινό “εγώ” και ανάλογα να το χρησιμοποιήσουμε. Άρα Υπεράνθρωπος μπορεί να είναι ο καθένας μας που παλεύει για το κάτι παραπάνω με όλες του τις δυνάμεις, αλλά και κάποιος που παίρνει (αδικαιολόγητα) δύναμη από την απραξία μας και μας οδηγεί σε λάθος μονοπάτια (παράδειγμα γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού).

Κλείνοντας, θέλω να δηλώσω, πως απ’ τη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου αυτό το βιβλίο, κατάλαβα πως ήρθα αντιμέτωπος με ένα πραγματικά μεγαλειώδες έργο. Και γι’ αυτό οφείλω να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου τον δημιουργό του για την εμπιστοσύνη του. Ο Μανώλης Αλυγιζάκης, Έλληνας κάτοικος του Καναδά, αποδεικνύει πως η ελληνική λογοτεχνική δημιουργία του εξωτερικού, βρίσκεται σε υψηλότατα επίπεδα…

 

Δείγμα γραφής:

 

Επωδός

 

Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα

 

Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος

 

Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι

 

Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος

 

Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι

 

Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι

 

Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές

 

Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός

 

Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές

 

Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας

 

Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες

 

Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης

 

Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.

 

 

 

 

 

Advertisements

‘NOSTOS and ALGOS–A REVIEW’ by Cloe Koutsoubelis

nostos and algos cover

Awareness is the title of the first poem of this collection and not without reason.

The poet selects this poem as the first one but one wonders: awareness for what? Is it because this poetry collection is subject of the natural laws of decay, like tree leaves that turn yellow and fall at some moment leaving behind them the gaping void that lies under every poetry collection behind every creative form? Or is it awareness because, as the last verses claim, nothing stays forever?

The collection is dedicated to his parents who lived their last years in the village and the second poem of the book “Old Couple” is at that exact place with images such, olives, feta cheese, wine, salad under the grape vine, monologue of loneliness, epilogue of their lives. Agony for a son away in a foreign land but expectation, longing, and the everyday events transcend into moments of happiness and laughter, you forgot to make the salad.

What is the poet’s primer? Prime roll plays the sound of the letter t from the word tenderness. When one doesn’t open himself to love one has no reason for living. The slow spark that reverses the equation and turns into a wick and becomes a conflagration, or a night flower that turns into the kaleidoscope of the Universe are the underlying forces of this book. Eros and at the same time Death that lurk behind everything; the unstoppable law of the cosmos that controls the people’s lives and emotions.

I too grieve,
that night has passed by so fast

the poet says in Night Flower:
Heracleitos’ philosophy of the ever changing world, the continuous movement of things and people like a river that forever evolves and renews this is the backbone of the book Nostos and Algos.

For the poet the microcosm and the macrocosm are but a rose, a thicket of trees in the afternoon, the mound of a woman, a flock of sparrows, a bed-sheet that wrapped the body of the beloved, the simple events of everyday life, the brushing of teeth, the washing the face of a beloved person become a mystery into which he delves with willingness and humbleness.

Yet the poet is afraid that the mystery of these simple everyday events may be violated by the sacrilegious people of the cement city who make dust of every emotion and refinement, by the hierodules and pimps who turn every ideology into a profit thus flattening everything in their path.

For the poet everything vanishes, everything flows through his fingers; we arrange our date with Death at every moment, everything except of a smile that is whole, it can’t be divided, it can’t be analyzed, it is the moment that boils and bubbles.

Fate is predetermined. Our date with Death occurs every day. We betray ourselves and others, we yearn for things that belong to others, we move between high and low tide in currents that take us forth and back we fight at every moment the feeling of this futile life and the void.

Then, there must be
      another time
      there must be
      it must
the poet says in Tides

Deep philosophical, existential collection is this book by Manolis. The miracle passes and vanishes, the silent acceptance and the effort to understand, is but the vague oaring in a foggy day.

In the poems Turret, Heroes, Sunrise, the poet is sarcastic to the leadership that sends men to war like lambs to the slaughterhouse, for the sake of the generals, the bishops, the flags and the business of war.

In his last four poems, Lens, Craving, Branches and Insistence toward the end of each poem the words and you said — appear as if the poet talks to someone next to him and I can see no other way to end this beautiful book but the phrase of the last poem:

Again I shall try to transform
      the cricket’s song
      into a shiver.

~ Cloe Koutsoubelis, ENEKEN, No 33, Salonica, Greece, Fall-Winter 2014

~ . ~