‘Katerina Anghelaki Rooke – Selected Poems’ translated by Manolis Aligizakis

Paperback 6/9
Buy Now Button
Translated & Compiled by Manolis Aligizakis
Published by Libros Libertad & Ekstasis Editions, 2019

Katerina Anghelaki Rooke

‘Her poetry, explicitly erotic and passionate, defines her sensual relationship with the world, such a poet of passion she is, though over time Katerina Anghelaki Rooke became more thoughtful, paying attention to memory and to the chthonian and heavenly sense of a world that never loses its primeval powers. Equally dedicated is her intensity when she deals with her place of birth with its fluidity and music that transcend her poetry thus making it timeless and eternal; Katerina’s poetry remains eternally dedicated to a natural element as well as to the beauty and the pain life creates, the committee decided unanimously when they awarded her with the highest prize of the Hellenic Letters.

Chrysa Nikolaki, Theeologist, Poet
Writer, Literary critic
(Master of Arts, Hellenic Open University)


About the translator

Emmanuel Aligizakis, (Manolis) is a Cretan-Canadian poet and author. He was recently appointed an honorary instructor and fellow of the International Arts Academy, and awarded a Master’s for the Arts in Literature. He emigrated to Vancouver in 1973, where he worked as an iron worker, train labourer, taxi driver, and stock broker, and studied English Literature at Simon Fraser University. His articles, poems and short stories in both Greek and English have appeared in various magazines and newspapers in Canada, United States, Sweden, Hungary, Slovakia, Romania, Australia, Jordan, Serbia and Greece. His poetry has been translated into Spanish, Romanian, Swedish, German, Hungarian, Ukrainian, French, Portuguese, Arabic, Turkish, Serbian, Russian, Italian, Chinese, Japanese, languages and has been published in book form or in magazines in various countries.
He now lives in White Rock, where he spends his time writing, gardening, traveling, and heading Libros Libertad, an unorthodox and independent publishing company which he founded in 2006 with the mission of publishing literary books.
His translation George Seferis: Collected Poems was shortlisted for the Greek National Literary Awards, the highest literary recognition of Greece. In September 2017 he was awarded the First Poetry Prize of the Mihai Eminescu International Poetry Festival, in Craiova, Romania.




Longhand lives — for $5,000 per copy

Poet and publisher Manolis Aligizakis has announced his most extraordinary book–a facsimile of his own handwritten version of Erotokritos, a romantic-epic poem composed by Vitzentzos Kornaros of Crete, a contemporary of William Shakespeare and Miguel de Cervantes.

January 08th, 2015

Manolis Aligizakis visiting the tomb of Zorba the Greek novelist Nikos Kazantzakis in Crete.

This work is being touted as, “The only longhand book of its kind–a long poem 500 years old–transcribed by an 11-year-old boy.”

The text consists of 10,012 fifteen-syllable rhyming verses by Kornaros (March 29, 1553 – 1613/1614) that Manolis hand-copied in 1958 at the age of eleven.

Erotokritos by Vitzentzos Kornaros and Erophile (Eρωϕίλη) by Georgios Hortatzis, written around the same period, constitute the Renaissance of Greek literature. They are also considered the most important works of Cretan literature–“the backbone of Cretan literature,” according to Manolis–and are the poems upon which future poets relied, referred to and drew images from.

Announced on Manolis’ website for Libros Libertad press in January of 2015, this unusual publishing venture will constitute a limited print run of 100 copies, each to be autographed and dedicated by Manolis, for $5,000 per copy.

The original handwritten version of the text was created in the summer of 1958 after his family moved from the suburb of Peristeri in Athens to Hagios Fanourios where his father managed to build their first family home in the north part of the suburb Ilion.

“During that summer my father brought home a copy of the most famous poem Erotokritos. I don’t remember where my father found the book, yet I remember he said I could read it and then he would return it to its owner. Knowing the difficult financial situation of those days and knowing it was almost impossible for us to buy such a book, I read it and day after day, page after page, I copied it…. I used two different colors of pen Bic, for those of us who remember those days.”

Almost sixty years later Manolis is publishing his hand-written version of the romantic-epic poem as a handwritten book. Only the final twelve verses of the 10,012 verses of fifteen syllables each in the Cretan dialect refer to the poet Vitzentzos Kornaros. According to Manolis, the central theme is the love between Erotokritos (referred to as Rotokritos or Rokritos) and Aretousa (referred to as Arete). Around this theme, revolve other themes such as honour, friendship, bravery and courage.

~Alan Twigg, BC BookWorld, Jan, 2015





Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι το πιο μεγαλόπνοο και βαθυστόχαστο έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Θεωρείται δύσκολο ποίημα για τον περίπλοκο τρόπο ανάπτυξής του, για το θέμα με το οποίο ασχολείται και για τη βαθύτητα των νοημάτων του. Παρ’ όλα αυτά όμως το έργο αυτό αποδυκνύει τη μαεστρία του ποιητή που το συνέλαβε και το παρουσίασε στον αναγνώστη τη διάρκεια μιας εποχής που η ελληνική ποίηση πάλευε ανάμεσα στις καθιερωμένες φόρμες και στα νέα στοιχεία που επιρρέαζαν τον σύγχρονο ποιητή των δεκαετιών του `30 και του `40. Κι ιδιαίτερα τα στοιχεία υπερρεαλισμού που είναι εμφανεί στο συγκεκριμένο τούτο έργο του Ελύτη, στοιχεία που έχουν σαν αποτέλεσμα να κάνουν δύσκολη τη σύλληψη του πνεύματος του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

Το ποίημα αναπτύσεται σε τρία τμήματα, τη ΓΕΝΕΣΗ, ΤΑ ΠΑΘΗ, και ΤΟ ΔΟΧΑΣΤΙΚΟ. Η ΓΕΝΕΣΗ και το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ είναι περιορισμένα σε έκταση ενώ ΤΑ ΠΑΘΗ είναι το πολύ εκτεταμένο τμήμα του ποιήματος. Η ΓΕΝΕΣΗ αποτελείται από επτά ύμνους που κλείνουν με τη φράση, αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας, ενώ το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ αποτελείται από ομάδες τετραστίχων που παρουσιάζουν το ελληνικό τοπίο στο έμπειρο  μάτι του ποιητή. ΤΑ ΠΑΘΗ είναι το εκτεταμένο τμήμα του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ κι αποτελείται από ένα συνδυασμό  ύμνων, ωδών και αναγνωσμάτων που ταξιδεύουν τον αναγνώστη από τα Ομηρικά χρόνια

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου


στο Οικόπεδο με τις Τσουκνίδες στην  Κοκκινιά κατά τη διάκρεια της Γερμανικής Κατοχής.


Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.


Η ΓΕΝΕΣΗ ξεκινά με το πιο βασικό στοιχείο του χώρου-τόπου, το φως,

Στην αρχή το φως. Και η ώρα η πρώτη

που καθορίζει τη διαφάνεια του χώρου, ενός χώρου αρχετυπικού, εδεμικού, που όλα τα στοιχεία του είναι στην παρθενική τους μορφή, και παρ’ όλο που ο χώρος καθορίζεται κι αποκτά ιθαγένεια και γίνεται ο ελληνικός χώρος που μόλις σχηματίστηκε, είναι ατην πρώτη του μορφή προτού να εισχωρήσει στην εικόνα ο ιστορικός χρόνος, ο ανθρώπινος χρόνος που συνεπάγεται το ιστορικό στοιχείο. Σ’ αυτό το χώρο δημιουργείται κι ο παρατηρητής-ποιητής

Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου

πολυάχτιδος όλος που καλούσε


κι ο χώρος δημιουργείται


και στη  μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και

ομοίωσή μου


κι αυτό τον κόσμο μέλλεται να αποδεχτεί ο ποιητής στην παρθενική, διάφανη μορφή του. Όλα υπάρχουν σε μια ευδαιμονική κατάσταση μέχρι τη στιγμή που

η φωνή του γκιώνη


κάποιου που είχε σκοτωθεί

το αίμα γυρίζοντας πάνω στον κόσμο


το τοπίο αμαυρώνεται απ’ το φονικό και παρουσιάζεται το αίμα, μάρτυρας της κηλίδωσης του αρχετυτικού χώρου και χρόνου που στο εξής θα βιώσει το κακό. Η φωνή ‘κάποιου που είχε σκοτωθεί’ θα επιφέρει μια ανεπανάληπτη αλλαγή στη συνείδηση του ποιητή, γιατί αυτός που


είχε αποκρυπτογραφίσει το άσπιλο


θα νιώσει μέσα του το κηλίδωμα του άσπιλου και την εισχώρηση των άλλων στην εικόνα του κόσμου, των άλλων, την εισχώρηση της ιστορίας στον κόσμο που πρέπει να βιώσει ο ποιητής αν του είναι δυνατόν να φτάσει ξανά στο σημείο που η μορφή του είναι


η μορφή σου αν θέλεις ανεξάληπτη να `ναι

και να μείνει αυτή…


να ζήσει μια κατάσταση μαρτυρίου και αδικίας που ο ποιητής αναγνωρίζει όπως αναγνωρίζει επίσης και το χρέος του, σαν δημιουργός να καθάρει τον χώρο απ’ το κηλίδωμα και να τον ξανακάνει αγνό κι εδεμικό. Απ’ το σημείο αυτό αρχίζουν ΤΑ ΠΑΘΗ με πρώτο ύμνο που ο ποιητής καθορίζει την προσωπικότητά του τα όπλα του. Γίνεται


ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών

κι ο μύστης των φύλλων της ελιάς

ο ηλιοπότης


έτσι διάφανος κι ολόλαμπρος θα διανύσει το στάδιο του πόνου που τον αναμένει κι είναι έτοιμος να σώσει το τοπίο απ’ το κακό και καταλήγει τον πρώτο ύμνο με τη θέση που παίρνει και με τί όπλα θα πολεμήσει


Στα στενά φρουρούς του ζέφυρους θα στήσω

Μοίρα των αθώων είσαι η δική μου Μοίρα


Η καταγωγή του παρουσιάσεται εν συνεχεία στις αμμουδιές του Ομήρου, θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδερφοι, θα εμφανιστούν μαζί κι η έγνοια του μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.


Ακολουθεί το πρώτο ανάγνωσμα που είναι καθηλωμένο στο ιστορικό γεγονός του πολέμου του 1940 κι είναι ρεαλιστικό σε σημείο που δεν επιδέχεται καμμιά επεξήγηση αφού αναφέρεται σε βιωμένα γεγονότα που στέκονται ωμά από μόνα τους δίχως να παράσχουν άλλες προεκτάσεις.


Εδώ αναγνωρίζουμε την πολύχρονη εμπειρία του τόπου που βιώνει ο ποιητής και το άδικο της μοίρας με τον ύμνο που αναφέρεται στον πλούτο και πώς η μοίρα του λαού του στάθηκε άδικη. Εξ ίσου σημαντικό στο σημείο αυτό είναι ο ρόλος της πέτρας στην ποίηση του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που σε αντίθεση με την πέτρα του Σεφερικού κόσμου όπου, βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες, εικόνα που αναφέρεται στην ασήκωτη κληρονομιά του σύγχρονου Έλληνα, ενώ εδώ η πέτρα παίρνει την αποκαλυπτική έννοια που μεταφέρει το θετικό μήνυμα του ποιητή προς τον αναγνώστη του.





Η έννοια της γυναίκας μπαίνει στο προσκήνιο που επικυρώνει την μοναξιά που ο ποιητής μέλλεται να βιώσει για να εμβαθύνει


Αλλά πρώτα θα δεις την ερημιά και θα της δώσεις το δικο σου νόημα, είπε


Τις μέρες μου άθροισα και δεν σε βρήκα

πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι


αφού κι η γυναίκα τον έχει εγκαταλείψει κι είναι για να βιώσει την άκρα μοναξιά και για να αφήσει τις αισθήσεις του να λειτουργήσουν και για ώρες να αφουγκρασθεί τους ήχους του τοπίου


κάτω απ’ την κληματαριά

ώρες εκεί ρέμβασα

με μικρά-μικρά τιτιβίσματα

κοασμούς, τρυσμούς, το μακρινό κουκούρισμα


το δίδαγμα του μεσογειακού τόπου που του έχει δοθεί για κληρομνομιά είναι φλεγόμενο από ηλιοφάνεια και λαμπρυρίζει την αποστολή του ποιητή. Αλλά τώρα που έχει επωμισσθεί την ευθύνη να καθάρει τον κόσμο απ’ το φονικό, ο ποιητής διάγει τις πιο μαύρες στιγμές της ύπαρξής του κι είναι για πάντα μόνος, αφού η οποιαδήποτε ευθύνη στη ζωή του ανθρώπου συνεπάγεται εγκαρτέρηση, μοναχικότητα και λειτούργημα που θα ξεπεταχθεί απ’ την ένοια της μοναχικότητας. Κι όχι μόνο μόνος απ’την άποψη της γυναίκας αλλά και των συντωρινών του που στην  αρχή της ποιητικής του εμφάνισης τον είδαν σε γενικές γραμμές σαν παρείσαχτο που καν δεν κατάλαβαν.


Αλλά παρ’ όλα αυτά ο ποιητής θα ξαναφέρει την ισορροπία στον κόσμο με την επέμβασή του στο χρόνο, καθώς θα δαγκώσει τον καιρό με δόντια πέτρινα και τα όπλα του ξανά είναι το φως, το κρύο νερό, η διαφάνεια, το άσπιλο.


Μόνος εδάγκωσα μες τον καιρό με δόντια πέτρινα


Στους ΗΜΙΟΝΗΓΟΥΣ θα μιλήσει για την αδικία και για τη διαφορά ανάμεσα στους διαλεχτούς της μοίρας που κοιμούνται στα μεταξωτά τους σεντόνια και στα μαλακά κρεβάτια που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν, και στους άλλους που είναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, κι εδώ θα πει για την πίκρα του άδικου και για τις εξορίες, μοίρα του ελληνισμού απ’ τις εκατό χρονών φωνές, κι ο ποιητής σ’ αντίθεση με την αρνητική αυτή εικόνα του αναγνώσματος ορθώνεται να διαλαλήσει πόσο δύσκολο είναι νάρθει η άνοιξη όταν υπάρχει μονο ένα χελιδόνι


Ένα το χελιδόνι κι η Άνοιξη ακριβή

Για να γυρίσει ο Ήλιος θέλει  δουλειά πολλή


Στο επόμενο άσμα ο ποιητής λαμβάνει τη μορφή του μυθολογικού ήρωα που πραγματώνει την κλασσική μυθική πράξη: Το πέρασμα απ’ το σκοτάδι στο φως, την αρχετυπική αυτή πράξη σωτηρίας που το φως κλείνεται σε συμβολικά κλειστούς χώρους, μήτρα-τάφος, αλλά δεν χάνεται στο βάθος τους αλλά αντίθετα φωτίζει την Άβυσσο


Πάρθηκεν από Μάγους το σώμα του Μαγιού

το `χουνε θάψει σ’ ένα μνήμα του πέλαγου

σ’ ένα βαθύ πηγάδι το `χουνε κλειστό

μύρισε το σκοτάδι κι όλη η Άβυσσο


Έτσι ο κάτω κόσμος φωτίζεται απ’το φως του επάνω κι ο επάνω κόσμος δέχτηκε το φως του κάτω κι έτσι οι δύο κόσμοι γίνονται ένα. Κι έτσι αλλάζει ο χώρος του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ και η φυσική του μορφή γίνεται ένα με τη μεταφυσική, (Ηράκλειτος: Άνω και κάτω οδός μία).

Στη συνέχεια ο ποιητής θα μιλήσει και για τους ξένους και την επίδραση που από πάντα είχαν κι έχουν στον ελλαδικό χώρο


Έφτασαν ντυμένοι ‘φίλοι’

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου

και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε

παρά μόνο σίδερο και φωτιά


αλλά τα στοιχεία του Ελυτικού κόσμου, το φως, το χώμα, η μέλισσα, ο ζέφυρος δεν έδεσαν με τους ξένους και τότε παρουσιάζεται η έννοια της προδοσίας στο ανάγνωσμα ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ όπου εκείνος με το ‘Σβυσμένο Πρόσωπο’ σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόϊ των αγγέλων. Κι απ’ το σημείο αυτό μέχρι και το ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ που ο ποιητής θα παρουσιάσει το καινούργιο κόσμο έχει να βιώσει τις πιο σκοτεινές στιγμές του συμπεριλμβανομένης στο πέμπτο ανάγνωσμα, στην ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ, της τραγωδίας του εμφυλίου πολέμου όταν


και βαδίζαμε καταπάνου στον έναν ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος…Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάσταξε το κακό


οπότε τελικά ο ποιητής παρουσιάζει το νέο κόσμο στο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ το τελευταίο άνάγνωσμα βασισμένο καθαρά στη γραφή κι ειδικά στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, αλλά εδώ η προφητεία του ποιητή δεν έχει τίποτα να κάνει με τη φωτιά και την τιμωρία της Κόλασης αλλά αντίθετα υπόσχεται


την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων




βλέπω ψηλά το Ερέχθειο των Πουλιών


και στο νέο αυτό κόσμο


ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα να βγεί. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς του ετάχθη. Και θα λάβουμε τα όνειρα εκδίκηση και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!


Αμέσως μετά το ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ ο ποιητής πορεύεται σε νέα γη όπου τον ακολουθούν αιθέρια πλάσματα


Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι

τώρα μ’ ακολουθούν ανάλαφρα πλάσματα

με τους ιριδισμούς του πόλου στα μαλλιά


Τώρα ο ποιητής αναγνωρίζει όλα τα σύμβολα του κακού που έχουν μεταμορφωθεί σε θετικά σύμβολα


Τρίαινα με δελφίνι το σημάδι του Σταυρού

πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα


κι είναι αυτό η μύθος που καταλύει το θάνατο και δικαιώνει το χώρο-τόπο που είχε προσβληθεί απ’ το κακό κι ο ασβέστης είναι το υλικό που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να ξαναλευκάνει το τοπίο


Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους

κλείνω κι εμπιστεύομαι


κι είναι η κατάσταση της ψυχής του που θα καταγράψει και δημιουργεί έτσι όλες τις λευκές επιφάνειες της ύλης κι είναι ο ίδιος που θα καταλάβει το νόημα του συμβόλου αυτού. Και θα χαράξει στην πέτρα το νέο νόμο


Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού

κι αργά στις πέτρες τις πυρές χαράζονται τα γράμματα:


Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.


Ακολουθεί το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ  που ο χώρος-τόπος ξαναγίνεται εδεμικός, κι είναι ο ελληνικός χώρος, τα νησιά, τα λουλούδια, τα κορίτσια, τα βουνά, τα δέντρα κι ανάμεσά τους το νόημα του άσπιλου που συνέλαβε ο ποιητής. Η υψηλώτερη στιγμή του ποιήματος είναι όταν η ένοια του φονικού λαμβάνει υπερβατικό νόημα αφού φτάνει στο σημείο να διδάξει


Αξιον εστί το χέρι που επιστρέφει

από φόνο φριχτό και τώρα ξέρει

ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει


Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι το ποίημα όπου τρία στοιχεία, ο χώρος, ο χρόνος, και η συνείδηση του ποιητή ξεκινούν για μια περιπέτεια στη διάρκεια της οποίας τα τρία αυτά στοιχεία διενεργούν, εξελίσσονται και αλληλοεπηρρεάζονται με τρόπο αδιάσπαστο. Ο χώρος-τόπος από εδεμικός κηλιδώνεται απ’ το φονικό, γίνεται ελλαδικός, βιώνει το κακό κατά τη διάρκεια των ΠΑΘΩΝ και καταλήγει μετά την κάθαρση στον εδεμικό ελλαδικό χώρο-τόπο. Με τον ίδιο τρόπο ο χρόνος από αρχετυπικός, πέραν του ανθρώπου, κηλιδώνεται απ’ το φονικό και γίνεται ιστορικός χρόνος που συνεπάγεται πάντα ένα τέλος αλλά μετά την κάθαρσή του ξαναγίνεται ο αρχετυπικός χρόνος που διέπεται το ελληνικό τοπίο. Και η συνείδηση του ποιητή που από αγνή τη στιγμή της ΓΕΝΕΣΗΣ της κηλιδώνεται απ’ το φονικό και την ενοχή της φυλής, την ευθύνη του άλλου, και μετά την κάθαρσή της ξαναγίνεται η παρθενική συνείδηση, κάτασπρη σαν καλοκαίρι, που είχε πει στη ΓΕΝΕΣΗ. Η κάθαρση του τόπου, του χρόνου και της συνείδησης του ποιητή επέρχονται

με την αποδοχή του τόπου που είναι ταυτόχρονα, αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας. Η κάθαρση του στοιχείου του χρόνου επικρατεί με την συνειδητοποίηση ότι το αιέν και το νυν είναι ένα και η κάθαρση της συνείδησης του ποιητή επέρχεται όταν συνειδητοποιεί ότι ο θάνατος είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής και μάλιστα όταν αναγνωρίζει ότι,


Τώρα το χέρι του Θανάτου

αυτό χαρίζει τη ζωή

και ύπνος δεν υπάρχει.



Μανώλης Αλυγιζάκης



Yannis Ritsos–Review



In an age devoid of political radicalism in poetry, a White Rock translator takes a leap of fervor.

Unsuccessfully nominated nine times for the Nobel Prize for Literature, Greek poet Yannis Ritsos (1909 — 1990) is little-know in North America.


Manolis Aligizakis of White Rock hopes to change that. From among Ritsos’ 46 volumes of poetry, Cretan-born Manolis (his pen name excludes the last name Aligizakis) has translated fifteen of the poet’s books for an unusually hefty volume, Yannis Ritsos-Poems (Libros Libertad $ 34), presenting a panorama of Ritsos’ work from the mid 1930s to the 1980s.

Manolis first encountered Ritsos’ inspiring words as a young in Greece, in 1958, when composer Mikis Theodorakis — of Zorba the Greek fame — set to music some of Ritsos’ verses from Epitaphios — a work that had been burned by Greece’s right wing government at the Acropolis in 1936. “I was moved in an unprecedented way by the songs,” says Manolis. “They were like a soothing caress to my young and rebellious soul at a time when the Cold War was causing deep divisions in Greece and the recent civil war had seen our country reduced to ruins.”

Yannis Ritsos was an ardent nationalist who most notably fought with the Greek resistance during the Second World War. His 117 books, poetry, prose, plays and translations, are suffused with communist ideals. When Ritsos received the Star of Lenin Prize in 1975, he declared, “this prize is more important to me than a Nobel.”

The early deaths of Ritsos’ mother and his eldest brother from tuberculosis marked him deeply, as did his father’s commitment to a mental asylum, which led to economic ruin of his once wealthy family. Ritsos himself was in a sanatorium for tuberculosis from 1927 to 1931. In 1936 Ritsos’ Epitaphios was burned at the foot of Acropolis in Athens on orders from the right wing dictatorship of General Ioannis Metaxas. Epitaphios refers to the classic funeral oration for soldiers killed in war that was integral part of the Athenian burial law, and calls for national unity in a time of crisis.

From 1947 to 1952, Ritsos was jailed for his political activities. Under the military junta that ruled Greece between 1967 a d 1974, he was interned on the islands of Yiaros, Leros, and Samos before being moved to Athens

and placed under house arrest. Through it all he kept writing. And writing. It wasn’t uncommon for Ritsos to write 15 or 20 poems in one sitting.

Manolis says he has tried to remain as close as possible to the original Greek text, in order to preserve the linguistic charm of  Ritsos’ style. Sentences are restructured only when it seemed that the reader would

have difficulty grasping the poet’s true meaning.

“In Greek, the writer has a lot more freedom in ordering a sentence than one would in English, where the sequence of words is somewhat more strict.

“The books in the anthology are included whole, not selected poems from each. We had only a certain number of his books available and I felt it would be awkward to separate them satisfactorily.” Most of the poems in Yannis  Ritsos—Poems are appearing in English translation for the first time in North America.

“In choosing the materials, I noticed a transformation from his early days, when he was just the unknown defender of a cause, up to the period during his middle years, when he finds a variety of admirers from around the world.”

Ritsos’ later work, according to Manolis, reveals a mature poet, more laconic and precise, more careful with his words. “Then, near the end of Ritsos’ creative life, the poems reveal his growing cynicism and utter disillusionment with the human condition, after his world had collapsed around him several times… the human pettiness that drives some human lives shadows him with a deep disappointment that he appears to take with

him to his grave.”

The majority of lives don’t have happy endings Ritsos’ re-publication as a poet in Canadian English represents a rebirth of sorts.

The tradition of overtly political poetry has seemingly vanished in Canada. If only we cared enough about poetry in Canada to burn it.


~Alan Twigg, BC BookWorld, Sep/2010

Source: www.abcbookworld.com, current issue. page 19.


George Seferis’ Collected Poems

Sep 26, 2013

Christopher Doda

George Seferis, Collected Poems
Surrey: Libros Libertad, 2012.

For a poet of his stature, there are remark­ably few Eng­lish trans­la­tions of George Seferis’s work. A giant of Greek poetry and 20th Cen­tury Euro­pean poetry in gen­eral, Seferis (1900–1971) inherited the old­est sur­viv­ing lan­guage of the West and brought its poetry into the mod­ern world. He wrote dur­ing a long career as a diplo­mat with post­ings in Turkey, Alba­nia, around the Mid­dle East, Iraq, and the United King­dom, and picked up numer­ous acco­lades, along with the Nobel Prize for Lit­er­a­ture in 1963. Since his death, his fame has grown to the point where lines from his “Mythi­s­torema” were used in the open­ing cer­e­mony of the Athens Olympic Games in 2004. In spite of this, there has been only one (that I know of) selected, pre­pared with the poet’s assis­tance, by Rex Warner in 1960 and then a com­plete poems by Edmund Kee­ley and Philip Sher­rard released in var­i­ous edi­tions between 1967 and 1995. Throw­ing his hat into the ring is British Columbia’s Mano­lis with Col­lected Poems, which includes a crit­i­cal intro­duc­tion, a gen­er­ous amount of the verse, a par­tial bib­li­og­ra­phy, end­notes, and the text of Seferis’s Nobel speech. One of Seferis’s most strik­ing lines is from “In the Man­ner of George Seferis”: “Wherever I travel Greece wounds me,” mean­ing both the nation and its long his­tory. Not sur­pris­ingly, places and fig­ures from ancient Greece pop­u­late his work: Agamem­non, Helen, Astyanax, Androm­eda, and Orestes all make appear­ances, but he also wrote often from the point of view of ordi­nary sol­diers, cit­i­zens and refugees caught in the hor­ror of cir­cum­stance, wit­nesses to his­tory but with­out any con­trol over their des­tiny, those who “knew that the islands were beau­ti­ful / some­where, per­haps around here, where we grope / a bit lower or slightly higher / a very tiny space.” I don’t know the Greek lan­guage and won’t pre­tend that I do but I can say that Manolis’s ren­der­ings are more col­lo­quial and less for­mal com­pared to ear­lier trans­la­tions. Con­sider his ver­sion of this stanza from “The Sen­tence to Obliv­ion”:

And what­ever hap­pened had the seren­ity of what you see before you
they had the same seren­ity because there wasn’t any soul left in us to con­tem­plate
other than the crav­ing to incise some marks on the stones
that have now touched the bot­tom below mem­ory.

And com­pare it with Kee­ley and Sher­rard:

And what then hap­pened had the same tran­quil­lity as what you see before you
the same tran­quil­lity because there wasn’t a soul left for us to con­sider
except the power for carv­ing a few signs on the stones
which now have reached the depths below mem­ory.

Not rad­i­cally dif­fer­ent, but Manolis’s ver­sion is less rhyth­mic and, one might argue, less poetic than the other. Over the years, Kee­ley and Sherrard’s trans­la­tions have emerged as defin­i­tive, par­tially due to lack of com­pe­ti­tion. This vol­ume is unlikely to chal­lenge them for top spot but vari­ety is nec­es­sary for the longevity of the poetry. (As an aside, I rarely men­tion this in reviews but the num­ber of typos, mis­placed punc­tu­a­tion, and con­fu­sion between Cana­dian and US spelling in this book is truly irk­some. And the low-res­o­lu­tion image of a sun­rise over water through ruined ancient columns on the cover would be bet­ter suited to an issue of The Watch­tower.) Hav­ing already released vol­umes of Con­stan­tine Cavafy and Yan­nis Rit­sos, Mano­lis seems to be work­ing his way through the 20th Cen­tury Greek canon. I won­der if there might be an Odysseus Elytis or Angelos Sike­lianos in the near future.
~ Christo­pher Doda is the author of two poetry col­lec­tions, Among Ruins and Aes­thet­ics Lesson. He is cur­rently work­ing on a book of glosas based on heavy metal lyrics.





Ο «Υπεράνθρωπος» του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι από τα πιο δύσκολα και φιλοσοφημένα έργα που έχω συναντήσει. Και πώς να μην είναι άλλωστε, εφόσον ταυτίζεται με τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε, τόσο σε πλοκή όσο και σε νοήματα. Ο ποιητής «παίζει» με τις συμβάσεις καθώς σχετίζει τον Υπεράνθρωπο, αφενός μεν με την πραγματική διάσταση που του δίνει ο Γερμανός φιλόσοφος, αφετέρου δε με την παρερμηνεία που του έδωσαν οι Γερμανοί εθνοσοσιαλιστές, με τα τραγικά αποτελέσματα που ακολούθησαν για όλη την ανθρωπότητα.

Πριν λοιπόν περιγράψουμε τον Υπεράνθρωπο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ας δούμε εν συντομία τι προσδοκούσε ο Νίτσε με αυτό του το σύγγραμμα. Με πολύ απλά λόγια ο Νίτσε έθετε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του και τις δυνατότητές του, που αν τις χειριζόταν ορθά, θα μπορούσε να υπερπηδήσει κάδε εμπόδιο. Με κύριο μοχλό τη σωστή χρήση της λογικής και του ενστίκτου θα μπορέσει να ζήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, όπου ο καθένας θα είναι ο κύριος του εαυτού του. Βέβαια ο Νίτσε δεν περιέγραψε την ηθική διάσταση του Υπεράνθρωπου, καθώς ήρθε να αναπληρώσει (όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας) το κενό της εξουσίας και της Θεϊκής ανυπαρξίας. Ο Υπεράνθρωπος λοιπόν λυτρωτής, υπέρμαχος της ηθικής αλλά και λίγο ανεξέλεγκτος, όσον αφορά τα απώτερα σχέδιά του για τον κόσμο, που επίσης παραμένουν ασαφή…

Το δίγλωσσο αυτό βιβλίο (Ελληνικά-Αγγλικά) χωρίζεται σε τρεις ενότητες και είναι γραμμένο με ένα στυλ που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα, παρά ποίηση. Στο πρώτο μέρος, την Άλικη Αυγή, ο άνθρωπος ανεξαρτητοποιημένος από τις δεσμεύσεις της θρησκείας, αποφασίζει να βαδίσει βασισμένος στις δικές του δυνάμεις και να απαλλαγεί από τα σαγόνια του συστήματος. Μέσα σε μια καταρρέουσα κοινωνία και σε μια οικογένεια που χάνει την αρχέγονη σημασία της, το άτομο οφείλει να αποδεχτεί την ανθρώπινη ματαιότητα. Και αν καταφέρει να το επιτύχει αυτό, τότε θα αναγνωρίσει την αξία των απλών πραγμάτων, της φύσης και των αθώων στιγμών της παιδικής του ηλικίας. Την ιδιαίτερη βαρύτητα που μπορεί να έχει μια λέξη, μια φιλοφρόνηση, μια αξιέπαινη πράξη. Ο ανυπεράσπιστος, μπροστά στο θάνατο, άνθρωπος, νωχελικά περίμενε την «ανάστασή» του, χωρίς καμία προσπάθεια να αποβάλει το ναρκισσισμό και την ανευθυνότητα από το «είναι» του. Και έτσι, μακριά απ’ τον Θεό του και την πίστη του, οδηγήθηκε στον όλεθρο και την καταστροφή. Με ορμητήριο την άγνοια θεώρησε πως μπορούσε να διαπρέψει και να μεγαλουργήσει.

Πώς λοιπόν ο άνθρωπος θ’ αλλάξει προς το καλύτερο; Με αυτογνωσία, με σημασία στα απλά καθημερινά πράγματα, με σωστό υπολογισμό των θετικών και αρνητικών παραμέτρων, που επηρεάζουν τη ζωή του. Σ’ αυτό το σημείο προαναγγέλλεται και η άφιξη του Υπεράνθρωπου στους ανθρώπους, που η πίστη και η αφοσίωση στο πρόσωπό του, πάλι πήγαζε από την κούφια αυτοσυνειδησία τους. Προσπαθώντας να του δείξουν ότι είναι γνώστες και ανθεκτικοί στα δύσκολα, υποτάχθηκαν αμέσως στα κηρύγματά του. Και εκείνος, ο Υπεράνθρωπος – τύραννος (όπως τον αποκαλεί ο ποιητής) άρπαξε την ευκαιρία να ελέγξει πλήρως τις φοβισμένες συνειδήσεις τους. Έξυπνος, λαοπλάνος, ετοιμόλογος, ήταν ο μόνος που αντιλαμβανόταν τα ανθρώπινα λάθη και ο μόνος που μπορούσε να τα υποτάξει. Χωρίς να τιμωρεί και να ζητάει ανταλλάγματα, μαθημένος να συγχωρεί, δίδασκε την αρετή και την ισορροπία. Η πρώτη ενότητα κλείνει με τη δήλωση υποταγής από τους ανθρώπους στο πρόσωπό του, γεγονός που τον ικανοποιούσε απόλυτα…

Στο δεύτερο μέρος, το Πύρινο Μεσημέρι, ο Υπεράνθρωπος αρχίζει πλέον να εκφράζεται και να «κηρύττει» την ιδεολογία του. Αρχίζει δηλαδή να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ο ποιητής εναλλάσσει μια σειρά ανθρώπων μπροστά από το οπτικό πεδίο του Υπεράνθρωπου και των πιστών του, αφήνοντάς τον να ξεδιπλώσει τη φιλοσοφία του για τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που συναντούν, ένας ζητιάνος, ένας τσιγκούνης γέρος, ένας γελωτοποιός, ένας ξεπεσμένος βασιλιάς…

Ο Υπεράνθρωπος, γνωρίζοντας καλά τα ανθρώπινα πάθη, κηρύττει τα πιστεύω του και εκφράζει τις προτιμήσεις του. Του αρέσουν, για παράδειγμα, όσοι ζουν χωρίς νόημα και στόχους, όσοι περιφρονούν τα πάντα, όσοι δεν θυσιάζονται για τίποτα, όσοι με τις πράξεις τους τον φέρνουν πιο κοντά στην κυριαρχία, όσοι συγκεντρώνουν γη και χρήμα, ώστε κάποτε να τα δρέψει εκείνος, όσοι προσποιούνται πως δεν φοβούνται, όσοι κυνηγούν μια ανέφικτη αρετή, όσοι κουβαλούν για πάντα τις πληγές μέσα τους, όσοι χρησιμοποιούν τη Θεϊκή οργή για να λύσουν τα προβλήματά τους, όσοι γενικά με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους οδηγούνται στην καταστροφή. Και όλα αυτά που του «αρέσουν», ίπτανται πάνω από τα κεφάλια των πιστών του. Αυτών που, χωρίς θρησκεία πλέον, έρχονται αντιμέτωποι με το χάος που οι ίδιοι δημιούργησαν στον κόσμο. Αυτών που αφαίρεσαν τη σοφία από τη σκέψη τους και τον έβαλαν «επιπόλαια» στα σπίτια τους. Αυτών που ήταν ονειροπόλοι και αυτάρεσκοι, μοναχικοί και υπερόπτες. Αυτών που ξέχασαν από πού προήλθαν και αθώοι έπεσαν στα νύχια του νέου ηγέτη. Μα η αμέριστη χαρά τους για εκείνον, που θα άλλαζε τον κόσμο, καταχωνιάστηκε γρήγορα, όταν αντιλήφθηκαν πως όλα γύρω καταστρέφονταν και πως ξανά το ψέμα κυριαρχούσε. Τελικά αντιλήφθηκαν πως και πάλι εκείνοι πολεμούσαν τον ίδιο τους τον εαυτό συνεργώντας στη δημιουργία της κόλασης και στην ενδυνάμωση του Υπεράνθρωπου.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το Φλογερό Δείλι, γίνεται ο απολογισμός των πεπραγμένων από τη συμβίωση κοντά στον Υπεράνθρωπο. Οι άνθρωποι στράφηκαν να μισήσουν τους πάντες και έγιναν γεφύρι για περάσει εκείνος από πάνω τους και να πετύχει τους στόχους του. Έμειναν γυμνοί και είδαν τα πάντα να κυριεύονται από την απληστία και τη διάλυση. Είδαν ξανά έναν κόσμο να μην έχει σκοπό να αλλάξει και να ακολουθεί κίβδηλους ηγέτες που μοιράζουν ψεύτικες υποσχέσεις.

Η τελευταία περιήγηση με τον Υπεράνθρωπο πραγματοποιείται μπροστά από συγκεκριμένους ανθρώπους, που επιλέγονται κυρίως λόγω της ιδιότητάς τους. Ένας Έπαρχος, ένας νεκροθάφτης, ένας δάσκαλος, ένας ζωγράφος, ένας Στρατηγός, ένας ποιητής, ένα αγγειοπλάστης, ένας χορευτής. Κάποιοι πραγματικοί Υπεράνθρωποι γι’ αυτά που πετυχαίνουν με τα έργα και τις ικανότητές τους και κάποιοι ανίκανοι να γίνουν Υπεράνθρωποι λόγω των αδυναμιών τους.

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης “τεστάρει” ανθρώπινες αντοχές και όρια. Υποδεικνύει νοήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να προβληματιστεί και, γιατί όχι, να αφυπνιστεί. Ο καθένας μπορεί να γίνει Υπεράνθρωπος στον τομέα του αρκεί να πιστέψει στις δικές του δυνάμεις και δεξιότητες. Ακόμα και οι οπαδοί “του δικού του” Υπεράνθρωπου, στο τέλος, αναβαπτισμένοι από όσα βίωσαν και είδαν, αποφάσισαν να ξυπνήσουν και να μην ξαναγίνουν θύματα του συστήματος. Ο ποιητής τονίζει πως είναι πολύ μικρές οι αποστάσεις που χωρίζουν τα αντιθετικά δίπολα. Η αλήθεια από το ψέμα, η πίστη από την αθεΐα, η εμπιστοσύνη από την καχυποψία, η ζωή από τον θάνατο. “Όλα” είμαστε εμείς οι ίδιοι, αρκεί να κατανοήσουμε το δικό μας αληθινό “εγώ” και ανάλογα να το χρησιμοποιήσουμε. Άρα Υπεράνθρωπος μπορεί να είναι ο καθένας μας που παλεύει για το κάτι παραπάνω με όλες του τις δυνάμεις, αλλά και κάποιος που παίρνει (αδικαιολόγητα) δύναμη από την απραξία μας και μας οδηγεί σε λάθος μονοπάτια (παράδειγμα γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού).

Κλείνοντας, θέλω να δηλώσω, πως απ’ τη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου αυτό το βιβλίο, κατάλαβα πως ήρθα αντιμέτωπος με ένα πραγματικά μεγαλειώδες έργο. Και γι’ αυτό οφείλω να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου τον δημιουργό του για την εμπιστοσύνη του. Ο Μανώλης Αλυγιζάκης, Έλληνας κάτοικος του Καναδά, αποδεικνύει πως η ελληνική λογοτεχνική δημιουργία του εξωτερικού, βρίσκεται σε υψηλότατα επίπεδα…


Δείγμα γραφής:




Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα


Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος


Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι


Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος


Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι


Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι


Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές


Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός


Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές


Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας


Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες


Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης


Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.