ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ//ΚΡΙΤΙΚΗ

autumn leaves cover

 

ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ — ΚΡΙΤΙΚΗ

 

Με εικόνες που αναφέρονται στα απλά θέματα του κόσμου μα και σε μεταφυσικά βάθη του μυαλού λαξευμένα σ’ αυτά τα ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ο Μανώλης Αλυγιζάκης μας προσφέρει μια δυναμική επαναπαρουσίαση συνηθισμένων σχέσεων με τον ιδιαίτερο τρόπο που ατενίζει τον εσωτερικό μας κόσμο. Το απαστράπτον πνεύμα κι η διακύμανση μεταξύ απώλειας και πληρότητας συνεχώς επαναλαμβάνονται και μας εκπλήσουν και ταυτόχρονα μας ξαφνιάζουν αδιάκοπα υπογραμίζοντας έτσι τις διάφορες αποχρώσεις του δημιουργικού πνεύματος του ποιητή. Αυτή η ποιητική συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι ένα πολυφωνικό απόσταγμα των εμπειριών, εντυπώσεων, συναισθημάτων και προφητειών του ποιητή. Εδώ ο ποιητής εκφράζει την ουσία της μελέτης του ήθους του και τον διαπροσωπικό του κόσμο εστιάζοντας στην ανεξερεύνητη βαθύτητα της ανθρώπινης φύσης, συμπεριφοράς και σκεπτικού. Επιβάλλει στον εαυτό του την εύρεση κάθαρσης μπροστά στο καθόλου εγγυημένο αποτέλεσμα κηρύσοντας πόλεμο ενάντια στις δυσκολίες, παγίδες, τρικλοποδιές και ανακρίβεια των κατεστημένων ιδεών, και στην εφαρμογή φιλοσοφικών τάσεων με σκοπό να ξαναπαρουσιάσει ολοκληρωτικά στο φως τις δονήσεις του κόσμου καθώς φιλτράρονται μέσα απ’ τα χάσματα της υπαρξιακής οντότητας.

 

Η αύρα, τα παραδείσια τραγούδια και τα πουλιά που ζωγραφίζουν τον αγέρα καθορίζουν το δυναμικό μεταξύ αφάνειας και λάμψης. Άνθρωποι μετουσιώνονται σε αρμονικά τραγούδια προκειμένου να προμηνύσουν το πέρασμα στο απώγειο του ποιήματος κι αναμένουν το τελειωτικό φτάσιμο στην ατελείωτη τελειότητα, μέσω του  Έρωτα και του Οργασμού,  με το κάθε δυναμικό των λέξεων. Ο ποιητής επιδιώκει την αναζήτησή του έως το βάθος της πιο αδιευκρίνιστης πηγής της ζωής. Σαν σύντροφος του αιώνειου που είναι ο ποιητής μελετά λεπτομερώς τις χαραμάγες της ύπαρξης κι ανυψώνει τους στίχους του σαν μνημείο αφιερωμένο στον αναζητούντα άνθρωπο που έχει μάθει να διαβάζει τα σημεία και τα σύμβολα του φυσικού και του υπερβατικού κόσμου, κι επίσης να εξηγεί την Οικουμένη χρησιμοποιώντας για παράδειγμα το άρωμα του τριαντάφυλλου, το πέταγμα του πουλιού, την οργή της καταγίδας, τις αχτίνες του ήλιου, την αρχιτεκτονική και τους ύμνους για το κορμί της γυναίκας.

 

Η συλλογή τούτη του Μανώλη Αλυγιζάκη έχει υφανθεί με εκφράσεις πολλαπλών σημασιολογικών διαστάσεων όπως την εξωτερίκευση του ενδοπροσωπικού άξονα του ποιητή, τη φύση με τις ιδιότητές της και την αναμφίβολη επίδραση τον έρωτα, για να ονομάσουμε μερικές. Τα ποιήματα αυτά μιλούν για τη σπουδαιότητα της σχετικής διάστασης της ύπαρξης. Οι χαρακτήρες που παρουσιάζονται σ’ αυτούς τους στίχους λεηλατούνται απ’ το βόρειο άνεμο και χάνονται στην περιπλοκή του κόσμου που ο ποιητής δρα, συνυπάρχει και περιπατεί στα βήματα των προγόνων του εξελίσονται σε πελαγικούς αστερισμούς. Ο ποιητής με μαεστρία πετυχαίνει να υποστηρίξει σαν υπόδειγμα και σαν κεντρικό πυρήνα, σαν διαλεκτική αρχή την πληρότητα του ονείρου, την μελέτη της ανατομικής της ελπίδας και τη δύναμη της ερωτικής έλξης. Τα ποιήματα ξεδιπλώνονται στο επίπεδο της ζωντανεμένης οικειότητας της φύσης, στον ερωτισμό και σε υπερβατικές τάσεις που υπονοούνται. Ο κάθε χαρακτήρας παίρνει σάρκα και οστά από μια αφήγηση, που τον αυτοπροσδιορίζει κι απ’ την αυτοδιαδραμάτιση της αφήγησής του που δυναμώνει τη μοναδικότητά του κάνοντας την συλλογική ανάλυση εμβάθυνση της διαφανούς ή άλλες στιγμές και ομιχλώδους ύπαρξής του φαινομενική ή με το κλείσιμο στο βάθος του εαυτού του. Έτσι ο κάθε χαρακτήρας συνδέεται με τον εξωτερικό κόσμο, μια ένωση που παρουσιάζεται ελεύθερα στην  αφήγηση που αποτελεί την πηγή και την περίπλοκη υφή του κόσμου καθώς περιφέρεται γύρω από τον λυρικό πυρήνα του ατόμου.

 

Η ποίηση της συλλογής τούτης είναι βαθειά ριζωμένη στη μνήμη και στο συναισθηματικό παράγοντα εμπειριών του ποιητή. Οι εικόνες που παρελαύνουν στους στίχους αποτελούν νομαδικές ταυτότητες που εμβαθύνουν στη δυναμική ισορροπίας και κίνησης που χαρακτηρίζεται από προεκτάσεις ενάντια σε μονολιθικά μπλόκ. Το άπιαστο, το ανεξήγητο, και το αναπόφευκτο είναι έννοιες και εικόνες που στιγματίζουν και χαρακτηρίζουν το ξεδίπλωμα και την παρουσίαση του κόσμου του ποιητή μέσα στο ηλιοβασίλεμα στίχων κι αισθήσεων καθώς αιωρούνται σαν μελίρρυτη ευωδία που διαπερνά την επιδερμίδα μας κι εισέρχεται μέσω των πόρων στο κορμί μας. Η συνειδητή αντανακλαστικότητα του ποιητή κι οι περίπλοκες αναφορές υπογραμμίζουν την αμείωτη κι αυτόνομη μοναδικότητα που ξεπηδά απ’ τους στίχους του βιβλίου τούτου. Ο λυρισμός υποστηρίζεται απ’ τη μοναδικότητα που αναφέραμε η οποία ρέει απ’ το κείμενο κι υπογραμίζει τα βιώματα του ποιητή. Διακρίνουμε μια ταλάντωση μεταξύ ενός σημασιολογικού άξονα, τα υποκείμενα και τις διαφοροποιημένες μεθόδους του ποιητή και την αξιόλογή του προσέγγισή προς υπερβατικές έννοιες που εμπλουτίζουν τους στίχους και διατελούν σαν γέφυρες ανάμεσα στα χάσματα του καθημερνού και στα κενά του υπερβατικού, δυναμικά που εμφανίζονται στον ασυμβίβαστο ανεμοδείκτη που εμπλέκεται σε διαλογικούς χρωματισμούς του καθημερνού, σε χρωστικές μεταβάσεις ακτινοβολίας.

 

Το αναπόφευκτο της Μοίρας και η επιρροή της εμφανίζεται σαν αναμφίβολη δυναμική της ύπαρξης που έχει σκοπό να εξερευνήσει τα όρια της μνήμης και της δημιουργικής φαντασίας του ποιητή. Η δημιουργική σκοπιμότητα παρουσιάζει στοιχεία τόλμης καθώς συμμαζεύει-ομαδοποιεί ετερόγενες λεπτομέρειες που σαν ασυμβίβαστες ψηφίδες εμπλουτίζουν το μωσαϊκό κόσμο του ποιητή με την ικανότητα για ευαισθητοποίηση και πρωτοβουλία. Κι εδώ ο ποιητής τακτοποιεί τις ψηφίδες, τα πολύχρωμα τεμάχια του μικρόκοσμου και τις υπερμεγενθυμένες εικόνες του σε μια ολοκληρωμένη τάξη που χαρίζει συνοχή και αλληλουχία στην ποιητική τούτη συλλογή που σκοπό έχει την ανακάλυψη κι εστίαση στην πραγματική υπόσταση της ζωής. Οι στάλλες της πρώτης φθινοπωρινής βροχής εξαγνίζουν τις πτυχές της σκέψης του ποιητή και του χαρίζουν σαφήνεια για να προσεγγίσει το απαύγασμα των απραγματοποίητων ονείρων και ανεκπλήρωτων επιθυμιών του.

Αντί να περιγράψει τη διαφορά μεταξύ των αόρατων διαχωριστικών γραμμών του φαινομενικού και του μεταφυσικού κόσμου ο ποιητής καθορίζει σαν βασικό σκοπό του βιβλίου τούτου την ανάμειξη των ερωτικών, συναισθηματικών, σαρκικών, πνευματικών, και φιλοσοφικών στοιχείων για να δημιουργήσει το κράμα που επιθυμεί. Σ’ αυτό το σημείο το εγώ και η ταυτότητα του ποιητή επεκτείνονται κι εκτελούνται σε μια σύνθεση των στοιχείων αυτών που αποτελούν την ουσία της ζωής, την προστασία του ατελεύτητου, και την ένωση των ετερογενών στοιχείων σε μια υπαρξιακή υπόσταση πληρότητας. Το εγώ αφομειώνει την ταύτιση του με τις πολλαπλές εκφάνσεις συναισθημάτων, αισθήσεων, εικόνων κι εντυπώσεων. Ο χορός της Τερψιχόρης, το ανθισμένο τριαντάφυλλο, ο ελαιώνας, η υγρή φθινοπωρινή αύρα, το άσμα, κι η ηρεμία του νου είναι μερικές εικόνες που χρησιμοποιούνται σαν ενωτικά στοιχεία στην ανάπτυξη των ποιημάτων που δια μέσου των ο λυρισμός φιλτράρει τον κόσμο κι αυτοκατασκευάζεται διατηρώντας την ακεραιότητα του μέσα στην πολυδιάστατή του έκφανση. Τα πορτραίτα κι οι σκηνές απ’ την καθημερνή ζωή ενσωματώνονται στην ποιητική ενόραση σαν ακέραια στοιχεία στην ερμηνεία του εαυτού. Το υποκείμενο αποσκοπεί κι ανακαλύπτει τον εαυτό του στην αλληλουχία των στίχων, εικόνων και τοπογραφικού που ξεδιπλώνονται μέσω της αφήγησης και τη μνήμη που παρουσιάζουν οι διάφορες εικόνες που συχνά εμπλέκονται η μια με την άλλη και που άλλες φορές επεξηγούν η μια την άλλη. Η αναζήτηση του εαυτού και η καταγραφή του υποδηλώνονται στον πληθυντικό που συχνά χρησιμοποιείται στα ποιήματα σαν ανοιχτός ορίζοντας στην πρωταρχική έρευνα για τις πιο σημαντικές αξίες της ζωής. Τα κείμενα παρουσιάζονται σαν ασημένιες εκτυπώσεις φτιαγμένες από ζελατίνα, η μυστικιστική περιγραφή της πραγματικότητας εκεί που το φως συνομοτεί με τον αγέρα  να φτιάξουν το άηχο ποίημα. Ο ποιητικός κόσμος περιγράφεται στη διασταύρωση εσωτερικών και εξωτερικών εμπειρειών κι αναμνήσεων ζωής που πέρασε κι αισθήσεων του εαυτού και των άλλων μέσα στην Οικουμένη του ενός και στον ορίζοντα του συλλογικού. Στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη τα κείμενα, οι ιδέες, οι εντυπώσεις κι οι αισθήσεις γίνονται μέσα ηρεμίας, τραγούδι και ρυθμός, και καθορίζουν τις καμπύλες της ολότητας, και τον  εύθραυστο κόσμο τον γεμάτο πάθος, όνειρα κι ελπίδα. Αλλά τα ποιήματα επίσης υποδηλώνουν τα στίγματα και τ’ άλλα ανθρώπινα σημάδια τα σκαλισμένα στο δέρμα που με την ένταση της παρουσίας τους και την προσέγγισή τους ξανανοίγουν πληγές, αγγίζουν ευαίσθητα σημεία του κορμιού και αποπνέουν στιγμές ευτυχίας που διατηρούνται στη μνήμη μας. Γινόμαστε λοιπόν μάρτυρες στην επαναπαρουσίαση, αποθέωση κι εξαύλωση των καθημερνών συμβάντων που λόγω των ιδιάζουσων χρωμάτων και των δονήσεων της φωνής του ποιητή εμποτίζονται από φως, παίρνουν τεράστιες διαστάσεις και σημαντηκότητα και μετατρέπονται σε ακρογωνιαίους λίθους ποίησης που αποσκοπεί ν’ αγκαλιάσει, να προσθέσει και ν’ απορροφήσει την  πολύπλευρη ζωή με όλες τι αποχρώσεις της.  ~Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

 

 

EROTOKRITOS–REVIEW

manolis

Longhand lives — for $5,000 per copy

Poet and publisher Manolis Aligizakis has announced his most extraordinary book–a facsimile of his own handwritten version of Erotokritos, a romantic-epic poem composed by Vitzentzos Kornaros of Crete, a contemporary of William Shakespeare and Miguel de Cervantes.

January 08th, 2015

Manolis Aligizakis visiting the tomb of Zorba the Greek novelist Nikos Kazantzakis in Crete.

This work is being touted as, “The only longhand book of its kind–a long poem 500 years old–transcribed by an 11-year-old boy.”

The text consists of 10,012 fifteen-syllable rhyming verses by Kornaros (March 29, 1553 – 1613/1614) that Manolis hand-copied in 1958 at the age of eleven.

Erotokritos by Vitzentzos Kornaros and Erophile (Eρωϕίλη) by Georgios Hortatzis, written around the same period, constitute the Renaissance of Greek literature. They are also considered the most important works of Cretan literature–“the backbone of Cretan literature,” according to Manolis–and are the poems upon which future poets relied, referred to and drew images from.

Announced on Manolis’ website for Libros Libertad press in January of 2015, this unusual publishing venture will constitute a limited print run of 100 copies, each to be autographed and dedicated by Manolis, for $5,000 per copy.

The original handwritten version of the text was created in the summer of 1958 after his family moved from the suburb of Peristeri in Athens to Hagios Fanourios where his father managed to build their first family home in the north part of the suburb Ilion.

“During that summer my father brought home a copy of the most famous poem Erotokritos. I don’t remember where my father found the book, yet I remember he said I could read it and then he would return it to its owner. Knowing the difficult financial situation of those days and knowing it was almost impossible for us to buy such a book, I read it and day after day, page after page, I copied it…. I used two different colors of pen Bic, for those of us who remember those days.”

Almost sixty years later Manolis is publishing his hand-written version of the romantic-epic poem as a handwritten book. Only the final twelve verses of the 10,012 verses of fifteen syllables each in the Cretan dialect refer to the poet Vitzentzos Kornaros. According to Manolis, the central theme is the love between Erotokritos (referred to as Rotokritos or Rokritos) and Aretousa (referred to as Arete). Around this theme, revolve other themes such as honour, friendship, bravery and courage.

~Alan Twigg, BC BookWorld, Jan, 2015

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ–ΚΡΙΤΙΚΗ//AXION ESTI–REVIEW

 

ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ — ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

 

Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι το πιο μεγαλόπνοο και βαθυστόχαστο έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Θεωρείται δύσκολο ποίημα για τον περίπλοκο τρόπο ανάπτυξής του, για το θέμα με το οποίο ασχολείται και για τη βαθύτητα των νοημάτων του. Παρ’ όλα αυτά όμως το έργο αυτό αποδυκνύει τη μαεστρία του ποιητή που το συνέλαβε και το παρουσίασε στον αναγνώστη τη διάρκεια μιας εποχής που η ελληνική ποίηση πάλευε ανάμεσα στις καθιερωμένες φόρμες και στα νέα στοιχεία που επιρρέαζαν τον σύγχρονο ποιητή των δεκαετιών του `30 και του `40. Κι ιδιαίτερα τα στοιχεία υπερρεαλισμού που είναι εμφανεί στο συγκεκριμένο τούτο έργο του Ελύτη, στοιχεία που έχουν σαν αποτέλεσμα να κάνουν δύσκολη τη σύλληψη του πνεύματος του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

Το ποίημα αναπτύσεται σε τρία τμήματα, τη ΓΕΝΕΣΗ, ΤΑ ΠΑΘΗ, και ΤΟ ΔΟΧΑΣΤΙΚΟ. Η ΓΕΝΕΣΗ και το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ είναι περιορισμένα σε έκταση ενώ ΤΑ ΠΑΘΗ είναι το πολύ εκτεταμένο τμήμα του ποιήματος. Η ΓΕΝΕΣΗ αποτελείται από επτά ύμνους που κλείνουν με τη φράση, αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας, ενώ το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ αποτελείται από ομάδες τετραστίχων που παρουσιάζουν το ελληνικό τοπίο στο έμπειρο  μάτι του ποιητή. ΤΑ ΠΑΘΗ είναι το εκτεταμένο τμήμα του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ κι αποτελείται από ένα συνδυασμό  ύμνων, ωδών και αναγνωσμάτων που ταξιδεύουν τον αναγνώστη από τα Ομηρικά χρόνια

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου

 

στο Οικόπεδο με τις Τσουκνίδες στην  Κοκκινιά κατά τη διάκρεια της Γερμανικής Κατοχής.

 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

 

Η ΓΕΝΕΣΗ ξεκινά με το πιο βασικό στοιχείο του χώρου-τόπου, το φως,

Στην αρχή το φως. Και η ώρα η πρώτη

που καθορίζει τη διαφάνεια του χώρου, ενός χώρου αρχετυπικού, εδεμικού, που όλα τα στοιχεία του είναι στην παρθενική τους μορφή, και παρ’ όλο που ο χώρος καθορίζεται κι αποκτά ιθαγένεια και γίνεται ο ελληνικός χώρος που μόλις σχηματίστηκε, είναι ατην πρώτη του μορφή προτού να εισχωρήσει στην εικόνα ο ιστορικός χρόνος, ο ανθρώπινος χρόνος που συνεπάγεται το ιστορικό στοιχείο. Σ’ αυτό το χώρο δημιουργείται κι ο παρατηρητής-ποιητής

Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου

πολυάχτιδος όλος που καλούσε

 

κι ο χώρος δημιουργείται

 

και στη  μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και

ομοίωσή μου

 

κι αυτό τον κόσμο μέλλεται να αποδεχτεί ο ποιητής στην παρθενική, διάφανη μορφή του. Όλα υπάρχουν σε μια ευδαιμονική κατάσταση μέχρι τη στιγμή που

η φωνή του γκιώνη

 

κάποιου που είχε σκοτωθεί

το αίμα γυρίζοντας πάνω στον κόσμο

 

το τοπίο αμαυρώνεται απ’ το φονικό και παρουσιάζεται το αίμα, μάρτυρας της κηλίδωσης του αρχετυτικού χώρου και χρόνου που στο εξής θα βιώσει το κακό. Η φωνή ‘κάποιου που είχε σκοτωθεί’ θα επιφέρει μια ανεπανάληπτη αλλαγή στη συνείδηση του ποιητή, γιατί αυτός που

 

είχε αποκρυπτογραφίσει το άσπιλο

 

θα νιώσει μέσα του το κηλίδωμα του άσπιλου και την εισχώρηση των άλλων στην εικόνα του κόσμου, των άλλων, την εισχώρηση της ιστορίας στον κόσμο που πρέπει να βιώσει ο ποιητής αν του είναι δυνατόν να φτάσει ξανά στο σημείο που η μορφή του είναι

 

η μορφή σου αν θέλεις ανεξάληπτη να `ναι

και να μείνει αυτή…

 

να ζήσει μια κατάσταση μαρτυρίου και αδικίας που ο ποιητής αναγνωρίζει όπως αναγνωρίζει επίσης και το χρέος του, σαν δημιουργός να καθάρει τον χώρο απ’ το κηλίδωμα και να τον ξανακάνει αγνό κι εδεμικό. Απ’ το σημείο αυτό αρχίζουν ΤΑ ΠΑΘΗ με πρώτο ύμνο που ο ποιητής καθορίζει την προσωπικότητά του τα όπλα του. Γίνεται

 

ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών

κι ο μύστης των φύλλων της ελιάς

ο ηλιοπότης

 

έτσι διάφανος κι ολόλαμπρος θα διανύσει το στάδιο του πόνου που τον αναμένει κι είναι έτοιμος να σώσει το τοπίο απ’ το κακό και καταλήγει τον πρώτο ύμνο με τη θέση που παίρνει και με τί όπλα θα πολεμήσει

 

Στα στενά φρουρούς του ζέφυρους θα στήσω

Μοίρα των αθώων είσαι η δική μου Μοίρα

 

Η καταγωγή του παρουσιάσεται εν συνεχεία στις αμμουδιές του Ομήρου, θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδερφοι, θα εμφανιστούν μαζί κι η έγνοια του μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

 

Ακολουθεί το πρώτο ανάγνωσμα που είναι καθηλωμένο στο ιστορικό γεγονός του πολέμου του 1940 κι είναι ρεαλιστικό σε σημείο που δεν επιδέχεται καμμιά επεξήγηση αφού αναφέρεται σε βιωμένα γεγονότα που στέκονται ωμά από μόνα τους δίχως να παράσχουν άλλες προεκτάσεις.

 

Εδώ αναγνωρίζουμε την πολύχρονη εμπειρία του τόπου που βιώνει ο ποιητής και το άδικο της μοίρας με τον ύμνο που αναφέρεται στον πλούτο και πώς η μοίρα του λαού του στάθηκε άδικη. Εξ ίσου σημαντικό στο σημείο αυτό είναι ο ρόλος της πέτρας στην ποίηση του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που σε αντίθεση με την πέτρα του Σεφερικού κόσμου όπου, βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες, εικόνα που αναφέρεται στην ασήκωτη κληρονομιά του σύγχρονου Έλληνα, ενώ εδώ η πέτρα παίρνει την αποκαλυπτική έννοια που μεταφέρει το θετικό μήνυμα του ποιητή προς τον αναγνώστη του.

 

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ

ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ’ ΑΓΆΛΜΑΤΑ

 

Η έννοια της γυναίκας μπαίνει στο προσκήνιο που επικυρώνει την μοναξιά που ο ποιητής μέλλεται να βιώσει για να εμβαθύνει

 

Αλλά πρώτα θα δεις την ερημιά και θα της δώσεις το δικο σου νόημα, είπε

 

Τις μέρες μου άθροισα και δεν σε βρήκα

πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι

 

αφού κι η γυναίκα τον έχει εγκαταλείψει κι είναι για να βιώσει την άκρα μοναξιά και για να αφήσει τις αισθήσεις του να λειτουργήσουν και για ώρες να αφουγκρασθεί τους ήχους του τοπίου

 

κάτω απ’ την κληματαριά

ώρες εκεί ρέμβασα

με μικρά-μικρά τιτιβίσματα

κοασμούς, τρυσμούς, το μακρινό κουκούρισμα

 

το δίδαγμα του μεσογειακού τόπου που του έχει δοθεί για κληρομνομιά είναι φλεγόμενο από ηλιοφάνεια και λαμπρυρίζει την αποστολή του ποιητή. Αλλά τώρα που έχει επωμισσθεί την ευθύνη να καθάρει τον κόσμο απ’ το φονικό, ο ποιητής διάγει τις πιο μαύρες στιγμές της ύπαρξής του κι είναι για πάντα μόνος, αφού η οποιαδήποτε ευθύνη στη ζωή του ανθρώπου συνεπάγεται εγκαρτέρηση, μοναχικότητα και λειτούργημα που θα ξεπεταχθεί απ’ την ένοια της μοναχικότητας. Κι όχι μόνο μόνος απ’την άποψη της γυναίκας αλλά και των συντωρινών του που στην  αρχή της ποιητικής του εμφάνισης τον είδαν σε γενικές γραμμές σαν παρείσαχτο που καν δεν κατάλαβαν.

 

Αλλά παρ’ όλα αυτά ο ποιητής θα ξαναφέρει την ισορροπία στον κόσμο με την επέμβασή του στο χρόνο, καθώς θα δαγκώσει τον καιρό με δόντια πέτρινα και τα όπλα του ξανά είναι το φως, το κρύο νερό, η διαφάνεια, το άσπιλο.

 

Μόνος εδάγκωσα μες τον καιρό με δόντια πέτρινα

 

Στους ΗΜΙΟΝΗΓΟΥΣ θα μιλήσει για την αδικία και για τη διαφορά ανάμεσα στους διαλεχτούς της μοίρας που κοιμούνται στα μεταξωτά τους σεντόνια και στα μαλακά κρεβάτια που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν, και στους άλλους που είναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, κι εδώ θα πει για την πίκρα του άδικου και για τις εξορίες, μοίρα του ελληνισμού απ’ τις εκατό χρονών φωνές, κι ο ποιητής σ’ αντίθεση με την αρνητική αυτή εικόνα του αναγνώσματος ορθώνεται να διαλαλήσει πόσο δύσκολο είναι νάρθει η άνοιξη όταν υπάρχει μονο ένα χελιδόνι

 

Ένα το χελιδόνι κι η Άνοιξη ακριβή

Για να γυρίσει ο Ήλιος θέλει  δουλειά πολλή

 

Στο επόμενο άσμα ο ποιητής λαμβάνει τη μορφή του μυθολογικού ήρωα που πραγματώνει την κλασσική μυθική πράξη: Το πέρασμα απ’ το σκοτάδι στο φως, την αρχετυπική αυτή πράξη σωτηρίας που το φως κλείνεται σε συμβολικά κλειστούς χώρους, μήτρα-τάφος, αλλά δεν χάνεται στο βάθος τους αλλά αντίθετα φωτίζει την Άβυσσο

 

Πάρθηκεν από Μάγους το σώμα του Μαγιού

το `χουνε θάψει σ’ ένα μνήμα του πέλαγου

σ’ ένα βαθύ πηγάδι το `χουνε κλειστό

μύρισε το σκοτάδι κι όλη η Άβυσσο

 

Έτσι ο κάτω κόσμος φωτίζεται απ’το φως του επάνω κι ο επάνω κόσμος δέχτηκε το φως του κάτω κι έτσι οι δύο κόσμοι γίνονται ένα. Κι έτσι αλλάζει ο χώρος του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ και η φυσική του μορφή γίνεται ένα με τη μεταφυσική, (Ηράκλειτος: Άνω και κάτω οδός μία).

Στη συνέχεια ο ποιητής θα μιλήσει και για τους ξένους και την επίδραση που από πάντα είχαν κι έχουν στον ελλαδικό χώρο

 

Έφτασαν ντυμένοι ‘φίλοι’

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου

και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε

παρά μόνο σίδερο και φωτιά

 

αλλά τα στοιχεία του Ελυτικού κόσμου, το φως, το χώμα, η μέλισσα, ο ζέφυρος δεν έδεσαν με τους ξένους και τότε παρουσιάζεται η έννοια της προδοσίας στο ανάγνωσμα ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ όπου εκείνος με το ‘Σβυσμένο Πρόσωπο’ σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόϊ των αγγέλων. Κι απ’ το σημείο αυτό μέχρι και το ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ που ο ποιητής θα παρουσιάσει το καινούργιο κόσμο έχει να βιώσει τις πιο σκοτεινές στιγμές του συμπεριλμβανομένης στο πέμπτο ανάγνωσμα, στην ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ, της τραγωδίας του εμφυλίου πολέμου όταν

 

και βαδίζαμε καταπάνου στον έναν ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος…Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάσταξε το κακό

 

οπότε τελικά ο ποιητής παρουσιάζει το νέο κόσμο στο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ το τελευταίο άνάγνωσμα βασισμένο καθαρά στη γραφή κι ειδικά στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, αλλά εδώ η προφητεία του ποιητή δεν έχει τίποτα να κάνει με τη φωτιά και την τιμωρία της Κόλασης αλλά αντίθετα υπόσχεται

 

την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων

 

και

 

βλέπω ψηλά το Ερέχθειο των Πουλιών

 

και στο νέο αυτό κόσμο

 

ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα να βγεί. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς του ετάχθη. Και θα λάβουμε τα όνειρα εκδίκηση και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

 

Αμέσως μετά το ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ ο ποιητής πορεύεται σε νέα γη όπου τον ακολουθούν αιθέρια πλάσματα

 

Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι

τώρα μ’ ακολουθούν ανάλαφρα πλάσματα

με τους ιριδισμούς του πόλου στα μαλλιά

 

Τώρα ο ποιητής αναγνωρίζει όλα τα σύμβολα του κακού που έχουν μεταμορφωθεί σε θετικά σύμβολα

 

Τρίαινα με δελφίνι το σημάδι του Σταυρού

πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα

 

κι είναι αυτό η μύθος που καταλύει το θάνατο και δικαιώνει το χώρο-τόπο που είχε προσβληθεί απ’ το κακό κι ο ασβέστης είναι το υλικό που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να ξαναλευκάνει το τοπίο

 

Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους

κλείνω κι εμπιστεύομαι

 

κι είναι η κατάσταση της ψυχής του που θα καταγράψει και δημιουργεί έτσι όλες τις λευκές επιφάνειες της ύλης κι είναι ο ίδιος που θα καταλάβει το νόημα του συμβόλου αυτού. Και θα χαράξει στην πέτρα το νέο νόμο

 

Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού

κι αργά στις πέτρες τις πυρές χαράζονται τα γράμματα:

ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.

 

Ακολουθεί το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ  που ο χώρος-τόπος ξαναγίνεται εδεμικός, κι είναι ο ελληνικός χώρος, τα νησιά, τα λουλούδια, τα κορίτσια, τα βουνά, τα δέντρα κι ανάμεσά τους το νόημα του άσπιλου που συνέλαβε ο ποιητής. Η υψηλώτερη στιγμή του ποιήματος είναι όταν η ένοια του φονικού λαμβάνει υπερβατικό νόημα αφού φτάνει στο σημείο να διδάξει

 

Αξιον εστί το χέρι που επιστρέφει

από φόνο φριχτό και τώρα ξέρει

ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει

 

Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι το ποίημα όπου τρία στοιχεία, ο χώρος, ο χρόνος, και η συνείδηση του ποιητή ξεκινούν για μια περιπέτεια στη διάρκεια της οποίας τα τρία αυτά στοιχεία διενεργούν, εξελίσσονται και αλληλοεπηρρεάζονται με τρόπο αδιάσπαστο. Ο χώρος-τόπος από εδεμικός κηλιδώνεται απ’ το φονικό, γίνεται ελλαδικός, βιώνει το κακό κατά τη διάρκεια των ΠΑΘΩΝ και καταλήγει μετά την κάθαρση στον εδεμικό ελλαδικό χώρο-τόπο. Με τον ίδιο τρόπο ο χρόνος από αρχετυπικός, πέραν του ανθρώπου, κηλιδώνεται απ’ το φονικό και γίνεται ιστορικός χρόνος που συνεπάγεται πάντα ένα τέλος αλλά μετά την κάθαρσή του ξαναγίνεται ο αρχετυπικός χρόνος που διέπεται το ελληνικό τοπίο. Και η συνείδηση του ποιητή που από αγνή τη στιγμή της ΓΕΝΕΣΗΣ της κηλιδώνεται απ’ το φονικό και την ενοχή της φυλής, την ευθύνη του άλλου, και μετά την κάθαρσή της ξαναγίνεται η παρθενική συνείδηση, κάτασπρη σαν καλοκαίρι, που είχε πει στη ΓΕΝΕΣΗ. Η κάθαρση του τόπου, του χρόνου και της συνείδησης του ποιητή επέρχονται

με την αποδοχή του τόπου που είναι ταυτόχρονα, αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας. Η κάθαρση του στοιχείου του χρόνου επικρατεί με την συνειδητοποίηση ότι το αιέν και το νυν είναι ένα και η κάθαρση της συνείδησης του ποιητή επέρχεται όταν συνειδητοποιεί ότι ο θάνατος είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής και μάλιστα όταν αναγνωρίζει ότι,

 

Τώρα το χέρι του Θανάτου

αυτό χαρίζει τη ζωή

και ύπνος δεν υπάρχει.

 

 

Μανώλης Αλυγιζάκης

 

 

Yannis Ritsos–Review

 

YANNIS, WE HARDLY KNOW YOU

In an age devoid of political radicalism in poetry, a White Rock translator takes a leap of fervor.

Unsuccessfully nominated nine times for the Nobel Prize for Literature, Greek poet Yannis Ritsos (1909 — 1990) is little-know in North America.

 

Manolis Aligizakis of White Rock hopes to change that. From among Ritsos’ 46 volumes of poetry, Cretan-born Manolis (his pen name excludes the last name Aligizakis) has translated fifteen of the poet’s books for an unusually hefty volume, Yannis Ritsos-Poems (Libros Libertad $ 34), presenting a panorama of Ritsos’ work from the mid 1930s to the 1980s.

Manolis first encountered Ritsos’ inspiring words as a young in Greece, in 1958, when composer Mikis Theodorakis — of Zorba the Greek fame — set to music some of Ritsos’ verses from Epitaphios — a work that had been burned by Greece’s right wing government at the Acropolis in 1936. “I was moved in an unprecedented way by the songs,” says Manolis. “They were like a soothing caress to my young and rebellious soul at a time when the Cold War was causing deep divisions in Greece and the recent civil war had seen our country reduced to ruins.”

Yannis Ritsos was an ardent nationalist who most notably fought with the Greek resistance during the Second World War. His 117 books, poetry, prose, plays and translations, are suffused with communist ideals. When Ritsos received the Star of Lenin Prize in 1975, he declared, “this prize is more important to me than a Nobel.”

The early deaths of Ritsos’ mother and his eldest brother from tuberculosis marked him deeply, as did his father’s commitment to a mental asylum, which led to economic ruin of his once wealthy family. Ritsos himself was in a sanatorium for tuberculosis from 1927 to 1931. In 1936 Ritsos’ Epitaphios was burned at the foot of Acropolis in Athens on orders from the right wing dictatorship of General Ioannis Metaxas. Epitaphios refers to the classic funeral oration for soldiers killed in war that was integral part of the Athenian burial law, and calls for national unity in a time of crisis.

From 1947 to 1952, Ritsos was jailed for his political activities. Under the military junta that ruled Greece between 1967 a d 1974, he was interned on the islands of Yiaros, Leros, and Samos before being moved to Athens

and placed under house arrest. Through it all he kept writing. And writing. It wasn’t uncommon for Ritsos to write 15 or 20 poems in one sitting.

Manolis says he has tried to remain as close as possible to the original Greek text, in order to preserve the linguistic charm of  Ritsos’ style. Sentences are restructured only when it seemed that the reader would

have difficulty grasping the poet’s true meaning.

“In Greek, the writer has a lot more freedom in ordering a sentence than one would in English, where the sequence of words is somewhat more strict.

“The books in the anthology are included whole, not selected poems from each. We had only a certain number of his books available and I felt it would be awkward to separate them satisfactorily.” Most of the poems in Yannis  Ritsos—Poems are appearing in English translation for the first time in North America.

“In choosing the materials, I noticed a transformation from his early days, when he was just the unknown defender of a cause, up to the period during his middle years, when he finds a variety of admirers from around the world.”

Ritsos’ later work, according to Manolis, reveals a mature poet, more laconic and precise, more careful with his words. “Then, near the end of Ritsos’ creative life, the poems reveal his growing cynicism and utter disillusionment with the human condition, after his world had collapsed around him several times… the human pettiness that drives some human lives shadows him with a deep disappointment that he appears to take with

him to his grave.”

The majority of lives don’t have happy endings Ritsos’ re-publication as a poet in Canadian English represents a rebirth of sorts.

The tradition of overtly political poetry has seemingly vanished in Canada. If only we cared enough about poetry in Canada to burn it.

 

~Alan Twigg, BC BookWorld, Sep/2010

Source: www.abcbookworld.com, current issue. page 19.

GEORGE SEFERIS-Collected Poems//REVIEW

George Seferis’ Collected Poems

Sep 26, 2013

Christopher Doda

George Seferis, Collected Poems
Surrey: Libros Libertad, 2012.

For a poet of his stature, there are remark­ably few Eng­lish trans­la­tions of George Seferis’s work. A giant of Greek poetry and 20th Cen­tury Euro­pean poetry in gen­eral, Seferis (1900–1971) inherited the old­est sur­viv­ing lan­guage of the West and brought its poetry into the mod­ern world. He wrote dur­ing a long career as a diplo­mat with post­ings in Turkey, Alba­nia, around the Mid­dle East, Iraq, and the United King­dom, and picked up numer­ous acco­lades, along with the Nobel Prize for Lit­er­a­ture in 1963. Since his death, his fame has grown to the point where lines from his “Mythi­s­torema” were used in the open­ing cer­e­mony of the Athens Olympic Games in 2004. In spite of this, there has been only one (that I know of) selected, pre­pared with the poet’s assis­tance, by Rex Warner in 1960 and then a com­plete poems by Edmund Kee­ley and Philip Sher­rard released in var­i­ous edi­tions between 1967 and 1995. Throw­ing his hat into the ring is British Columbia’s Mano­lis with Col­lected Poems, which includes a crit­i­cal intro­duc­tion, a gen­er­ous amount of the verse, a par­tial bib­li­og­ra­phy, end­notes, and the text of Seferis’s Nobel speech. One of Seferis’s most strik­ing lines is from “In the Man­ner of George Seferis”: “Wherever I travel Greece wounds me,” mean­ing both the nation and its long his­tory. Not sur­pris­ingly, places and fig­ures from ancient Greece pop­u­late his work: Agamem­non, Helen, Astyanax, Androm­eda, and Orestes all make appear­ances, but he also wrote often from the point of view of ordi­nary sol­diers, cit­i­zens and refugees caught in the hor­ror of cir­cum­stance, wit­nesses to his­tory but with­out any con­trol over their des­tiny, those who “knew that the islands were beau­ti­ful / some­where, per­haps around here, where we grope / a bit lower or slightly higher / a very tiny space.” I don’t know the Greek lan­guage and won’t pre­tend that I do but I can say that Manolis’s ren­der­ings are more col­lo­quial and less for­mal com­pared to ear­lier trans­la­tions. Con­sider his ver­sion of this stanza from “The Sen­tence to Obliv­ion”:

And what­ever hap­pened had the seren­ity of what you see before you
they had the same seren­ity because there wasn’t any soul left in us to con­tem­plate
other than the crav­ing to incise some marks on the stones
that have now touched the bot­tom below mem­ory.

And com­pare it with Kee­ley and Sher­rard:

And what then hap­pened had the same tran­quil­lity as what you see before you
the same tran­quil­lity because there wasn’t a soul left for us to con­sider
except the power for carv­ing a few signs on the stones
which now have reached the depths below mem­ory.

Not rad­i­cally dif­fer­ent, but Manolis’s ver­sion is less rhyth­mic and, one might argue, less poetic than the other. Over the years, Kee­ley and Sherrard’s trans­la­tions have emerged as defin­i­tive, par­tially due to lack of com­pe­ti­tion. This vol­ume is unlikely to chal­lenge them for top spot but vari­ety is nec­es­sary for the longevity of the poetry. (As an aside, I rarely men­tion this in reviews but the num­ber of typos, mis­placed punc­tu­a­tion, and con­fu­sion between Cana­dian and US spelling in this book is truly irk­some. And the low-res­o­lu­tion image of a sun­rise over water through ruined ancient columns on the cover would be bet­ter suited to an issue of The Watch­tower.) Hav­ing already released vol­umes of Con­stan­tine Cavafy and Yan­nis Rit­sos, Mano­lis seems to be work­ing his way through the 20th Cen­tury Greek canon. I won­der if there might be an Odysseus Elytis or Angelos Sike­lianos in the near future.
~ Christo­pher Doda is the author of two poetry col­lec­tions, Among Ruins and Aes­thet­ics Lesson. He is cur­rently work­ing on a book of glosas based on heavy metal lyrics.

Rendition/review by Peace Arch News

Mar 19, 2010 – Peace Arch News

By Alex Browne

You sit on the marble steps staring as the pigeons fly at you like in sacred formation as if someone orders them to pattern like a crescent moon or a fresh oval bread loaf and you toss a few crumbs hoping that they stop and come like new hopes or as omen for fortune your father said birds landing on your shoulder taking food from your hand foretells long life and happiness

Rendition, the latest collection of poetry by Manolis Aligizakis, joins other tomes by this prolific Greek-Canadian poet and novelist (in 2009 alone, he published two collections: Impulses and Nuances). It’s obviously an advantage to be the owner of your own publishing house – Libros Libertad, which turns out a stunningly regular series of releases by authors both local and more far afield, is the South Surrey-based brainchild of Aligizakis. But he has no reason to apologize for the quality of his work. Manolis’ strongly imagistic, and sometimes deceptively simple, style is based on deep and profound musings on the human condition, amid a symbolic context of nature. Rendition is a provocative collection for lovers of poetry that joins Manolis’ other work in providing both quiet pleasures and unexpected epiphanies.

RENDITION//Review by Amy Henry

rend_front

Rendition, poetry by Manolis

“yet something lurks in the diaphaneity of glass”—-from “Mirror
Glass is not necessarily clear, just as a mirror doesn’t always reflect reality. In Rendition, the poet Manolis reveals layers of meaning that appear as elusive as a shadow on a broken shard of glass. Quotes from Federico Garcia Lorca and T.S. Eliot preface the segments of the book, and there is a sense of warning given throughout to the reader to focus on the present instead of being immersed in the past or in rehearsal for the future. As always, the language is picturesque, and Manolis describes inner thoughts and outer dialogue in a way that shows the battle between the two, especially in “Tolling Bell”, where grief is disturbed by the necessity of trivial funeral preparations.

Biblical allusions abound in this collection: most memorably in “Unexplainable,”

Two sparrows
endearing forms

Hop to mess of potato chips
you threw…


The endless is not more
secret than the finite

It takes two sparrows
and a potato chip

His words recall the verses in Matthew 10 where Jesus mentions two sparrows of small value, and then relays that ‘you are worth more than many sparrows’. Just as the seemingly worthless potato chips sustain the birds, the poet reminds the reader of nourishment for the soul.

In “Elegy II”, the poem relives the last moments of a soldier’s life, as his memories flash before his eyes. He remembers old loves, an old song, and even senses the grief of his mother. The enjambment is placed in a way that tumbles the reader forward to the inevitable moment of death.

Two poems were especially fascinating in how they portray one event : in “Climb” the narrator is admiring a ladybug that has landed on his palm:

My eyes fix on her glamour
grand presence in minute scale

He seems a nice enough guy, yet in “Fourth Paradox”, it is figure of death, a “repugnant soulless killer”, that looks upon the ladybug he is holding:

He senses ladybug laughing…


He stares at the game of the red
black ladybug whose brilliance
just laughs in serenity

Just who is who?  What has changed?  This disparity makes the reader wonder exactly who is in control…does death realize it’s powerlessness over nature?

This collection is one that requires some meditation to best enjoy.  The glimpses of human nature throughout combine to create a pensive mood, one that enables you to consider such phrases as found in “Chrysalis“:  “What in the image of absence is revealed?”
www.theblacksheepdances.com

 

΄Αξιον Εστί//Σύντομη Κριτική

odysseus-alepoudelis-elytis

ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ — ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

 

Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι το πιο μεγαλόπνοο και βαθυστόχαστο έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Θεωρείται δύσκολο ποίημα για τον περίπλοκο τρόπο ανάπτυξής του, για το θέμα με το οποίο ασχολείται και για τη βαθύτητα των νοημάτων του. Παρ’ όλα αυτά όμως το έργο αυτό αποδυκνύει τη μαεστρία του ποιητή που το συνέλαβε και το παρουσίασε στον αναγνώστη τη διάρκεια μιας εποχής που η ελληνική ποίηση πάλευε ανάμεσα στις καθιερωμένες φόρμες και στα νέα στοιχεία που επιρρέαζαν τον σύγχρονο ποιητή των δεκαετιών του `30 και του `40. Κι ιδιαίτερα τα στοιχεία υπερρεαλισμού που είναι εμφανεί στο συγκεκριμένο τούτο έργο του Ελύτη, στοιχεία που έχουν σαν αποτέλεσμα να κάνουν δύσκολη τη σύλληψη του πνεύματος του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

Το ποίημα αναπτύσεται σε τρία τμήματα, τη ΓΕΝΕΣΗ, ΤΑ ΠΑΘΗ, και ΤΟ ΔΟΧΑΣΤΙΚΟ. Η ΓΕΝΕΣΗ και το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ είναι περιορισμένα σε έκταση ενώ ΤΑ ΠΑΘΗ είναι το πολύ εκτεταμένο τμήμα του ποιήματος. Η ΓΕΝΕΣΗ αποτελείται από επτά ύμνους που κλείνουν με τη φράση, αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας, ενώ το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ αποτελείται από ομάδες τετραστίχων που παρουσιάζουν το ελληνικό τοπίο στο έμπειρο  μάτι του ποιητή. ΤΑ ΠΑΘΗ είναι το εκτεταμένο τμήμα του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ κι αποτελείται από ένα συνδυασμό  ύμνων, ωδών και αναγνωσμάτων που ταξιδεύουν τον αναγνώστη από τα Ομηρικά χρόνια

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου

 

στο Οικόπεδο με τις Τσουκνίδες στην  Κοκκινιά κατά τη διάκρεια της Γερμανικής Κατοχής.

 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

 

Η ΓΕΝΕΣΗ ξεκινά με το πιο βασικό στοιχείο του χώρου-τόπου, το φως,

Στην αρχή το φως. Και η ώρα η πρώτη

που καθορίζει τη διαφάνεια του χώρου, ενός χώρου αρχετυπικού, εδεμικού, που όλα τα στοιχεία του είναι στην παρθενική τους μορφή, και παρ’ όλο που ο χώρος καθορίζεται κι αποκτά ιθαγένεια και γίνεται ο ελληνικός χώρος που μόλις σχηματίστηκε, είναι ατην πρώτη του μορφή προτού να εισχωρήσει στην εικόνα ο ιστορικός χρόνος, ο ανθρώπινος χρόνος που συνεπάγεται το ιστορικό στοιχείο. Σ’ αυτό το χώρο δημιουργείται κι ο παρατηρητής-ποιητής

Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου

πολυάχτιδος όλος που καλούσε

 

κι ο χώρος δημιουργείται

 

και στη  μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και

ομοίωσή μου

 

κι αυτό τον κόσμο μέλλεται να αποδεχτεί ο ποιητής στην παρθενική, διάφανη μορφή του. Όλα υπάρχουν σε μια ευδαιμονική κατάσταση μέχρι τη στιγμή που

η φωνή του γκιώνη

 

κάποιου που είχε σκοτωθεί

το αίμα γυρίζοντας πάνω στον κόσμο

 

το τοπίο αμαυρώνεται απ’ το φονικό και παρουσιάζεται το αίμα, μάρτυρας της κηλίδωσης του αρχετυτικού χώρου και χρόνου που στο εξής θα βιώσει το κακό. Η φωνή ‘κάποιου που είχε σκοτωθεί’ θα επιφέρει μια ανεπανάληπτη αλλαγή στη συνείδηση του ποιητή, γιατί αυτός που

 

είχε αποκρυπτογραφίσει το άσπιλο

 

θα νιώσει μέσα του το κηλίδωμα του άσπιλου και την εισχώρηση των άλλων στην εικόνα του κόσμου, των άλλων, την εισχώρηση της ιστορίας στον κόσμο που πρέπει να βιώσει ο ποιητής αν του είναι δυνατόν να φτάσει ξανά στο σημείο που η μορφή του είναι

 

η μορφή σου αν θέλεις ανεξάληπτη να `ναι

και να μείνει αυτή…

 

να ζήσει μια κατάσταση μαρτυρίου και αδικίας που ο ποιητής αναγνωρίζει όπως αναγνωρίζει επίσης και το χρέος του, σαν δημιουργός να καθάρει τον χώρο απ’ το κηλίδωμα και να τον ξανακάνει αγνό κι εδεμικό. Απ’ το σημείο αυτό αρχίζουν ΤΑ ΠΑΘΗ με πρώτο ύμνο που ο ποιητής καθορίζει την προσωπικότητά του τα όπλα του. Γίνεται

 

ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών

κι ο μύστης των φύλλων της ελιάς

ο ηλιοπότης

 

έτσι διάφανος κι ολόλαμπρος θα διανύσει το στάδιο του πόνου που τον αναμένει κι είναι έτοιμος να σώσει το τοπίο απ’ το κακό και καταλήγει τον πρώτο ύμνο με τη θέση που παίρνει και με τί όπλα θα πολεμήσει

 

Στα στενά φρουρούς του ζέφυρους θα στήσω

Μοίρα των αθώων είσαι η δική μου Μοίρα

 

Η καταγωγή του παρουσιάσεται εν συνεχεία στις αμμουδιές του Ομήρου, θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδερφοι, θα εμφανιστούν μαζί κι η έγνοια του μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

 

Ακολουθεί το πρώτο ανάγνωσμα που είναι καθηλωμένο στο ιστορικό γεγονός του πολέμου του 1940 κι είναι ρεαλιστικό σε σημείο που δεν επιδέχεται καμμιά επεξήγηση αφού αναφέρεται σε βιωμένα γεγονότα που στέκονται ωμά από μόνα τους δίχως να παράσχουν άλλες προεκτάσεις.

 

Εδώ αναγνωρίζουμε την πολύχρονη εμπειρία του τόπου που βιώνει ο ποιητής και το άδικο της μοίρας με τον ύμνο που αναφέρεται στον πλούτο και πώς η μοίρα του λαού του στάθηκε άδικη. Εξ ίσου σημαντικό στο σημείο αυτό είναι ο ρόλος της πέτρας στην ποίηση του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που σε αντίθεση με την πέτρα του Σεφερικού κόσμου όπου, βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες, εικόνα που αναφέρεται στην ασήκωτη κληρονομιά του σύγχρονου Έλληνα, ενώ εδώ η πέτρα παίρνει την αποκαλυπτική έννοια που μεταφέρει το θετικό μήνυμα του ποιητή προς τον αναγνώστη του.

 

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ

ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ’ ΑΓΆΛΜΑΤΑ

 

Η έννοια της γυναίκας μπαίνει στο προσκήνιο που επικυρώνει την μοναξιά που ο ποιητής μέλλεται να βιώσει για να εμβαθύνει

 

Αλλά πρώτα θα δεις την ερημιά και θα της δώσεις το δικο σου νόημα, είπε

 

Τις μέρες μου άθροισα και δεν σε βρήκα

πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι

 

αφού κι η γυναίκα τον έχει εγκαταλείψει κι είναι για να βιώσει την άκρα μοναξιά και για να αφήσει τις αισθήσεις του να λειτουργήσουν και για ώρες να αφουγκρασθεί τους ήχους του τοπίου

 

κάτω απ’ την κληματαριά

ώρες εκεί ρέμβασα

με μικρά-μικρά τιτιβίσματα

κοασμούς, τρυσμούς, το μακρινό κουκούρισμα

 

το δίδαγμα του μεσογειακού τόπου που του έχει δοθεί για κληρομνομιά είναι φλεγόμενο από ηλιοφάνεια και λαμπρυρίζει την αποστολή του ποιητή. Αλλά τώρα που έχει επωμισσθεί την ευθύνη να καθάρει τον κόσμο απ’ το φονικό, ο ποιητής διάγει τις πιο μαύρες στιγμές της ύπαρξής του κι είναι για πάντα μόνος, αφού η οποιαδήποτε ευθύνη στη ζωή του ανθρώπου συνεπάγεται εγκαρτέρηση, μοναχικότητα και λειτούργημα που θα ξεπεταχθεί απ’ την ένοια της μοναχικότητας. Κι όχι μόνο μόνος απ’την άποψη της γυναίκας αλλά και των συντωρινών του που στην  αρχή της ποιητικής του εμφάνισης τον είδαν σε γενικές γραμμές σαν παρείσαχτο που καν δεν κατάλαβαν.

 

Αλλά παρ’ όλα αυτά ο ποιητής θα ξαναφέρει την ισορροπία στον κόσμο με την επέμβασή του στο χρόνο, καθώς θα δαγκώσει τον καιρό με δόντια πέτρινα και τα όπλα του ξανά είναι το φως, το κρύο νερό, η διαφάνεια, το άσπιλο.

 

Μόνος εδάγκωσα μες τον καιρό με δόντια πέτρινα

 

Στους ΗΜΙΟΝΗΓΟΥΣ θα μιλήσει για την αδικία και για τη διαφορά ανάμεσα στους διαλεχτούς της μοίρας που κοιμούνται στα μεταξωτά τους σεντόνια και στα μαλακά κρεβάτια που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν, και στους άλλους που είναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, κι εδώ θα πει για την πίκρα του άδικου και για τις εξορίες, μοίρα του ελληνισμού απ’ τις εκατό χρονών φωνές, κι ο ποιητής σ’ αντίθεση με την αρνητική αυτή εικόνα του αναγνώσματος ορθώνεται να διαλαλήσει πόσο δύσκολο είναι νάρθει η άνοιξη όταν υπάρχει μονο ένα χελιδόνι

 

Ένα το χελιδόνι κι η Άνοιξη ακριβή

Για να γυρίσει ο Ήλιος θέλει  δουλειά πολλή

 

Στο επόμενο άσμα ο ποιητής λαμβάνει τη μορφή του μυθολογικού ήρωα που πραγματώνει την κλασσική μυθική πράξη: Το πέρασμα απ’ το σκοτάδι στο φως, την αρχετυπική αυτή πράξη σωτηρίας που το φως κλείνεται σε συμβολικά κλειστούς χώρους, μήτρα-τάφος, αλλά δεν χάνεται στο βάθος τους αλλά αντίθετα φωτίζει την Άβυσσο

 

Πάρθηκεν από Μάγους το σώμα του Μαγιού

το `χουνε θάψει σ’ ένα μνήμα του πέλαγου

σ’ ένα βαθύ πηγάδι το `χουνε κλειστό

μύρισε το σκοτάδι κι όλη η Άβυσσο

 

Έτσι ο κάτω κόσμος φωτίζεται απ’το φως του επάνω κι ο επάνω κόσμος δέχτηκε το φως του κάτω κι έτσι οι δύο κόσμοι γίνονται ένα. Κι έτσι αλλάζει ο χώρος του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ και η φυσική του μορφή γίνεται ένα με τη μεταφυσική, (Ηράκλειτος: Άνω και κάτω οδός μία).

Στη συνέχεια ο ποιητής θα μιλήσει και για τους ξένους και την επίδραση που από πάντα είχαν κι έχουν στον ελλαδικό χώρο

 

Έφτασαν ντυμένοι ‘φίλοι’

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου

και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε

παρά μόνο σίδερο και φωτιά

 

αλλά τα στοιχεία του Ελυτικού κόσμου, το φως, το χώμα, η μέλισσα, ο ζέφυρος δεν έδεσαν με τους ξένους και τότε παρουσιάζεται η έννοια της προδοσίας στο ανάγνωσμα ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ όπου εκείνος με το ‘Σβυσμένο Πρόσωπο’ σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόϊ των αγγέλων. Κι απ’ το σημείο αυτό μέχρι και το ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ που ο ποιητής θα παρουσιάσει το καινούργιο κόσμο έχει να βιώσει τις πιο σκοτεινές στιγμές του συμπεριλμβανομένης στο πέμπτο ανάγνωσμα, στην ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ, της τραγωδίας του εμφυλίου πολέμου όταν

 

και βαδίζαμε καταπάνου στον έναν ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος…Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάσταξε το κακό

 

οπότε τελικά ο ποιητής παρουσιάζει το νέο κόσμο στο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ το τελευταίο άνάγνωσμα βασισμένο καθαρά στη γραφή κι ειδικά στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, αλλά εδώ η προφητεία του ποιητή δεν έχει τίποτα να κάνει με τη φωτιά και την τιμωρία της Κόλασης αλλά αντίθετα υπόσχεται

 

την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων

 

και

 

βλέπω ψηλά το Ερέχθειο των Πουλιών

 

και στο νέο αυτό κόσμο

 

ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα να βγεί. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς του ετάχθη. Και θα λάβουμε τα όνειρα εκδίκηση και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!

 

Αμέσως μετά το ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ ο ποιητής πορεύεται σε νέα γη όπου τον ακολουθούν αιθέρια πλάσματα

 

Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι

τώρα μ’ ακολουθούν ανάλαφρα πλάσματα

με τους ιριδισμούς του πόλου στα μαλλιά

 

Τώρα ο ποιητής αναγνωρίζει όλα τα σύμβολα του κακού που έχουν μεταμορφωθεί σε θετικά σύμβολα

 

Τρίαινα με δελφίνι το σημάδι του Σταυρού

πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα

 

κι είναι αυτό η μύθος που καταλύει το θάνατο και δικαιώνει το χώρο-τόπο που είχε προσβληθεί απ’ το κακό κι ο ασβέστης είναι το υλικό που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να ξαναλευκάνει το τοπίο

 

Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους

κλείνω κι εμπιστεύομαι

 

κι είναι η κατάσταση της ψυχής του που θα καταγράψει και δημιουργεί έτσι όλες τις λευκές επιφάνειες της ύλης κι είναι ο ίδιος που θα καταλάβει το νόημα του συμβόλου αυτού. Και θα χαράξει στην πέτρα το νέο νόμο

 

Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού

κι αργά στις πέτρες τις πυρές χαράζονται τα γράμματα:

ΝΥΝ και ΑΙΕΝ και ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.

 

Ακολουθεί το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ  που ο χώρος-τόπος ξαναγίνεται εδεμικός, κι είναι ο ελληνικός χώρος, τα νησιά, τα λουλούδια, τα κορίτσια, τα βουνά, τα δέντρα κι ανάμεσά τους το νόημα του άσπιλου που συνέλαβε ο ποιητής. Η υψηλώτερη στιγμή του ποιήματος είναι όταν η ένοια του φονικού λαμβάνει υπερβατικό νόημα αφού φτάνει στο σημείο να διδάξει

 

Αξιον εστί το χέρι που επιστρέφει

από φόνο φριχτό και τώρα ξέρει

ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει

 

Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι το ποίημα όπου τρία στοιχεία, ο χώρος, ο χρόνος, και η συνείδηση του ποιητή ξεκινούν για μια περιπέτεια στη διάρκεια της οποίας τα τρία αυτά στοιχεία διενεργούν, εξελίσσονται και αλληλοεπηρρεάζονται με τρόπο αδιάσπαστο. Ο χώρος-τόπος από εδεμικός κηλιδώνεται απ’ το φονικό, γίνεται ελλαδικός, βιώνει το κακό κατά τη διάρκεια των ΠΑΘΩΝ και καταλήγει μετά την κάθαρση στον εδεμικό ελλαδικό χώρο-τόπο. Με τον ίδιο τρόπο ο χρόνος από αρχετυπικός, πέραν του ανθρώπου, κηλιδώνεται απ’ το φονικό και γίνεται ιστορικός χρόνος που συνεπάγεται πάντα ένα τέλος αλλά μετά την κάθαρσή του ξαναγίνεται ο αρχετυπικός χρόνος που διέπεται το ελληνικό τοπίο. Και η συνείδηση του ποιητή που από αγνή τη στιγμή της ΓΕΝΕΣΗΣ της κηλιδώνεται απ’ το φονικό και την ενοχή της φυλής, την ευθύνη του άλλου, και μετά την κάθαρσή της ξαναγίνεται η παρθενική συνείδηση, κάτασπρη σαν καλοκαίρι, που είχε πει στη ΓΕΝΕΣΗ. Η κάθαρση του τόπου, του χρόνου και της συνείδησης του ποιητή επέρχονται

με την αποδοχή του τόπου που είναι ταυτόχρονα, αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας. Η κάθαρση του στοιχείου του χρόνου επικρατεί με την συνειδητοποίηση ότι το αιέν και το νυν είναι ένα και η κάθαρση της συνείδησης του ποιητή επέρχεται όταν συνειδητοποιεί ότι ο θάνατος είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής και μάλιστα όταν αναγνωρίζει ότι,

 

Τώρα το χέρι του Θανάτου

αυτό χαρίζει τη ζωή

και ύπνος δεν υπάρχει.

 

 

TRIPTYCH-A REVIEW, by AMY HENRY

9781897430576

Triptych is a new collection of poems by the Greek poet Manolis. Some of the poems refer to states of being, such as “Blushing”, “Thirsty” and “Readiness”. Most fascinating to me is how he captures a sense of motion just before it begins to take place, almost an anticipation of a gesture. You can sense the imminent action in “Suit:”

“Strutting a dark brown suit and a creamy pale tie, nicely knotted with a soft beige butterfly unfurling her wings, laughter into arms of intense sunlight where he stands at the bus stop waiting with those of us without suits but geared up to arrive at work he grips the briefcase with valuable documents his glare cutting through the spines of those crossing looks with him, you could say he knows how to keep his cool in the prison yard since he was sprung only a month ago”

The words tell a simple story and yet underlying it all is a tension formed by the words intense, glare, cutting, grips and crossing. It’s subtle and unexpected, and you are left to imagine what violence may occur. You feel this sense of expectation in many of the poems, and it keeps them from feeling dry or overwrought.

The words of Kahlil Gibran also surface in places, where Manolis uses them as a framework for sections of the book. Many of the poems trace phases of relationships, especially love that is shattered by death. Manolis alludes to death frequently, as a constant uninvited guest that manages to linger. In “Teardrop”, the impression is of a grieving woman glancing at flowers, and ends with:

“…a single teardrop laughs as you’re suppose to do the rest of your life Look, doesn’t resemble my smile? I am in this teardrop…”

In “Affirmation”, he talks about disappointment:

“…everything you thought you wanted so badly all you assume you are pursuing so decisively –ends up as a dull apparition or yellow phantasm-like the sunken feeling mornings after heavy drinking maturity nails you like a brick between the eyes…”

Throughout the references to violence and death, however, he adds scenes of light and playfulness. In “Soiled”, an injured man watches near a pond:

“…two birds, arguing about taxes, one sparrow kvetching, one sparrow sobbing, for the right foot, for the left foot, for beauty of understanding…”

The collection as a whole reflects a sense of truth, represented in the balance of everyday insignificances and occasional milestones, all mixed up in the changing weather and seasons and phases of our lives. In this truth, sometimes little things matter more than we’d expect, and greater things pass us silently.

www.theblacksheepdances.com

OPERA BUFA–REVIEW

opbu_front

Review by Amy Henry

Opera Bufa is the latest collection of poetry from the Greek poet Manolis. A departure from his more serious poetry of the past, this collection toys with the ideas of Albert Camus and his concept of absurdism.  The result is at times comic, poignant, and often striking in the truth revealed in illusions.

“In Camus’ works…his emphasis had been on the presentation of the absurd as a crisis for the self’s yearning for lucidity and meaning in a world that is opaque and unresponsive.”  And yet he further explains that “the sensibility of the absurd is not born out of any dark, morbid sense of nihilism, but is the result of a certain love and longing for life” (Thoyakkat 3).

Camus contrasted, with his Myth of Sisyphus, how poorly the purposed, meaningful life fits in a world of chance and unpredictable outcomes.  Essentially, how can one find meaning if no meaning is to be had-do they continue to persevere or give up?  Camus acknowledged that some find purpose with a belief in a higher-power God figure, while others live for the moment, intending to enjoy the here-and-now rather than live for a distant and possibly nonexistent future.

In a different avenue of entertainment, in the 18th century, the ‘theatre of the absurd’ found its way into popular culture, when operas were designed to appeal to the common, working man and to the topics particular to such.  These “Opera Buffas” were a place for an ordinary man to laugh at the inconsistencies of his existence and featured a comic take on life’s painful travails.

Pablo Neruda followed along this style with his “La United Fruit Co.” poem, which examined the good and evil forces in the same comedic fashion while tackling the serious subject of the US and the ‘Banana Republics’ of Latin America (Fernandez 109).

Manolis takes this idea further in his Opera Bufa, which is decidedly more humorous, and creates altering poems of Hour and Canto in a 24 hour day that tweaks the concept of absurdism.  He contrasts two types of individual:  one that seeks to improve their lot in life, and the other that responds to complexities with a “who cares” attitude.  In each Hour, an ironic personage dismisses the attempts at meaning with an aggrieved “who cares,” while by contrast, in each altering Canto, the other reaction, to virtually the same experience, is to diligently respond “we can do better.”  Both sides expose their own sort of absurdism in relationship to how they view the world.

To illustrate:  in the Fourth Hour, God appears and intervenes:

“He elects

To throw punches at

Old philosophically-hardened

Death who laughs His guts

Out  sending up a pair of

Devils disguised with velvet

Veils to reduce the game

To a parody of errors while

Despicable people persist at

Loving and sharing things

Like nothing happened       

An absurdity of seriousness”

 

While in Fourth Canto, the viewpoint is different; devils and veils appear yet again, but this time

 

“turn ever-prosperous

Fears to maverick months without

Songs eluding to the graveness of this

Absurdity and soil negates its

Passive resolve to non-involvement

With opera music and spirited

Fervor of lovemaking shredding even

The stiffest veil of darkness…”

 

Their ascent to earth, despite their cynicism and mocking of the pathetic humans and their rites of love, leaves these veiled devils touched with jealousy of the human condition, no matter how absurd it may have seemed to them.   Similarly, in the Fifth Hour and Fifth Canto, the dichotomy of “great with minor” and “light and dark” still inspires its observers to yearn “we can do better” despite the Fifth Hour’s inability to resolve the awe of colors and light and could only respond with “who cares”.

 

Using his poems, Manolis dissects the problem of evil that Camus so articulately defined, even quoting portions of Camus’ theories.  To Camus, the problem was the two disparate options:  “…either we are not free,  and God…is responsible for evil.  Or we are free and responsible but God is not all-powerful.”  The two opinions plague both the angelic and demonic forces who jostle for the more relevant position.  Manolis seems intent on showing how frustrated the human creature is to discern his place and his purpose when even supernatural powers are confused.

 

In the Twenty-First Hour, Death appears again as a dubious savior when physical disease has worn down the human:

 

“nothing remains but need

For a colder heart and

Death to re-emerge as savior at

A moment of need with His foul

Breath and missing teeth  although

He filters the hopeless gap

Between ordinary and absurd

Choice and picks who

To take  who to leave behind for

The next round of emotional

Excitement…”

 

But a far more peaceful picture of imminent death appears in Twenty-First Canto:

 

“My voice softly caressing your earlobes

And your new path searches for another

Day declaring that scattered

Songs and lullabies

Bring up your memory   until all that

Was past is present….”

 

All these contrasts, along with the unexpected juxtapositions of ordinary themes make this collection one that is difficult to both predict and put behind.  The concepts succeed in seriously challenging attitudes while comically illustrating the often illogical beliefs that we cling to.

 

Works Cited:

 

Fernandez, Carlos. “Opera Buffa and the Debunking of US Hegemony in Neruda’s “La United Fruit Co.” Romance Notes. U of North Carolina: 2009.  Vol 49, Issue 2. Literary Reference Center. Web. Jan 21 2010.

 

Thoyakkat, Sreedharan. “The World is What Was Given, The World is What We Make.”  IUP Journal of English Studies.  Sept 2009. Vol. 4, Issue 3/4. Literary Reference Center. Web. Jan 15 2010.