ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

1964407_815813081778415_1829066548_n

ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2013

Ο Υπεράνθρωπος, Übermensch (Γερμανικά), Overman, Over-Human, Above-Human, Superman, (Αγγλικά) είναι μια ένοια στη φιλοσοφία του Φρειδερίκου Νίτσε. Ο Νίτσε στο βιβλιο του “Τάδε Έφη Ζαρατούστρας” πρότεινε τον Υπεράνθρωπο σαν ένα σκοπό προς τον οποίο πρέπει να αποβλέπει ο άνθρωπος

Γι’ αυτούς που τολμούν να λυώσουν μέσα στην ένοια της ελευθερίας και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου μπορούν να πουν: Ελεύθερος είμαι.

Το βιβλίο αυτό δεν είναι για λιγόψυχους. Όποιος τολμά ας διαβάσει.

 

ΕΠΙΠΤΩΣΗ

Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε

ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς

τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια

κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας

γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,

θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.

Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο

έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε

το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια

του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια

που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό

κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο

το δισκοπότηρό μας και το τοξεύσαμε στα τέσσερα

της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος

θύματα να μην πέσουμε.

 

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

 

Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

 

‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’

κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

 

 

ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑ

 

Ξαφνικά διαισθανθήκαμε πως η σάρκα, που τον πόνο

και τα όνειρά μας κουβαλούσε, ιδιοκτησία μας δεν ήταν

αφού είχε κιόλας πεθάνει ο Θεός μας κι απαράδεκτο

ήταν να μη λάβουμε υπ’ όψη τα δάκρυα του νεκροθάφτη.

Εμείς δεν κλάψαμε διόλου, ξέραμε ήταν γέρος πια, και

τελικά το καταλάβαμε πως είχε πεθάνει και ο άγγελος που

μας συμβούλεψε να δείξουμε συμπόνια, εκείνος που μας δίδαξε

την ηθική κι επιτέλους έπρεπε να βασιστούμε στα πουλιά

που μέλλονταν να αναζωγονήσουν την αγάπη κι εμείς

να δείξουμε στο γείτονα συμπόνια που άρχισε τη μέρα μ’ ένα

πιστόλι στην παλάμη και καρφωμένη τη ματιά του πάνω μας

σαν να `λεγε ‘μην και τολμήσετε…’ πρόταση που ήταν

σε αντίθεση  με το Κυριακάτικο τραπέζι μας και μάταια επιμέναμε

ν’ ανάβουμε το λύχνο.

 

ΑΠΑΝΤΟΧΗ

 

Ναι, μάταια όλα πια ήταν, το ξέραμε κι όλα τα νέα που

λάβαμε με λεπτομέρειες κι απαίσιο τρόμο περιγράψανε

των φίλων κατορθώματα και άθλους εχθρών

απλούστατα ασήμαντους κι εμείς δώσαμε προσοχή

στου σπίνου το τραγούδι που ήταν ακόμα ικανός

να τραγουδήσει και στου λιβαδιού την αστέρευτη πρασινάδα

σαν τη καταστροφή εκείνη των χρωμάτων της παιδικής μας

ηλικίας που μέσα στο νου και στις καρδιές κοιμόταν ενώ

κοιτάζαμε τα ερειπωμένα σπίτια σαν να `τανε ολόλαμπρα

αστέρια.

Tότε, κι εμείς, πετάξαμε τις πιστωτικές μας κάρτες

κι ελεύθεροι από ενοχή τη γη επερπατήσαμε που νυχτωμένη

όπως ήτανε μας μέλλονταν να διασχίσουμε.