ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ

The Medusa Glance cover

Η συνεχής αναζήτηση του δύστροπου εαυτού μας

 

Το Βλέμμα της Μεδούσας αποτελεί ένα σύγχρονο τρίπτυχο, μια πλούσια και βαθειά εμπεριστατωμένη αφήγηση, ευαίσθητη κι ανταποκρινόμενη σε όλες τις έμφυτες και λεπτομερείς αποχρώσεις της πραγματικότητας που αποπνέουν εναγκαλισμό και σύνθεση όλου του φάσματος της ζωής. Σαν βασικό κίνητρο, ο ποιητής επικαλείται τη Μέδουσα, θυληκό τέρας με δηλητηριώδη φίδια στο κεφάλι της. Κι αυτός ο πέπλος φόβου μας προσελκύει να βυθιστούμε στον ποιητικό κόσμο του Μανώλη Αλυγιζάκη. Το επίγραμμα που ακολουθεί μας παρουσιάζει το τόλμημα του ποιητή που έχει σκοπό να αναλύσει λεπτομερώς την έσω αρχιτεκτονική του δυναμισμού της εμπειρίας με την κάθε νέα μορφή αφήγησης και με την συνεχή επαναδιαπραγμάτευση της ταυτότητάς μας.  Ο αναγνώστης παρασύρεται απ’ τα πολύχρωμα ρήματα σ’ ένα ταξίδι που τον οδηγεί στη διάσταση του λεπτεπίλεπτου και σε ατελεύτητους πολυσχιδείς κυματισμούς της υποσεληνιακής συνείδησης. Τα ποιήματα του πρώτου μέρους αποτελούν μετουσίωση μέσω της οποίας καθενός η ύπαρξη αναγυρίζεται από μέσα προς τα έξω και μεταλλάσεται σε μια αλληλουχία αντιπολεμικών ποιημάτων που αναφέρονται στις πολιτικές εξελίξεις των Ηνωμένων Πολιτειών και σε διεθνή προβλήματα. Ο ποιητής ολοκάθαρα καταδικάζει τον πολιτικό διχασμό την ολοφάνερη ανικανότητα των πολιτικών να πάρουν αποφάσεις, την συνεχή πάχυνση του σώματος και της ψυχής των περισσοτέρων ανθρώπων που έχουν πια χάσει κάθε κίνητρο αντίστασης κάτω απ’την επιρροή των μαζικών μέσων επικοινωνίας, τη χρήση ακλοολικών ποτών που παραλύει την πλειονότητα του πληθυσμού. Η ποίηση του Μανόλη είναι έγκυρη, πειστική και έγκαιρη προτροπή μια συνεχής νουθεσία που προσπαθεί ν’ αποκαλύψει τις κρυμμένες και μυστηριώδεις δυναμικές της συνείδησης και την υποκείμενη μεταφορική αρχιτεκτονική της ζωής μας σε ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο της ποιητικής αλήθειας. Η ροή των λέξεων υποκινείται απ’ το ακούραστο κριτικό βλάμμα του ποιητή, την καυστική του ειρωνία και τον σαρκασμό.  Ένα απ’ τα άξια επαίνου χαρακτηριστικά της ποίησης του είναι η αναμφισβήτη άποψη που αντιπροσωπεύει την αδιάκοπη ταλάντωση μεταξύ ταύτησης και ετερότητας. Ο ποιητής ασχολείται γενικά με την πραγματικότητα και ειδικώτερα με την διυποκειμενική    μορφή της. Η διαφάνεια και η ευθύτητα είναι διάχυτες στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη

και το αμετάβλητο του ορίζοντα αποτελεί μιαν έντονη παρουσία στην εμπειρία και στην βουλητική δραστηριότητα του ποιητή που τονίζονται σαν συστατικά στιγμιαίας ύπαρξης. Η εμπειρία του να είναι κάποιος ενεργό μέλος των καθημερνών συμβάντων κι ακόμα περισσότερο όταν κάποιος ντύνεται το μανδύα του αυστηρού κριτή που πεθυμά να διαπλάσει

τον κόσμο δεν εμπνέουν μόνο σιγουριά αλλά ξεξυπνούν και το συναίσθημα της ευθύνης καθώς σταδιακά γινόμαστε μέλη της ποιητικής οικουμένης του ποιητή που αποδέχεται την διαφορετική σύσταση του άλλου, τους φόβους και τις ελπίδες μας και πώς αντιλαμβανόμαστε

την ανθρώπινη ύπόσταση. Κι αυτό μπορεί να στρώσει το δρόμο για τη διαλογική μας εναλλαγή με τον συνάνθρωπο που θα είναι βασικό στοιχείο κι φήγηση άξονας του εγώκοσμου που ερμηνεύει και συνεχώς αναλύει συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, κακουχίες, πείνα, πολέμους, βία, την κατάσταση ζωής των αδύναμων λαϊκών στρωμάτων που βλέπουμε καθημερνά μέσω των μαζικών μέσων επικοινωνίας. Η συνεχής αναφορά σε γεγονότα τρόμου, πόνου, λύπης και αγωνίας που υποφέρει μεγάλος αριθμός του πληθυσμού, η αληθινή ανησυχία κι έγνοια του ποιητή είναι ολοφάνερες. Κάθε ποίημα αποτελεί ένα ευθύ απολογισμό για το τί συμβαίνει κι ακόμα περισσότερο μια χάντρα στο κομπολόϊ που περιγράφει το μαρασμό, την καταπίεση, τη μηδένιση των πολλών προς όφελος των λίγων που τους εκμεταλεύονται. Βόμβες, τηλεκατευθυνόμενα βλήματα, εκρήξεις,Πτώματα, το παιγνίδι των μεγάλων πολυενθικών εταιρειών που ευφημιστικά ονομάζονται, ανάδοχες αμυντικές εταιρείες στο εξωφρενικό κόμσο ου σήμερα ζούμε, είναι εικόνες που παρελαύνουν στα ποιήματα του πρώτου μέρους και υπογραμίζουν την αγωνία του ποιητή να βρει διέξοδο απ’ τη σύγχρονη παγίδα του διεθνισμού και καταναλωτισμού. Όσο ενδοστρεφή και βαθειά ριζωμένα στη γνώση είναι αυτά τα ποιήματα αποτελούν την πραγματικόηττα που ο ποιητής μέσω του λυρισμού προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στην ανθρώπινη φύση και τις έμφυτες αξίες. Ένα συνοθύλευμα διαφόρων θεμάτων και εικόνων ακουλουθεί στο δεύτερο μέρος του βιβλίου Το Βλέμμα της Μεδούσας. Αναμνήσεις, ερωτισμός, φιλοσοφία, αφηρημένη τέχνη, αλληλουχία σκέψεων που τριγυρίζει έναν υπαρξιακό διαλογισμό, η απόσταξη ζωής περιγράφονται με λογοτεχνική ουσία: ο ποιητικός κόσμος του Μανώλη Αλυγιζάκη υπάρχει σε συνεχή εξέλιξη και διαπλάσεται κι αποκτά σώμα οστά και σκοπό. Αυτή η συνεχήςεξελικτική υπόσταση του βιβλίου αποτελεί και το νόημά του κι είναι το βασικό στοιχείο της διανοητικής και καλλιτεχνικής του Οικουμένης. Διαβάζουμε τα ποιήματα αυτά και κάνουμε μια προσπάθεια να τα ερμηνεύσουμε μέσω διαλόγου και ειλικρίνιας. Προσπαθούμε να τα εννοήσουμε έχοντας στο νου ότι το λυρικό εγώ αναγεννιέται σε μια σειρά σκέψεων, αντυπώσεων και συναισθημάτων, στην πολύμορφη δημιουργική του ποιητή που χαμηλώνει τα σύνορα του αυτο-εγκλωβισμένου κόσμου στο έδαφος. Το αντικείμενο κάθε ποιήματος αποτελείται από ένα σύνολο αποχρώσεων κληρονομικής εμπειρίας του άλλου καθώς ο φακός μέσω του οποίου εστιαζόμαστε στην εικόνα θρύβει τις υπάρχουσες και καθεστημένες δοξασίες δυναμώνοντας το σκοπό των ετερογενών και πολύχρωμων εννοιών που αναμοχλεύονται από την καθημερνή εμπειρία του ανθρώπου.    Σαν επέκταση των εμπειριών του ποιητή κάποια ετερότητα αναβλύζει απ’ τα ποιήματα καθώς ο ποιητής προσφέρει μέσω του πολύπλευρου κόσμου των εικόνων του πολλαπλές ερμηνείες παράλληλων ζωών, ταυτόχρονα συμβάντα, και συγχονισμένες υπερθέσεις εισχωρώντας στο πνευματικό πεδίο του άλλου και με την προώθηση του αναγνώστη στο χώρο του άλλου. Έτσι ο ποιητής αφού αντιμετωπίσει το εγώ του τοποθετώντας το στη θέση του άλλου σαν κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα μας προσκαλεί να μεταλλάξουμε το εγώ μας όπως τολμά κι ο ίδιος. Η αναμφισβήτη ειλικρίνεια και διαφάνεια του ποιητή εκδηλώνονται σε σειρά συσχετιζομένων ποιημάτων με αλληλοσυνδεόμενες εικόνες σαν να πηγάζουν από μια στέρευτη πηγή αισθήσεων κι εντυπώσεων στενά συσχετισμένων με την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Οι ολιγόστροφοι επιγραμματικοί διάλογοι του τρίτου μέρους του βιβλίου παρουσιάζουν μια δυναμική και λεπτομερή ρεαλιστική αναφορά στη δυναμική που διενεγείται ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Η δυαδικότητα του διαλόγου βασίζεται σε δύο διαφορετικές μορφές έκφρασης του ηλικιωμένου ζευγαριού καθώς προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν. Οι ιδιαίτερα ξεχωριστές απόψεις συζούν δίχως να εναλλάσουν κάποιο στοιχείο που να τους ενώνει και να το χρησιμοποιούν με την πρόθεση να επηρρεάσουν ο ένας τον άλλο. Τα ποιήματα του τρίτου μέρους αναπτύσονται μέσω ενός φακού που εκθέτει τις διαφορές και τα κατεστημένα που έχουν ορθωθεί ανάμεσα στα δύο πρόσωπα που ζουν σε διαφορετικά επίπεδα και ιδιωτικούς χώρους. Στην περίπτωση αυτή το να μοιράζεται κάποιος τη ζωή του με κάποιο άλλο πρόσωπο είναι απλό θέμα συνύπαρξης και όχι απαραιτήτως σύνδεσης ή έστω και επικοινωνίας που στην περίπτωσή μας εξελίσεται σε διαφορετικά επίπεδα, διαφορετικούς ψυχολογικούς κόσμους και συνεπώς ζουν μαζί και χωριστά. Οι χαρακτήρες των ποιημάτων του τρίτου μέρους διενεργούν εκ του εντός διφορετικές εξωτερικές επιδράσεις κι η εναλλαγή τους δεν παρουσιάζει κανένα σημείο επαφής καθώς ντύνονται κι οι δύο την φευτοαμφίεση του έτερου ενός που δεν είναι παρά ένας ρόλος τδια του οποίου δρουν και υπάρχουν. Η έλληψη ανταπόδοσης παρουσιάζεται σε όλους σχεδόν τους διαλόγους, τις μισοκομμένες φράσεις, τα υπονοούμενα, που αποδεικνύουν ολοκάθαρατην απομόνωση στην οποία τα δύο πρόσωπα ζουν: ο τρόπος έκφρασής τους και οι σκέψειςπου ποτέ δεν αναπτύσονται σαν μέσο αληθινής επικοινωνίας υπογραμμίζουν τις διαφορές που υψώνονται ανάμεσά τους και που εμποδίζουν την απλή λογική εναλλαγή μεταξύ των δύο χαρακτήρων. Και όταν πια διαπιστώνουν τις διαφορές τους και το χάσμα που υπάρχει ανάμεσά τους αποδέχονται τη συμβίωση όπως είναι καταλαβαίνοντας ότι κανένα σημείο επαφής δεν υφίσταται πια. Η επικοινωνία μεταξύ άνδρα και γυναίκας έχει μηδενιστεί κι η ζωή τους συνυπάρχει μόνο στη φαντασία και των δύο.  Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο Μανώλης Αλυγιζάκης αποκαλύπτει πτυχές και επαρσιώσεις της σχέσης δίχως βερμπαλισμούς και με αναμφίβολη ευθύτητα που προβάλει σαν αποτέλεσμα τη συμβατηκότητα των περισσοτέρων σχέσεων ηλικιωμένων ζευγαριών που συνυπάρχουν, συζούν, συμβιώνουν αλλά ζουν σε ξεχωριστούς κόσμους, μια φρικτή αλλά αληθινή πλευρά της σύγχρονης ζωής. Το Βλέμμα της Μεδούσας είναι ένα ολοζώνταντο, επισκοπόν, κυνικό,ιδιαίτερα κριτικό, σύγχρονο πορτρέτο που μας παρουσιάζει με τον ευθύτατο τρόπο του ποιητή ένα τεράστιο πανόραμα φιλτραρισμένο από την εξεταστική και υποκειμενική ματιά του Μανώλη Αλυγιζάκη και μας προτρέπει να την αποδεχτούμε και να την αγκαλιάσουμε σαν κάτι δεδομένο κι αποδεχόμενο. Η ζωντάνια των εικόνων κι ο πλούτος εμπεριστατωμένων στιγμών και η καθηλωτική αφήγηση του ποιητή μας παίρνουν σ’ ένα ταξίδι του εσωτερικού του κόσμου που διαφαίνεται σαν διαπλοκή και την ίδια στιγμή σαν αξέχαστη κι ευχάριστη εμπειρία. Η ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη επιβεβαιώνει την αξία της πρωτογενής ύπαρξης αλλά ότι είναι επίσης πράξη και περιπλοκή. Το Βλέμμα της Μεδούσας υφίσταται σαν ένα ερμηνευτικό σημείο του κυκλικού ανωφερικού μονοπατιού που ο ανθρωπος αναμένεται ν’ ακολουθήσει προς την ψυχολογική και φιλοσοφική του εξέλιξη, έννοια που συμβαζίζει με τηγνησιότητα του ποιητή που ερμηνεύει τις διαφορές και τις αντιξοότητες της σύγχρονης ζωής.Οι αντιθέσεις του εγώ με τον άλλο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μια ταύτιση ίσως ανακαλυφθεί είναι στοιχεία που ο ποιητής, ερευνά, αναφέρει, και μέσω της ευθύτητάς του προσπαθεί να εδραιώσει με την ελπίδα πως κάποια στιγμή οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές ίσως γεφυρωθούν κι ίσως η αναμφίβολη διαφάνειά του χρησιμεύσουν σαν ορόσημα που θα οδηγήσουν στο καλύτερο αύριο.

 

Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

Advertisements

ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ//ΚΡΙΤΙΚΗ

autumn leaves cover

 

ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ — ΚΡΙΤΙΚΗ

 

Με εικόνες που αναφέρονται στα απλά θέματα του κόσμου μα και σε μεταφυσικά βάθη του μυαλού λαξευμένα σ’ αυτά τα ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ο Μανώλης Αλυγιζάκης μας προσφέρει μια δυναμική επαναπαρουσίαση συνηθισμένων σχέσεων με τον ιδιαίτερο τρόπο που ατενίζει τον εσωτερικό μας κόσμο. Το απαστράπτον πνεύμα κι η διακύμανση μεταξύ απώλειας και πληρότητας συνεχώς επαναλαμβάνονται και μας εκπλήσουν και ταυτόχρονα μας ξαφνιάζουν αδιάκοπα υπογραμίζοντας έτσι τις διάφορες αποχρώσεις του δημιουργικού πνεύματος του ποιητή. Αυτή η ποιητική συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι ένα πολυφωνικό απόσταγμα των εμπειριών, εντυπώσεων, συναισθημάτων και προφητειών του ποιητή. Εδώ ο ποιητής εκφράζει την ουσία της μελέτης του ήθους του και τον διαπροσωπικό του κόσμο εστιάζοντας στην ανεξερεύνητη βαθύτητα της ανθρώπινης φύσης, συμπεριφοράς και σκεπτικού. Επιβάλλει στον εαυτό του την εύρεση κάθαρσης μπροστά στο καθόλου εγγυημένο αποτέλεσμα κηρύσοντας πόλεμο ενάντια στις δυσκολίες, παγίδες, τρικλοποδιές και ανακρίβεια των κατεστημένων ιδεών, και στην εφαρμογή φιλοσοφικών τάσεων με σκοπό να ξαναπαρουσιάσει ολοκληρωτικά στο φως τις δονήσεις του κόσμου καθώς φιλτράρονται μέσα απ’ τα χάσματα της υπαρξιακής οντότητας.

 

Η αύρα, τα παραδείσια τραγούδια και τα πουλιά που ζωγραφίζουν τον αγέρα καθορίζουν το δυναμικό μεταξύ αφάνειας και λάμψης. Άνθρωποι μετουσιώνονται σε αρμονικά τραγούδια προκειμένου να προμηνύσουν το πέρασμα στο απώγειο του ποιήματος κι αναμένουν το τελειωτικό φτάσιμο στην ατελείωτη τελειότητα, μέσω του  Έρωτα και του Οργασμού,  με το κάθε δυναμικό των λέξεων. Ο ποιητής επιδιώκει την αναζήτησή του έως το βάθος της πιο αδιευκρίνιστης πηγής της ζωής. Σαν σύντροφος του αιώνειου που είναι ο ποιητής μελετά λεπτομερώς τις χαραμάγες της ύπαρξης κι ανυψώνει τους στίχους του σαν μνημείο αφιερωμένο στον αναζητούντα άνθρωπο που έχει μάθει να διαβάζει τα σημεία και τα σύμβολα του φυσικού και του υπερβατικού κόσμου, κι επίσης να εξηγεί την Οικουμένη χρησιμοποιώντας για παράδειγμα το άρωμα του τριαντάφυλλου, το πέταγμα του πουλιού, την οργή της καταγίδας, τις αχτίνες του ήλιου, την αρχιτεκτονική και τους ύμνους για το κορμί της γυναίκας.

 

Η συλλογή τούτη του Μανώλη Αλυγιζάκη έχει υφανθεί με εκφράσεις πολλαπλών σημασιολογικών διαστάσεων όπως την εξωτερίκευση του ενδοπροσωπικού άξονα του ποιητή, τη φύση με τις ιδιότητές της και την αναμφίβολη επίδραση τον έρωτα, για να ονομάσουμε μερικές. Τα ποιήματα αυτά μιλούν για τη σπουδαιότητα της σχετικής διάστασης της ύπαρξης. Οι χαρακτήρες που παρουσιάζονται σ’ αυτούς τους στίχους λεηλατούνται απ’ το βόρειο άνεμο και χάνονται στην περιπλοκή του κόσμου που ο ποιητής δρα, συνυπάρχει και περιπατεί στα βήματα των προγόνων του εξελίσονται σε πελαγικούς αστερισμούς. Ο ποιητής με μαεστρία πετυχαίνει να υποστηρίξει σαν υπόδειγμα και σαν κεντρικό πυρήνα, σαν διαλεκτική αρχή την πληρότητα του ονείρου, την μελέτη της ανατομικής της ελπίδας και τη δύναμη της ερωτικής έλξης. Τα ποιήματα ξεδιπλώνονται στο επίπεδο της ζωντανεμένης οικειότητας της φύσης, στον ερωτισμό και σε υπερβατικές τάσεις που υπονοούνται. Ο κάθε χαρακτήρας παίρνει σάρκα και οστά από μια αφήγηση, που τον αυτοπροσδιορίζει κι απ’ την αυτοδιαδραμάτιση της αφήγησής του που δυναμώνει τη μοναδικότητά του κάνοντας την συλλογική ανάλυση εμβάθυνση της διαφανούς ή άλλες στιγμές και ομιχλώδους ύπαρξής του φαινομενική ή με το κλείσιμο στο βάθος του εαυτού του. Έτσι ο κάθε χαρακτήρας συνδέεται με τον εξωτερικό κόσμο, μια ένωση που παρουσιάζεται ελεύθερα στην  αφήγηση που αποτελεί την πηγή και την περίπλοκη υφή του κόσμου καθώς περιφέρεται γύρω από τον λυρικό πυρήνα του ατόμου.

 

Η ποίηση της συλλογής τούτης είναι βαθειά ριζωμένη στη μνήμη και στο συναισθηματικό παράγοντα εμπειριών του ποιητή. Οι εικόνες που παρελαύνουν στους στίχους αποτελούν νομαδικές ταυτότητες που εμβαθύνουν στη δυναμική ισορροπίας και κίνησης που χαρακτηρίζεται από προεκτάσεις ενάντια σε μονολιθικά μπλόκ. Το άπιαστο, το ανεξήγητο, και το αναπόφευκτο είναι έννοιες και εικόνες που στιγματίζουν και χαρακτηρίζουν το ξεδίπλωμα και την παρουσίαση του κόσμου του ποιητή μέσα στο ηλιοβασίλεμα στίχων κι αισθήσεων καθώς αιωρούνται σαν μελίρρυτη ευωδία που διαπερνά την επιδερμίδα μας κι εισέρχεται μέσω των πόρων στο κορμί μας. Η συνειδητή αντανακλαστικότητα του ποιητή κι οι περίπλοκες αναφορές υπογραμμίζουν την αμείωτη κι αυτόνομη μοναδικότητα που ξεπηδά απ’ τους στίχους του βιβλίου τούτου. Ο λυρισμός υποστηρίζεται απ’ τη μοναδικότητα που αναφέραμε η οποία ρέει απ’ το κείμενο κι υπογραμίζει τα βιώματα του ποιητή. Διακρίνουμε μια ταλάντωση μεταξύ ενός σημασιολογικού άξονα, τα υποκείμενα και τις διαφοροποιημένες μεθόδους του ποιητή και την αξιόλογή του προσέγγισή προς υπερβατικές έννοιες που εμπλουτίζουν τους στίχους και διατελούν σαν γέφυρες ανάμεσα στα χάσματα του καθημερνού και στα κενά του υπερβατικού, δυναμικά που εμφανίζονται στον ασυμβίβαστο ανεμοδείκτη που εμπλέκεται σε διαλογικούς χρωματισμούς του καθημερνού, σε χρωστικές μεταβάσεις ακτινοβολίας.

 

Το αναπόφευκτο της Μοίρας και η επιρροή της εμφανίζεται σαν αναμφίβολη δυναμική της ύπαρξης που έχει σκοπό να εξερευνήσει τα όρια της μνήμης και της δημιουργικής φαντασίας του ποιητή. Η δημιουργική σκοπιμότητα παρουσιάζει στοιχεία τόλμης καθώς συμμαζεύει-ομαδοποιεί ετερόγενες λεπτομέρειες που σαν ασυμβίβαστες ψηφίδες εμπλουτίζουν το μωσαϊκό κόσμο του ποιητή με την ικανότητα για ευαισθητοποίηση και πρωτοβουλία. Κι εδώ ο ποιητής τακτοποιεί τις ψηφίδες, τα πολύχρωμα τεμάχια του μικρόκοσμου και τις υπερμεγενθυμένες εικόνες του σε μια ολοκληρωμένη τάξη που χαρίζει συνοχή και αλληλουχία στην ποιητική τούτη συλλογή που σκοπό έχει την ανακάλυψη κι εστίαση στην πραγματική υπόσταση της ζωής. Οι στάλλες της πρώτης φθινοπωρινής βροχής εξαγνίζουν τις πτυχές της σκέψης του ποιητή και του χαρίζουν σαφήνεια για να προσεγγίσει το απαύγασμα των απραγματοποίητων ονείρων και ανεκπλήρωτων επιθυμιών του.

Αντί να περιγράψει τη διαφορά μεταξύ των αόρατων διαχωριστικών γραμμών του φαινομενικού και του μεταφυσικού κόσμου ο ποιητής καθορίζει σαν βασικό σκοπό του βιβλίου τούτου την ανάμειξη των ερωτικών, συναισθηματικών, σαρκικών, πνευματικών, και φιλοσοφικών στοιχείων για να δημιουργήσει το κράμα που επιθυμεί. Σ’ αυτό το σημείο το εγώ και η ταυτότητα του ποιητή επεκτείνονται κι εκτελούνται σε μια σύνθεση των στοιχείων αυτών που αποτελούν την ουσία της ζωής, την προστασία του ατελεύτητου, και την ένωση των ετερογενών στοιχείων σε μια υπαρξιακή υπόσταση πληρότητας. Το εγώ αφομειώνει την ταύτιση του με τις πολλαπλές εκφάνσεις συναισθημάτων, αισθήσεων, εικόνων κι εντυπώσεων. Ο χορός της Τερψιχόρης, το ανθισμένο τριαντάφυλλο, ο ελαιώνας, η υγρή φθινοπωρινή αύρα, το άσμα, κι η ηρεμία του νου είναι μερικές εικόνες που χρησιμοποιούνται σαν ενωτικά στοιχεία στην ανάπτυξη των ποιημάτων που δια μέσου των ο λυρισμός φιλτράρει τον κόσμο κι αυτοκατασκευάζεται διατηρώντας την ακεραιότητα του μέσα στην πολυδιάστατή του έκφανση. Τα πορτραίτα κι οι σκηνές απ’ την καθημερνή ζωή ενσωματώνονται στην ποιητική ενόραση σαν ακέραια στοιχεία στην ερμηνεία του εαυτού. Το υποκείμενο αποσκοπεί κι ανακαλύπτει τον εαυτό του στην αλληλουχία των στίχων, εικόνων και τοπογραφικού που ξεδιπλώνονται μέσω της αφήγησης και τη μνήμη που παρουσιάζουν οι διάφορες εικόνες που συχνά εμπλέκονται η μια με την άλλη και που άλλες φορές επεξηγούν η μια την άλλη. Η αναζήτηση του εαυτού και η καταγραφή του υποδηλώνονται στον πληθυντικό που συχνά χρησιμοποιείται στα ποιήματα σαν ανοιχτός ορίζοντας στην πρωταρχική έρευνα για τις πιο σημαντικές αξίες της ζωής. Τα κείμενα παρουσιάζονται σαν ασημένιες εκτυπώσεις φτιαγμένες από ζελατίνα, η μυστικιστική περιγραφή της πραγματικότητας εκεί που το φως συνομοτεί με τον αγέρα  να φτιάξουν το άηχο ποίημα. Ο ποιητικός κόσμος περιγράφεται στη διασταύρωση εσωτερικών και εξωτερικών εμπειρειών κι αναμνήσεων ζωής που πέρασε κι αισθήσεων του εαυτού και των άλλων μέσα στην Οικουμένη του ενός και στον ορίζοντα του συλλογικού. Στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη τα κείμενα, οι ιδέες, οι εντυπώσεις κι οι αισθήσεις γίνονται μέσα ηρεμίας, τραγούδι και ρυθμός, και καθορίζουν τις καμπύλες της ολότητας, και τον  εύθραυστο κόσμο τον γεμάτο πάθος, όνειρα κι ελπίδα. Αλλά τα ποιήματα επίσης υποδηλώνουν τα στίγματα και τ’ άλλα ανθρώπινα σημάδια τα σκαλισμένα στο δέρμα που με την ένταση της παρουσίας τους και την προσέγγισή τους ξανανοίγουν πληγές, αγγίζουν ευαίσθητα σημεία του κορμιού και αποπνέουν στιγμές ευτυχίας που διατηρούνται στη μνήμη μας. Γινόμαστε λοιπόν μάρτυρες στην επαναπαρουσίαση, αποθέωση κι εξαύλωση των καθημερνών συμβάντων που λόγω των ιδιάζουσων χρωμάτων και των δονήσεων της φωνής του ποιητή εμποτίζονται από φως, παίρνουν τεράστιες διαστάσεις και σημαντηκότητα και μετατρέπονται σε ακρογωνιαίους λίθους ποίησης που αποσκοπεί ν’ αγκαλιάσει, να προσθέσει και ν’ απορροφήσει την  πολύπλευρη ζωή με όλες τι αποχρώσεις της.  ~Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

 

 

EROTOKRITOS–REVIEW

manolis

Longhand lives — for $5,000 per copy

Poet and publisher Manolis Aligizakis has announced his most extraordinary book–a facsimile of his own handwritten version of Erotokritos, a romantic-epic poem composed by Vitzentzos Kornaros of Crete, a contemporary of William Shakespeare and Miguel de Cervantes.

January 08th, 2015

Manolis Aligizakis visiting the tomb of Zorba the Greek novelist Nikos Kazantzakis in Crete.

This work is being touted as, “The only longhand book of its kind–a long poem 500 years old–transcribed by an 11-year-old boy.”

The text consists of 10,012 fifteen-syllable rhyming verses by Kornaros (March 29, 1553 – 1613/1614) that Manolis hand-copied in 1958 at the age of eleven.

Erotokritos by Vitzentzos Kornaros and Erophile (Eρωϕίλη) by Georgios Hortatzis, written around the same period, constitute the Renaissance of Greek literature. They are also considered the most important works of Cretan literature–“the backbone of Cretan literature,” according to Manolis–and are the poems upon which future poets relied, referred to and drew images from.

Announced on Manolis’ website for Libros Libertad press in January of 2015, this unusual publishing venture will constitute a limited print run of 100 copies, each to be autographed and dedicated by Manolis, for $5,000 per copy.

The original handwritten version of the text was created in the summer of 1958 after his family moved from the suburb of Peristeri in Athens to Hagios Fanourios where his father managed to build their first family home in the north part of the suburb Ilion.

“During that summer my father brought home a copy of the most famous poem Erotokritos. I don’t remember where my father found the book, yet I remember he said I could read it and then he would return it to its owner. Knowing the difficult financial situation of those days and knowing it was almost impossible for us to buy such a book, I read it and day after day, page after page, I copied it…. I used two different colors of pen Bic, for those of us who remember those days.”

Almost sixty years later Manolis is publishing his hand-written version of the romantic-epic poem as a handwritten book. Only the final twelve verses of the 10,012 verses of fifteen syllables each in the Cretan dialect refer to the poet Vitzentzos Kornaros. According to Manolis, the central theme is the love between Erotokritos (referred to as Rotokritos or Rokritos) and Aretousa (referred to as Arete). Around this theme, revolve other themes such as honour, friendship, bravery and courage.

~Alan Twigg, BC BookWorld, Jan, 2015

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ–ΚΡΙΤΙΚΗ//AXION ESTI–REVIEW

 

ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ — ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

 

Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι το πιο μεγαλόπνοο και βαθυστόχαστο έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Θεωρείται δύσκολο ποίημα για τον περίπλοκο τρόπο ανάπτυξής του, για το θέμα με το οποίο ασχολείται και για τη βαθύτητα των νοημάτων του. Παρ’ όλα αυτά όμως το έργο αυτό αποδυκνύει τη μαεστρία του ποιητή που το συνέλαβε και το παρουσίασε στον αναγνώστη τη διάρκεια μιας εποχής που η ελληνική ποίηση πάλευε ανάμεσα στις καθιερωμένες φόρμες και στα νέα στοιχεία που επιρρέαζαν τον σύγχρονο ποιητή των δεκαετιών του `30 και του `40. Κι ιδιαίτερα τα στοιχεία υπερρεαλισμού που είναι εμφανεί στο συγκεκριμένο τούτο έργο του Ελύτη, στοιχεία που έχουν σαν αποτέλεσμα να κάνουν δύσκολη τη σύλληψη του πνεύματος του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

Το ποίημα αναπτύσεται σε τρία τμήματα, τη ΓΕΝΕΣΗ, ΤΑ ΠΑΘΗ, και ΤΟ ΔΟΧΑΣΤΙΚΟ. Η ΓΕΝΕΣΗ και το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ είναι περιορισμένα σε έκταση ενώ ΤΑ ΠΑΘΗ είναι το πολύ εκτεταμένο τμήμα του ποιήματος. Η ΓΕΝΕΣΗ αποτελείται από επτά ύμνους που κλείνουν με τη φράση, αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας, ενώ το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ αποτελείται από ομάδες τετραστίχων που παρουσιάζουν το ελληνικό τοπίο στο έμπειρο  μάτι του ποιητή. ΤΑ ΠΑΘΗ είναι το εκτεταμένο τμήμα του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ κι αποτελείται από ένα συνδυασμό  ύμνων, ωδών και αναγνωσμάτων που ταξιδεύουν τον αναγνώστη από τα Ομηρικά χρόνια

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου

 

στο Οικόπεδο με τις Τσουκνίδες στην  Κοκκινιά κατά τη διάκρεια της Γερμανικής Κατοχής.

 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

 

Η ΓΕΝΕΣΗ ξεκινά με το πιο βασικό στοιχείο του χώρου-τόπου, το φως,

Στην αρχή το φως. Και η ώρα η πρώτη

που καθορίζει τη διαφάνεια του χώρου, ενός χώρου αρχετυπικού, εδεμικού, που όλα τα στοιχεία του είναι στην παρθενική τους μορφή, και παρ’ όλο που ο χώρος καθορίζεται κι αποκτά ιθαγένεια και γίνεται ο ελληνικός χώρος που μόλις σχηματίστηκε, είναι ατην πρώτη του μορφή προτού να εισχωρήσει στην εικόνα ο ιστορικός χρόνος, ο ανθρώπινος χρόνος που συνεπάγεται το ιστορικό στοιχείο. Σ’ αυτό το χώρο δημιουργείται κι ο παρατηρητής-ποιητής

Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου

πολυάχτιδος όλος που καλούσε

 

κι ο χώρος δημιουργείται

 

και στη  μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και

ομοίωσή μου

 

κι αυτό τον κόσμο μέλλεται να αποδεχτεί ο ποιητής στην παρθενική, διάφανη μορφή του. Όλα υπάρχουν σε μια ευδαιμονική κατάσταση μέχρι τη στιγμή που

η φωνή του γκιώνη

 

κάποιου που είχε σκοτωθεί

το αίμα γυρίζοντας πάνω στον κόσμο

 

το τοπίο αμαυρώνεται απ’ το φονικό και παρουσιάζεται το αίμα, μάρτυρας της κηλίδωσης του αρχετυτικού χώρου και χρόνου που στο εξής θα βιώσει το κακό. Η φωνή ‘κάποιου που είχε σκοτωθεί’ θα επιφέρει μια ανεπανάληπτη αλλαγή στη συνείδηση του ποιητή, γιατί αυτός που

 

είχε αποκρυπτογραφίσει το άσπιλο

 

θα νιώσει μέσα του το κηλίδωμα του άσπιλου και την εισχώρηση των άλλων στην εικόνα του κόσμου, των άλλων, την εισχώρηση της ιστορίας στον κόσμο που πρέπει να βιώσει ο ποιητής αν του είναι δυνατόν να φτάσει ξανά στο σημείο που η μορφή του είναι

 

η μορφή σου αν θέλεις ανεξάληπτη να `ναι

και να μείνει αυτή…

 

να ζήσει μια κατάσταση μαρτυρίου και αδικίας που ο ποιητής αναγνωρίζει όπως αναγνωρίζει επίσης και το χρέος του, σαν δημιουργός να καθάρει τον χώρο απ’ το κηλίδωμα και να τον ξανακάνει αγνό κι εδεμικό. Απ’ το σημείο αυτό αρχίζουν ΤΑ ΠΑΘΗ με πρώτο ύμνο που ο ποιητής καθορίζει την προσωπικότητά του τα όπλα του. Γίνεται

 

ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών

κι ο μύστης των φύλλων της ελιάς

ο ηλιοπότης

 

έτσι διάφανος κι ολόλαμπρος θα διανύσει το στάδιο του πόνου που τον αναμένει κι είναι έτοιμος να σώσει το τοπίο απ’ το κακό και καταλήγει τον πρώτο ύμνο με τη θέση που παίρνει και με τί όπλα θα πολεμήσει

 

Στα στενά φρουρούς του ζέφυρους θα στήσω

Μοίρα των αθώων είσαι η δική μου Μοίρα

 

Η καταγωγή του παρουσιάσεται εν συνεχεία στις αμμουδιές του Ομήρου, θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδερφοι, θα εμφανιστούν μαζί κι η έγνοια του μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

 

Ακολουθεί το πρώτο ανάγνωσμα που είναι καθηλωμένο στο ιστορικό γεγονός του πολέμου του 1940 κι είναι ρεαλιστικό σε σημείο που δεν επιδέχεται καμμιά επεξήγηση αφού αναφέρεται σε βιωμένα γεγονότα που στέκονται ωμά από μόνα τους δίχως να παράσχουν άλλες προεκτάσεις.

 

Εδώ αναγνωρίζουμε την πολύχρονη εμπειρία του τόπου που βιώνει ο ποιητής και το άδικο της μοίρας με τον ύμνο που αναφέρεται στον πλούτο και πώς η μοίρα του λαού του στάθηκε άδικη. Εξ ίσου σημαντικό στο σημείο αυτό είναι ο ρόλος της πέτρας στην ποίηση του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που σε αντίθεση με την πέτρα του Σεφερικού κόσμου όπου, βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες, εικόνα που αναφέρεται στην ασήκωτη κληρονομιά του σύγχρονου Έλληνα, ενώ εδώ η πέτρα παίρνει την αποκαλυπτική έννοια που μεταφέρει το θετικό μήνυμα του ποιητή προς τον αναγνώστη του.

 

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ

ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ’ ΑΓΆΛΜΑΤΑ

 

Η έννοια της γυναίκας μπαίνει στο προσκήνιο που επικυρώνει την μοναξιά που ο ποιητής μέλλεται να βιώσει για να εμβαθύνει

 

Αλλά πρώτα θα δεις την ερημιά και θα της δώσεις το δικο σου νόημα, είπε

 

Τις μέρες μου άθροισα και δεν σε βρήκα

πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι

 

αφού κι η γυναίκα τον έχει εγκαταλείψει κι είναι για να βιώσει την άκρα μοναξιά και για να αφήσει τις αισθήσεις του να λειτουργήσουν και για ώρες να αφουγκρασθεί τους ήχους του τοπίου

 

κάτω απ’ την κληματαριά

ώρες εκεί ρέμβασα

με μικρά-μικρά τιτιβίσματα

κοασμούς, τρυσμούς, το μακρινό κουκούρισμα

 

το δίδαγμα του μεσογειακού τόπου που του έχει δοθεί για κληρομνομιά είναι φλεγόμενο από ηλιοφάνεια και λαμπρυρίζει την αποστολή του ποιητή. Αλλά τώρα που έχει επωμισσθεί την ευθύνη να καθάρει τον κόσμο απ’ το φονικό, ο ποιητής διάγει τις πιο μαύρες στιγμές της ύπαρξής του κι είναι για πάντα μόνος, αφού η οποιαδήποτε ευθύνη στη ζωή του ανθρώπου συνεπάγεται εγκαρτέρηση, μοναχικότητα και λειτούργημα που θα ξεπεταχθεί απ’ την ένοια της μοναχικότητας. Κι όχι μόνο μόνος απ’την άποψη της γυναίκας αλλά και των συντωρινών του που στην  αρχή της ποιητικής του εμφάνισης τον είδαν σε γενικές γραμμές σαν παρείσαχτο που καν δεν κατάλαβαν.

 

Αλλά παρ’ όλα αυτά ο ποιητής θα ξαναφέρει την ισορροπία στον κόσμο με την επέμβασή του στο χρόνο, καθώς θα δαγκώσει τον καιρό με δόντια πέτρινα και τα όπλα του ξανά είναι το φως, το κρύο νερό, η διαφάνεια, το άσπιλο.

 

Μόνος εδάγκωσα μες τον καιρό με δόντια πέτρινα

 

Στους ΗΜΙΟΝΗΓΟΥΣ θα μιλήσει για την αδικία και για τη διαφορά ανάμεσα στους διαλεχτούς της μοίρας που κοιμούνται στα μεταξωτά τους σεντόνια και στα μαλακά κρεβάτια που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν, και στους άλλους που είναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, κι εδώ θα πει για την πίκρα του άδικου και για τις εξορίες, μοίρα του ελληνισμού απ’ τις εκατό χρονών φωνές, κι ο ποιητής σ’ αντίθεση με την αρνητική αυτή εικόνα του αναγνώσματος ορθώνεται να διαλαλήσει πόσο δύσκολο είναι νάρθει η άνοιξη όταν υπάρχει μονο ένα χελιδόνι

 

Ένα το χελιδόνι κι η Άνοιξη ακριβή

Για να γυρίσει ο Ήλιος θέλει  δουλειά πολλή

 

Στο επόμενο άσμα ο ποιητής λαμβάνει τη μορφή του μυθολογικού ήρωα που πραγματώνει την κλασσική μυθική πράξη: Το πέρασμα απ’ το σκοτάδι στο φως, την αρχετυπική αυτή πράξη σωτηρίας που το φως κλείνεται σε συμβολικά κλειστούς χώρους, μήτρα-τάφος, αλλά δεν χάνεται στο βάθος τους αλλά αντίθετα φωτίζει την Άβυσσο

 

Πάρθηκεν από Μάγους το σώμα του Μαγιού

το `χουνε θάψει σ’ ένα μνήμα του πέλαγου

σ’ ένα βαθύ πηγάδι το `χουνε κλειστό

μύρισε το σκοτάδι κι όλη η Άβυσσο

 

Έτσι ο κάτω κόσμος φωτίζεται απ’το φως του επάνω κι ο επάνω κόσμος δέχτηκε το φως του κάτω κι έτσι οι δύο κόσμοι γίνονται ένα. Κι έτσι αλλάζει ο χώρος του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ και η φυσική του μορφή γίνεται ένα με τη μεταφυσική, (Ηράκλειτος: Άνω και κάτω οδός μία).

Στη συνέχεια ο ποιητής θα μιλήσει και για τους ξένους και την επίδραση που από πάντα είχαν κι έχουν στον ελλαδικό χώρο

 

Έφτασαν ντυμένοι ‘φίλοι’

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου

και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε

παρά μόνο σίδερο και φωτιά

 

αλλά τα στοιχεία του Ελυτικού κόσμου, το φως, το χώμα, η μέλισσα, ο ζέφυρος δεν έδεσαν με τους ξένους και τότε παρουσιάζεται η έννοια της προδοσίας στο ανάγνωσμα ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ όπου εκείνος με το ‘Σβυσμένο Πρόσωπο’ σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόϊ των αγγέλων. Κι απ’ το σημείο αυτό μέχρι και το ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ που ο ποιητής θα παρουσιάσει το καινούργιο κόσμο έχει να βιώσει τις πιο σκοτεινές στιγμές του συμπεριλμβανομένης στο πέμπτο ανάγνωσμα, στην ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ, της τραγωδίας του εμφυλίου πολέμου όταν

 

και βαδίζαμε καταπάνου στον έναν ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος…Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάσταξε το κακό

 

οπότε τελικά ο ποιητής παρουσιάζει το νέο κόσμο στο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ το τελευταίο άνάγνωσμα βασισμένο καθαρά στη γραφή κι ειδικά στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, αλλά εδώ η προφητεία του ποιητή δεν έχει τίποτα να κάνει με τη φωτιά και την τιμωρία της Κόλασης αλλά αντίθετα υπόσχεται

 

την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων

 

και

 

βλέπω ψηλά το Ερέχθειο των Πουλιών

 

και στο νέο αυτό κόσμο

 

ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα να βγεί. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς του ετάχθη. Και θα λάβουμε τα όνειρα εκδίκηση και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

 

Αμέσως μετά το ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ ο ποιητής πορεύεται σε νέα γη όπου τον ακολουθούν αιθέρια πλάσματα

 

Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι

τώρα μ’ ακολουθούν ανάλαφρα πλάσματα

με τους ιριδισμούς του πόλου στα μαλλιά

 

Τώρα ο ποιητής αναγνωρίζει όλα τα σύμβολα του κακού που έχουν μεταμορφωθεί σε θετικά σύμβολα

 

Τρίαινα με δελφίνι το σημάδι του Σταυρού

πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα

 

κι είναι αυτό η μύθος που καταλύει το θάνατο και δικαιώνει το χώρο-τόπο που είχε προσβληθεί απ’ το κακό κι ο ασβέστης είναι το υλικό που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να ξαναλευκάνει το τοπίο

 

Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους

κλείνω κι εμπιστεύομαι

 

κι είναι η κατάσταση της ψυχής του που θα καταγράψει και δημιουργεί έτσι όλες τις λευκές επιφάνειες της ύλης κι είναι ο ίδιος που θα καταλάβει το νόημα του συμβόλου αυτού. Και θα χαράξει στην πέτρα το νέο νόμο

 

Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού

κι αργά στις πέτρες τις πυρές χαράζονται τα γράμματα:

ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.

 

Ακολουθεί το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ  που ο χώρος-τόπος ξαναγίνεται εδεμικός, κι είναι ο ελληνικός χώρος, τα νησιά, τα λουλούδια, τα κορίτσια, τα βουνά, τα δέντρα κι ανάμεσά τους το νόημα του άσπιλου που συνέλαβε ο ποιητής. Η υψηλώτερη στιγμή του ποιήματος είναι όταν η ένοια του φονικού λαμβάνει υπερβατικό νόημα αφού φτάνει στο σημείο να διδάξει

 

Αξιον εστί το χέρι που επιστρέφει

από φόνο φριχτό και τώρα ξέρει

ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει

 

Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι το ποίημα όπου τρία στοιχεία, ο χώρος, ο χρόνος, και η συνείδηση του ποιητή ξεκινούν για μια περιπέτεια στη διάρκεια της οποίας τα τρία αυτά στοιχεία διενεργούν, εξελίσσονται και αλληλοεπηρρεάζονται με τρόπο αδιάσπαστο. Ο χώρος-τόπος από εδεμικός κηλιδώνεται απ’ το φονικό, γίνεται ελλαδικός, βιώνει το κακό κατά τη διάρκεια των ΠΑΘΩΝ και καταλήγει μετά την κάθαρση στον εδεμικό ελλαδικό χώρο-τόπο. Με τον ίδιο τρόπο ο χρόνος από αρχετυπικός, πέραν του ανθρώπου, κηλιδώνεται απ’ το φονικό και γίνεται ιστορικός χρόνος που συνεπάγεται πάντα ένα τέλος αλλά μετά την κάθαρσή του ξαναγίνεται ο αρχετυπικός χρόνος που διέπεται το ελληνικό τοπίο. Και η συνείδηση του ποιητή που από αγνή τη στιγμή της ΓΕΝΕΣΗΣ της κηλιδώνεται απ’ το φονικό και την ενοχή της φυλής, την ευθύνη του άλλου, και μετά την κάθαρσή της ξαναγίνεται η παρθενική συνείδηση, κάτασπρη σαν καλοκαίρι, που είχε πει στη ΓΕΝΕΣΗ. Η κάθαρση του τόπου, του χρόνου και της συνείδησης του ποιητή επέρχονται

με την αποδοχή του τόπου που είναι ταυτόχρονα, αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας. Η κάθαρση του στοιχείου του χρόνου επικρατεί με την συνειδητοποίηση ότι το αιέν και το νυν είναι ένα και η κάθαρση της συνείδησης του ποιητή επέρχεται όταν συνειδητοποιεί ότι ο θάνατος είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής και μάλιστα όταν αναγνωρίζει ότι,

 

Τώρα το χέρι του Θανάτου

αυτό χαρίζει τη ζωή

και ύπνος δεν υπάρχει.

 

 

Μανώλης Αλυγιζάκης

 

 

Yannis Ritsos–Review

 

YANNIS, WE HARDLY KNOW YOU

In an age devoid of political radicalism in poetry, a White Rock translator takes a leap of fervor.

Unsuccessfully nominated nine times for the Nobel Prize for Literature, Greek poet Yannis Ritsos (1909 — 1990) is little-know in North America.

 

Manolis Aligizakis of White Rock hopes to change that. From among Ritsos’ 46 volumes of poetry, Cretan-born Manolis (his pen name excludes the last name Aligizakis) has translated fifteen of the poet’s books for an unusually hefty volume, Yannis Ritsos-Poems (Libros Libertad $ 34), presenting a panorama of Ritsos’ work from the mid 1930s to the 1980s.

Manolis first encountered Ritsos’ inspiring words as a young in Greece, in 1958, when composer Mikis Theodorakis — of Zorba the Greek fame — set to music some of Ritsos’ verses from Epitaphios — a work that had been burned by Greece’s right wing government at the Acropolis in 1936. “I was moved in an unprecedented way by the songs,” says Manolis. “They were like a soothing caress to my young and rebellious soul at a time when the Cold War was causing deep divisions in Greece and the recent civil war had seen our country reduced to ruins.”

Yannis Ritsos was an ardent nationalist who most notably fought with the Greek resistance during the Second World War. His 117 books, poetry, prose, plays and translations, are suffused with communist ideals. When Ritsos received the Star of Lenin Prize in 1975, he declared, “this prize is more important to me than a Nobel.”

The early deaths of Ritsos’ mother and his eldest brother from tuberculosis marked him deeply, as did his father’s commitment to a mental asylum, which led to economic ruin of his once wealthy family. Ritsos himself was in a sanatorium for tuberculosis from 1927 to 1931. In 1936 Ritsos’ Epitaphios was burned at the foot of Acropolis in Athens on orders from the right wing dictatorship of General Ioannis Metaxas. Epitaphios refers to the classic funeral oration for soldiers killed in war that was integral part of the Athenian burial law, and calls for national unity in a time of crisis.

From 1947 to 1952, Ritsos was jailed for his political activities. Under the military junta that ruled Greece between 1967 a d 1974, he was interned on the islands of Yiaros, Leros, and Samos before being moved to Athens

and placed under house arrest. Through it all he kept writing. And writing. It wasn’t uncommon for Ritsos to write 15 or 20 poems in one sitting.

Manolis says he has tried to remain as close as possible to the original Greek text, in order to preserve the linguistic charm of  Ritsos’ style. Sentences are restructured only when it seemed that the reader would

have difficulty grasping the poet’s true meaning.

“In Greek, the writer has a lot more freedom in ordering a sentence than one would in English, where the sequence of words is somewhat more strict.

“The books in the anthology are included whole, not selected poems from each. We had only a certain number of his books available and I felt it would be awkward to separate them satisfactorily.” Most of the poems in Yannis  Ritsos—Poems are appearing in English translation for the first time in North America.

“In choosing the materials, I noticed a transformation from his early days, when he was just the unknown defender of a cause, up to the period during his middle years, when he finds a variety of admirers from around the world.”

Ritsos’ later work, according to Manolis, reveals a mature poet, more laconic and precise, more careful with his words. “Then, near the end of Ritsos’ creative life, the poems reveal his growing cynicism and utter disillusionment with the human condition, after his world had collapsed around him several times… the human pettiness that drives some human lives shadows him with a deep disappointment that he appears to take with

him to his grave.”

The majority of lives don’t have happy endings Ritsos’ re-publication as a poet in Canadian English represents a rebirth of sorts.

The tradition of overtly political poetry has seemingly vanished in Canada. If only we cared enough about poetry in Canada to burn it.

 

~Alan Twigg, BC BookWorld, Sep/2010

Source: www.abcbookworld.com, current issue. page 19.

GEORGE SEFERIS-Collected Poems//REVIEW

George Seferis’ Collected Poems

Sep 26, 2013

Christopher Doda

George Seferis, Collected Poems
Surrey: Libros Libertad, 2012.

For a poet of his stature, there are remark­ably few Eng­lish trans­la­tions of George Seferis’s work. A giant of Greek poetry and 20th Cen­tury Euro­pean poetry in gen­eral, Seferis (1900–1971) inherited the old­est sur­viv­ing lan­guage of the West and brought its poetry into the mod­ern world. He wrote dur­ing a long career as a diplo­mat with post­ings in Turkey, Alba­nia, around the Mid­dle East, Iraq, and the United King­dom, and picked up numer­ous acco­lades, along with the Nobel Prize for Lit­er­a­ture in 1963. Since his death, his fame has grown to the point where lines from his “Mythi­s­torema” were used in the open­ing cer­e­mony of the Athens Olympic Games in 2004. In spite of this, there has been only one (that I know of) selected, pre­pared with the poet’s assis­tance, by Rex Warner in 1960 and then a com­plete poems by Edmund Kee­ley and Philip Sher­rard released in var­i­ous edi­tions between 1967 and 1995. Throw­ing his hat into the ring is British Columbia’s Mano­lis with Col­lected Poems, which includes a crit­i­cal intro­duc­tion, a gen­er­ous amount of the verse, a par­tial bib­li­og­ra­phy, end­notes, and the text of Seferis’s Nobel speech. One of Seferis’s most strik­ing lines is from “In the Man­ner of George Seferis”: “Wherever I travel Greece wounds me,” mean­ing both the nation and its long his­tory. Not sur­pris­ingly, places and fig­ures from ancient Greece pop­u­late his work: Agamem­non, Helen, Astyanax, Androm­eda, and Orestes all make appear­ances, but he also wrote often from the point of view of ordi­nary sol­diers, cit­i­zens and refugees caught in the hor­ror of cir­cum­stance, wit­nesses to his­tory but with­out any con­trol over their des­tiny, those who “knew that the islands were beau­ti­ful / some­where, per­haps around here, where we grope / a bit lower or slightly higher / a very tiny space.” I don’t know the Greek lan­guage and won’t pre­tend that I do but I can say that Manolis’s ren­der­ings are more col­lo­quial and less for­mal com­pared to ear­lier trans­la­tions. Con­sider his ver­sion of this stanza from “The Sen­tence to Obliv­ion”:

And what­ever hap­pened had the seren­ity of what you see before you
they had the same seren­ity because there wasn’t any soul left in us to con­tem­plate
other than the crav­ing to incise some marks on the stones
that have now touched the bot­tom below mem­ory.

And com­pare it with Kee­ley and Sher­rard:

And what then hap­pened had the same tran­quil­lity as what you see before you
the same tran­quil­lity because there wasn’t a soul left for us to con­sider
except the power for carv­ing a few signs on the stones
which now have reached the depths below mem­ory.

Not rad­i­cally dif­fer­ent, but Manolis’s ver­sion is less rhyth­mic and, one might argue, less poetic than the other. Over the years, Kee­ley and Sherrard’s trans­la­tions have emerged as defin­i­tive, par­tially due to lack of com­pe­ti­tion. This vol­ume is unlikely to chal­lenge them for top spot but vari­ety is nec­es­sary for the longevity of the poetry. (As an aside, I rarely men­tion this in reviews but the num­ber of typos, mis­placed punc­tu­a­tion, and con­fu­sion between Cana­dian and US spelling in this book is truly irk­some. And the low-res­o­lu­tion image of a sun­rise over water through ruined ancient columns on the cover would be bet­ter suited to an issue of The Watch­tower.) Hav­ing already released vol­umes of Con­stan­tine Cavafy and Yan­nis Rit­sos, Mano­lis seems to be work­ing his way through the 20th Cen­tury Greek canon. I won­der if there might be an Odysseus Elytis or Angelos Sike­lianos in the near future.
~ Christo­pher Doda is the author of two poetry col­lec­tions, Among Ruins and Aes­thet­ics Lesson. He is cur­rently work­ing on a book of glosas based on heavy metal lyrics.

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ–ΚΡΙΤΙΚΗ

1964407_815813081778415_1829066548_n

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ–κριτική

ΠΟΙΗΣΗ – EKSTASIS EDITIONS

Ο «Υπεράνθρωπος» του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι από τα πιο δύσκολα και φιλοσοφημένα έργα που έχω συναντήσει. Και πώς να μην είναι άλλωστε, εφόσον ταυτίζεται με τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε, τόσο σε πλοκή όσο και σε νοήματα. Ο ποιητής «παίζει» με τις συμβάσεις καθώς σχετίζει τον Υπεράνθρωπο, αφενός μεν με την πραγματική διάσταση που του δίνει ο Γερμανός φιλόσοφος, αφετέρου δε με την παρερμηνεία που του έδωσαν οι Γερμανοί εθνοσοσιαλιστές, με τα τραγικά αποτελέσματα που ακολούθησαν για όλη την ανθρωπότητα.

Πριν λοιπόν περιγράψουμε τον Υπεράνθρωπο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ας δούμε εν συντομία τι προσδοκούσε ο Νίτσε με αυτό του το σύγγραμμα. Με πολύ απλά λόγια ο Νίτσε έθετε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του και τις δυνατότητές του, που αν τις χειριζόταν ορθά, θα μπορούσε να υπερπηδήσει κάδε εμπόδιο. Με κύριο μοχλό τη σωστή χρήση της λογικής και του ενστίκτου θα μπορέσει να ζήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, όπου ο καθένας θα είναι ο κύριος του εαυτού του. Βέβαια ο Νίτσε δεν περιέγραψε την ηθική διάσταση του Υπεράνθρωπου, καθώς ήρθε να αναπληρώσει (όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας) το κενό της εξουσίας και της Θεϊκής ανυπαρξίας. Ο Υπεράνθρωπος λοιπόν λυτρωτής, υπέρμαχος της ηθικής αλλά και λίγο ανεξέλεγκτος, όσον αφορά τα απώτερα σχέδιά του για τον κόσμο, που επίσης παραμένουν ασαφή…

Το δίγλωσσο αυτό βιβλίο (Ελληνικά-Αγγλικά) χωρίζεται σε τρεις ενότητες και είναι γραμμένο με ένα στυλ που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα, παρά ποίηση. Στο πρώτο μέρος, την Άλικη Αυγή, ο άνθρωπος ανεξαρτητοποιημένος από τις δεσμεύσεις της θρησκείας, αποφασίζει να βαδίσει βασισμένος στις δικές του δυνάμεις και να απαλλαγεί από τα σαγόνια του συστήματος. Μέσα σε μια καταρρέουσα κοινωνία και σε μια οικογένεια που χάνει την αρχέγονη σημασία της, το άτομο οφείλει να αποδεχτεί την ανθρώπινη ματαιότητα. Και αν καταφέρει να το επιτύχει αυτό, τότε θα αναγνωρίσει την αξία των απλών πραγμάτων, της φύσης και των αθώων στιγμών της παιδικής του ηλικίας. Την ιδιαίτερη βαρύτητα που μπορεί να έχει μια λέξη, μια φιλοφρόνηση, μια αξιέπαινη πράξη. Ο ανυπεράσπιστος, μπροστά στο θάνατο, άνθρωπος, νωχελικά περίμενε την «ανάστασή» του, χωρίς καμία προσπάθεια να αποβάλει το ναρκισσισμό και την ανευθυνότητα από το «είναι» του. Και έτσι, μακριά απ’ τον Θεό του και την πίστη του, οδηγήθηκε στον όλεθρο και την καταστροφή. Με ορμητήριο την άγνοια θεώρησε πως μπορούσε να διαπρέψει και να μεγαλουργήσει.

Πώς λοιπόν ο άνθρωπος θ’ αλλάξει προς το καλύτερο; Με αυτογνωσία, με σημασία στα απλά καθημερινά πράγματα, με σωστό υπολογισμό των θετικών και αρνητικών παραμέτρων, που επηρεάζουν τη ζωή του. Σ’ αυτό το σημείο προαναγγέλλεται και η άφιξη του Υπεράνθρωπου στους ανθρώπους, που η πίστη και η αφοσίωση στο πρόσωπό του, πάλι πήγαζε από την κούφια αυτοσυνειδησία τους. Προσπαθώντας να του δείξουν ότι είναι γνώστες και ανθεκτικοί στα δύσκολα, υποτάχθηκαν αμέσως στα κηρύγματά του. Και εκείνος, ο Υπεράνθρωπος – τύραννος (όπως τον αποκαλεί ο ποιητής) άρπαξε την ευκαιρία να ελέγξει πλήρως τις φοβισμένες συνειδήσεις τους. Έξυπνος, λαοπλάνος, ετοιμόλογος, ήταν ο μόνος που αντιλαμβανόταν τα ανθρώπινα λάθη και ο μόνος που μπορούσε να τα υποτάξει. Χωρίς να τιμωρεί και να ζητάει ανταλλάγματα, μαθημένος να συγχωρεί, δίδασκε την αρετή και την ισορροπία. Η πρώτη ενότητα κλείνει με τη δήλωση υποταγής από τους ανθρώπους στο πρόσωπό του, γεγονός που τον ικανοποιούσε απόλυτα…

Στο δεύτερο μέρος, το Πύρινο Μεσημέρι, ο Υπεράνθρωπος αρχίζει πλέον να εκφράζεται και να «κηρύττει» την ιδεολογία του. Αρχίζει δηλαδή να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ο ποιητής εναλλάσσει μια σειρά ανθρώπων μπροστά από το οπτικό πεδίο του Υπεράνθρωπου και των πιστών του, αφήνοντάς τον να ξεδιπλώσει τη φιλοσοφία του για τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που συναντούν, ένας ζητιάνος, ένας τσιγκούνης γέρος, ένας γελωτοποιός, ένας ξεπεσμένος βασιλιάς…

Ο Υπεράνθρωπος, γνωρίζοντας καλά τα ανθρώπινα πάθη, κηρύττει τα πιστεύω του και εκφράζει τις προτιμήσεις του. Του αρέσουν, για παράδειγμα, όσοι ζουν χωρίς νόημα και στόχους, όσοι περιφρονούν τα πάντα, όσοι δεν θυσιάζονται για τίποτα, όσοι με τις πράξεις τους τον φέρνουν πιο κοντά στην κυριαρχία, όσοι συγκεντρώνουν γη και χρήμα, ώστε κάποτε να τα δρέψει εκείνος, όσοι προσποιούνται πως δεν φοβούνται, όσοι κυνηγούν μια ανέφικτη αρετή, όσοι κουβαλούν για πάντα τις πληγές μέσα τους, όσοι χρησιμοποιούν τη Θεϊκή οργή για να λύσουν τα προβλήματά τους, όσοι γενικά με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους οδηγούνται στην καταστροφή. Και όλα αυτά που του «αρέσουν», ίπτανται πάνω από τα κεφάλια των πιστών του. Αυτών που, χωρίς θρησκεία πλέον, έρχονται αντιμέτωποι με το χάος που οι ίδιοι δημιούργησαν στον κόσμο. Αυτών που αφαίρεσαν τη σοφία από τη σκέψη τους και τον έβαλαν «επιπόλαια» στα σπίτια τους. Αυτών που ήταν ονειροπόλοι και αυτάρεσκοι, μοναχικοί και υπερόπτες. Αυτών που ξέχασαν από πού προήλθαν και αθώοι έπεσαν στα νύχια του νέου ηγέτη. Μα η αμέριστη χαρά τους για εκείνον, που θα άλλαζε τον κόσμο, καταχωνιάστηκε γρήγορα, όταν αντιλήφθηκαν πως όλα γύρω καταστρέφονταν και πως ξανά το ψέμα κυριαρχούσε. Τελικά αντιλήφθηκαν πως και πάλι εκείνοι πολεμούσαν τον ίδιο τους τον εαυτό συνεργώντας στη δημιουργία της κόλασης και στην ενδυνάμωση του Υπεράνθρωπου.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το Φλογερό Δείλι, γίνεται ο απολογισμός των πεπραγμένων από τη συμβίωση κοντά στον Υπεράνθρωπο. Οι άνθρωποι στράφηκαν να μισήσουν τους πάντες και έγιναν γεφύρι για περάσει εκείνος από πάνω τους και να πετύχει τους στόχους του. Έμειναν γυμνοί και είδαν τα πάντα να κυριεύονται από την απληστία και τη διάλυση. Είδαν ξανά έναν κόσμο να μην έχει σκοπό να αλλάξει και να ακολουθεί κίβδηλους ηγέτες που μοιράζουν ψεύτικες υποσχέσεις.

Η τελευταία περιήγηση με τον Υπεράνθρωπο πραγματοποιείται μπροστά από συγκεκριμένους ανθρώπους, που επιλέγονται κυρίως λόγω της ιδιότητάς τους. Ένας Έπαρχος, ένας νεκροθάφτης, ένας δάσκαλος, ένας ζωγράφος, ένας Στρατηγός, ένας ποιητής, ένα αγγειοπλάστης, ένας χορευτής. Κάποιοι πραγματικοί Υπεράνθρωποι γι’ αυτά που πετυχαίνουν με τα έργα και τις ικανότητές τους και κάποιοι ανίκανοι να γίνουν Υπεράνθρωποι λόγω των αδυναμιών τους.

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης “τεστάρει” ανθρώπινες αντοχές και όρια. Υποδεικνύει νοήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να προβληματιστεί και, γιατί όχι, να αφυπνιστεί. Ο καθένας μπορεί να γίνει Υπεράνθρωπος στον τομέα του αρκεί να πιστέψει στις δικές του δυνάμεις και δεξιότητες. Ακόμα και οι οπαδοί “του δικού του” Υπεράνθρωπου, στο τέλος, αναβαπτισμένοι από όσα βίωσαν και είδαν, αποφάσισαν να ξυπνήσουν και να μην ξαναγίνουν θύματα του συστήματος. Ο ποιητής τονίζει πως είναι πολύ μικρές οι αποστάσεις που χωρίζουν τα αντιθετικά δίπολα. Η αλήθεια από το ψέμα, η πίστη από την αθεΐα, η εμπιστοσύνη από την καχυποψία, η ζωή από τον θάνατο. “Όλα” είμαστε εμείς οι ίδιοι, αρκεί να κατανοήσουμε το δικό μας αληθινό “εγώ” και ανάλογα να το χρησιμοποιήσουμε. Άρα Υπεράνθρωπος μπορεί να είναι ο καθένας μας που παλεύει για το κάτι παραπάνω με όλες του τις δυνάμεις, αλλά και κάποιος που παίρνει (αδικαιολόγητα) δύναμη από την απραξία μας και μας οδηγεί σε λάθος μονοπάτια (παράδειγμα γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού).

Κλείνοντας, θέλω να δηλώσω, πως απ’ τη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου αυτό το βιβλίο, κατάλαβα πως ήρθα αντιμέτωπος με ένα πραγματικά μεγαλειώδες έργο. Και γι’ αυτό οφείλω να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου τον δημιουργό του για την εμπιστοσύνη του. Ο Μανώλης Αλυγιζάκης, Έλληνας κάτοικος του Καναδά, αποδεικνύει πως η ελληνική λογοτεχνική δημιουργία του εξωτερικού, βρίσκεται σε υψηλότατα επίπεδα…

 

Δείγμα γραφής:

 

Επωδός

 

Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα

 

Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος

 

Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι

 

Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος

 

Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι

 

Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι

 

Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές

 

Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός

 

Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές

 

Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας

 

Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες

 

Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης

 

Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.

 

 

 

 

 

Yannis Ritsos-A Review

rits

Yannis Ritsos Poems–Selected Books

Translated by Manolis

Edited by Apryl Leaf

LibrosLibertad, Surrey BC

 

Review by Amy Henry

A careful hand is needed to translate the poems of Yannis Ritsos, and Manolis is the ideal poet to undertake such an enormous task.  Born in Crete, Manolis’s youth was intermingled with the poetry of Ritsos.   Once a young man moved by the Theodorakis version of Epitaphios, he’s now a successful poet in his own right who is still moved to tears hearing the refrains of those notes from half a century ago.  His Greek heritage, with its knowledge of the terrain, people, history and cultural themes, makes his translation all the more true to what Ritsos intended.  Having visited the very places of which Ritsos wrote, he knows how the light and sea shift, and how Ritsos imagined those changes as being a temperament and personality of the Greece itself.

The parallels in their lives are uncanny: when Ritsos was imprisoned, Manolis’ father also was imprisoned on false charges.  Both men dealt with the forces of dictators and censorship, and experienced the cruel and unreasoning forces of those times.  In fact, they even lived for a time in the same neighborhood.  In his foreword to Poems, Manolis relates that he viewed him as a comrade, one whose “work resonated with our intense passion for our motherland and also in our veracity and strong-willed quest to find justice for all Greeks.”

In Poems, Manolis chose to honor Ritsos first by not just picking and choosing a few titles to translate, although that might have been far easier.  Instead, he undertook the complex task of translating fifteen entire books of Ritsos work-an endeavor that took years of meticulous research and patience.  It should be noted that along with the translation, edited by Apryl Leaf, that he also includes a significant Introduction that gives a reader unfamiliar with Ritsos an excellent background on the poet from his own perspective.

Dated according to when Ritsos composed them, it’s fascinating to see how some days were especially productive for him.  These small details are helpful in understanding the context and meaning.  For example, in Notes on the Margins of Time, written from 1938-1941, Ritsos explores the forces of war that are trickling into even the smallest villages.  Without direct commentary, he alludes to trains, blood, and the sea that takes soldiers away, seldom to return.  Playing an active role in these violent times, the moon observes all, and even appears as a thief ready to steal life from whom it is still new. From “In the Barracks”:

The moon entered the barracks

It rummaged in the soldiers’ blankets

Touched an undressed arm  Sleep

Someone talks in his sleep   Someone snores

A shadow gesture on the long wall

The last trolley bus went by  Quietness

 

Can all these be dead tomorrow?

Can they be dead from right now?

 

A soldier wakes up

He looks around with glassy eyes

A thread of blood hangs from the moon’s lips

 

In Romiosini, the postwar years are a focus (1945-1947), and they have not been kind.  The seven parts to this piece each reflect a soldier’s journey home.

 

These trees don’t take comfort in less sky

These rocks don’t take comfort under foreigners’

                Footsteps

These faces don’t’ take comfort but only

                In the sun

These hearts don’t take comfort except in justice.

 

The return to his country is marked by bullet-ridden walls, burnt-out homes, decay, and the predominantly female populace, one that still hears the bombs falling and the screams of the dead as they dully gaze about, looking for fathers, husbands, and sons.  The traveler’s journey is marked by introspection and grim memories reflected on to the surfaces of places and things he thought he knew.
“And now is the time when the moon kisses him sorrowfully

                Close to his ear

The seaweed the flowerpot the stool and the stone ladder

                Say good evening to him

And the mountains the seas and cities and the sky

                Say good evening to him

And then finally shaking the ash off his cigarette

                Over the iron railing

He may cry because of his assurance

He may cry because of the assurance of the trees and

                The stars and his brothers”

 

An entirely different feeling is found in Parentheses, composed 1946-1947.  In it, healing is observed and a generosity of spirit exerts itself among those whose hearts had been previously crushed.  In “Understanding”:

 

A woman said good morning to someone –so simple and natural

                Good morning…

Neither division nor subtraction  To be able to look outside

Yourself-warmth and serenity  Not to be

‘just yourself’ but ‘you too’  A small addition

A small act of practical arithmetic easily understood…

 

On the surface, it may appear simple, a return to familiarity that may have been difficulty in times of war.  Yet on another level, he appears to be referring to the unity among the Greek people-the  ‘practical arithmetic’ that kept them united though their political state was volatile.  Essentially timeless, his counsel goes far beyond nationalism.

 

Moonlight Sonata, written in 1956, is an impossibly romantic and poignant lyric poem that feels more like a short story.  In it, a middle-aged woman talks to a young man in her rustic home.  As he prepares to leave, she asks to walk with him a bit in the moonlight.  “The moon is good –it doesn’t show my gray hair.  The moon will turn my hair gold again.  You won’t see the difference.  Let me come with you”

 

Her refrain is repeated over and over as they walk, with him silent and her practically begging him to take her away from the house and its memories:

 

“I know that everyone marches to love alone

Alone to glory and to death

I know it  I tried it  It’s of no use

Let me come with you”

 

The poem reveals her memories as well as his awkward silence, yet at the end of their journey, she doesn’t leave.  Ritsos leaves the ending open:  was it a dream?  If not, why did she not go?  What hold did the house have over her?  Was it just the moonlight or a song on the radio that emboldened her?

 

In 1971, Ritsos wrote The Caretaker’s Desk in Athens, where he was under surveillance but essentially free.  At this time he seems to be translating himself-that of how he was processing his own personal history.  Already acclaimed for his work, perhaps he was uncertain of his own identity.

 

From “The Unknown”,

 

He knew what his successive disguises stood for

(even with them often out of time and always vague)

A fencer  a herald  a priest  a ropewalker

A hero  a victim   a dead Iphigenia  He didn’t know

The one he disguised himself as  His colorful costumes

Pile on the floor covering the hole of the floor

And on top of the pile the carved golden mask

And in the cavity of the mask   the unfired pistol

 

If he is indeed discussing his identity, it’s with incredible honesty as to both his public persona and his private character.  After all, he’d been nominated for the Nobel Prize for Literature in 1968 (and eight more times) and he was likely weighing, in his later years, all that he’d endured.

 

The beauty of this particular translation is that, while subjects and emotions change over time, they still feel united by the underlying character of Ritsos.  Some translators leave their own imprint or influence, yet this feels free of such adjustment.  It’s as if Ritsos’ voice itself has been translated, with the pauses, humor, and pace that identify the subtle characteristics of an individual.

http://www.blacksheepdances.com

 

‘NOSTOS and ALGOS–A REVIEW’ by Cloe Koutsoubelis

nostos and algos cover

Awareness is the title of the first poem of this collection and not without reason.

The poet selects this poem as the first one but one wonders: awareness for what? Is it because this poetry collection is subject of the natural laws of decay, like tree leaves that turn yellow and fall at some moment leaving behind them the gaping void that lies under every poetry collection behind every creative form? Or is it awareness because, as the last verses claim, nothing stays forever?

The collection is dedicated to his parents who lived their last years in the village and the second poem of the book “Old Couple” is at that exact place with images such, olives, feta cheese, wine, salad under the grape vine, monologue of loneliness, epilogue of their lives. Agony for a son away in a foreign land but expectation, longing, and the everyday events transcend into moments of happiness and laughter, you forgot to make the salad.

What is the poet’s primer? Prime roll plays the sound of the letter t from the word tenderness. When one doesn’t open himself to love one has no reason for living. The slow spark that reverses the equation and turns into a wick and becomes a conflagration, or a night flower that turns into the kaleidoscope of the Universe are the underlying forces of this book. Eros and at the same time Death that lurk behind everything; the unstoppable law of the cosmos that controls the people’s lives and emotions.

I too grieve,
that night has passed by so fast

the poet says in Night Flower:
Heracleitos’ philosophy of the ever changing world, the continuous movement of things and people like a river that forever evolves and renews this is the backbone of the book Nostos and Algos.

For the poet the microcosm and the macrocosm are but a rose, a thicket of trees in the afternoon, the mound of a woman, a flock of sparrows, a bed-sheet that wrapped the body of the beloved, the simple events of everyday life, the brushing of teeth, the washing the face of a beloved person become a mystery into which he delves with willingness and humbleness.

Yet the poet is afraid that the mystery of these simple everyday events may be violated by the sacrilegious people of the cement city who make dust of every emotion and refinement, by the hierodules and pimps who turn every ideology into a profit thus flattening everything in their path.

For the poet everything vanishes, everything flows through his fingers; we arrange our date with Death at every moment, everything except of a smile that is whole, it can’t be divided, it can’t be analyzed, it is the moment that boils and bubbles.

Fate is predetermined. Our date with Death occurs every day. We betray ourselves and others, we yearn for things that belong to others, we move between high and low tide in currents that take us forth and back we fight at every moment the feeling of this futile life and the void.

Then, there must be
      another time
      there must be
      it must
the poet says in Tides

Deep philosophical, existential collection is this book by Manolis. The miracle passes and vanishes, the silent acceptance and the effort to understand, is but the vague oaring in a foggy day.

In the poems Turret, Heroes, Sunrise, the poet is sarcastic to the leadership that sends men to war like lambs to the slaughterhouse, for the sake of the generals, the bishops, the flags and the business of war.

In his last four poems, Lens, Craving, Branches and Insistence toward the end of each poem the words and you said — appear as if the poet talks to someone next to him and I can see no other way to end this beautiful book but the phrase of the last poem:

Again I shall try to transform
      the cricket’s song
      into a shiver.

~ Cloe Koutsoubelis, ENEKEN, No 33, Salonica, Greece, Fall-Winter 2014

~ . ~

‘Eroticism in the Poetry of Manolis Aligizakis’ by Alexandra Bakonika

ubermensch_cover

Poet Manolis Aligizakis has familiarized himself with the tragedy by seeing life through the multi-faceted lens of observation and by living experiences that gave him the ability to perceive first-hand the injustice, exploitation, greediness and the various expressions of violence. Unquestionably the ugliness of this world saddens him like a wound that doesn’t heal. When he feels uncertain with himself and divided in two we find in his poetry a messianic sense that leads him to wish to change the world and make it better free of all ugliness and lawlessness. However he has no illusion that idealism, visions and civility are things easily accomplished. If great gestures and practical action retreat before the opposition, at least what one can achieve through messianic ideas is the beauty through poetry that brings harmony, enjoyment and ultimately truth.

Can Manolis channel beauty as easily as he describes it in his verse? “an old time leader/like an anointed and pious/a musical instrument of free flowing innocence/ready to speak with words that relieve the pain and free the spirit?” Yes and his main tool is his first hand experience of the power of Eros. His psychological makeup draws and transmits authenticity and felicity based on his adoration of and being adored by feminine figures sensual and provocative exposing him into an ecstatic transcendence through their lusting bodies and their devoted deep love and understanding. It’s obvious he finds his contention in being passionately in love with his beloved.

He doesn’t hide that before he was born he wanted to become “a festival song/a bird’s flutter/an evening vesper/a simple sigh/that will scar the lips of his beloved.” If he feels powerless before the inconceivable and undefined Fate, he declares a woman’s embrace invites him and he likes to give in to her passion: “obscure and vague circle/forever indeterminable/and this, the command/and this, the obedience/and this, the orgasm/ and this, the Eros/and this is you.” He feels that being favored by Eros he diffuses his fiery passion with light that fills his erotic verses. As a gallant defender of lust and sensuality and of the true emotions of love he hands down delight and exhilaration of the soul.

Idealism as well as pragmatism, messianism but also tradition in the languor of the senses, love affairs devoted to the ephemeral satisfaction and erotic drunkenness compose the variations of his vast poetic content. Having the maturity of an accomplished poet and the ability to craft evocative imagery in a personal way the poet introduces us in what constitutes the most brilliant expression of his innermost thoughts and beliefs opposite the world of his time and age.

In his book “Ubermensch” his eroticism is somewhat subdued although is part of Manolis’ imagery along with his messianism which is the main stigma Manolis introduces us to in his very first poem.

….truly we accepted it: our God was dead.

Buried him yesterday afternoon with no songs,
no paeans, nor lamentations and we felt a lot lighter. ….
while fear, I would say, was hidden deep in our hearts. ….
and in an eyrie we filled our chalice with courage
and we mailed it to the four corners of the universe
and promised never to be trapped again in the idiocy of a system.

The Andian condor we declared heir of the flesh.
The wind and the rain we proclaimed our catharsis.

Evoe, oh, free elements, evoe.

A big part of the western philosophy since the end of Medieval Times doubted the existence of God although that doubt was subdued concealed because of the fear of the church. Only Nietzsche dared stand up and declare the death of God and in its place he proposed the Ubermensch-Superman. Manolis’ poetic vision in in his book Ubermensch is based upon this daring mind of the German philosopher. However who is Ubermensch? What values does he promote for the tormented world? These questions find their answers in this poetry collection which is a way of initiation for encouragement and exaltation. Ubermensch is the great initiate who guides man onto a long and tiring process that will free his soul from the clutches of dogmas thus hoping to contribute to his happiness. He evangelizes man’s rebirth and renewal through gaining free will which is the basis of every spiritual lifting in this earthly life, the only one we have, while the metaphysical hope of the Christian after life is negated.

Free will leads to search, doubt, continuous quest for knowledge, to the brotherhood of men for a more just and more sunlit world, fundamentally it leads to an effort to make the conditions of life better based on self- knowledge and virtue. On the other hand earthly enjoyment shouldn’t be put aside. The Apollonian spirit has to walk parallel to the Dionysian revelry. Dancing, music, poetry possess a central role in the philosophical exaltation Ubermensch proposes. He prompts us to enjoy the delightful aspect of life, to taste it with all our senses. Drunkenness through joy empowers the spirit to endure the arduous path toward philosophy and virtue.

Manolis Algizakis has no illusions that the gaining of free will and spirit is an easy path to follow, it does demand spiritual strength and as an introduction to this poetry book he declares quite clearly:

“For those who dare melt into the concept of freedom and for an infinitesimal fraction of time they can claim: freedom I am. This book is not for the faint-hearted. Dare to read.”

For this poet, the initiates and initiated, the rope walkers and the Ubermenschen resemble a tree that grows and stares the ever brilliant sun while their limbs root deep into the abyss. They have to follow this inescapable duality in order to succeed in the battle of man against the beast.

Jun 14, 2016 – ENEKEN

Greek version first published in Thessaloniki, Greece; English version published at the Libros Libertad web site.

..