Images of Absence

images of absence cover
Poetry by Manolis
ISBN 978-1-77171-089-3
Ekstasis Editions, 2015, $20.00

In the new book by the Greek poet Manolis Images of Absence the microcosm and the macrocosm both blend into the simple images of everyday life that become a mystery into which the poet delves with willingness and humbleness. Yet the poet is afraid that the mystery of these simple everyday images may be violated – disturbed by the phone call of the person just buried day before yesterday, the sacrilegious act of the cement city who make dust of every emotion and refinement, by the hierodules and pimps who turn every ideology into a profit thus flattening everything in their path. For the poet everything vanishes, everything flows through his fingers, everything except that smile that is whole, it can’t be divided, it can’t be analyzed, it is the moment that boils and bubbles. For the poet love is the transcending tool he uses to turn the flesh into spirit.



Breeze laughed amid
his limping footsteps
nature’s unforgiving mistake
struggled out of the sea

eyes full of kindness
irises of a saint
a brave man’s graceful stature
in his unbalanced steps
the balance of the Universe
searched for justice
pain of the unlike
in vain danced
in the expression of the man
who limped out of the light waves

in his glance the meaning of disproportional
victorious triumph
against the unjust chaos
his unequal side an unsung song
not rhyming poem
deficient erotic verse
a mortal’s hearth full of pain
that begged for analogy
in the syllable of his smile
in the word of his uplifting courage

the limping man unwritten poem
ready to spring out of my mind
to complete the day’s

Good Lord, were you drunk
when you fathered him?

Good Lord, have mercy on us,
don’t drink again!


Γέλασε η αύρα ανάμεσα
στην ανισότητα του βήματός του
της φύσης λάθος ανεπίδοτο
κουτσά τα βήματά του
έξω απ’ τη θάλασσα

μάτια γιομάτα καλοσύνη
αγίου ίριδες
λεβέντη κάλλος
όλης της Οικουμένης
η ισορροπία
στον ανισόρροπο βηματισμό του
έψαχνε για δικαίωση
κι όλος ο πόνος του αλλιώτικου
άδοξα χόρευε
στην έκφραση του άντρα
που κούτσαινε βγαίνοντας απ’ τη θάλασσα

στο βλέμμα του το νόημα του δυσανάλογου
γίνηκε θρίαμβος της νίκης του
ενάντια στο άδικο χάος
η ανισοσκελής συνέπεια του ανείπωτου
ποίημα ανομοιοκατάληκτο
ερωτικό τραγούδι έλλειψης
γεμάτης πόνο στέγη θνητού
που εκλιπαρούσε για αντιστοιχία
στη συλλαβή του χαμογέλιου του
σε λέξη δημιουργική του θάρρους του

ποίημα ο κουτσός αδημιούργητο
έτοιμο για να ξεπηδήσει απ’ το νου
της μέρας την ατέλεια
να τελειοποιήσει

Κύριε και Θεέ μου
μεθυσμένος ήσουν
όταν τον έσπερνες

Κύριε και Θεέ μου
ελέησόν μας και μην ξαναπιείς


He knew I devoted all my
earthly love to him
I pronounced him heir
of the world which I had
concealed from the traitors

for this he dug
his grave deep
he threw in it
the inheritance
soon after he stood
somber on top of the slab and
from the depth
of his lungs
he wailed

in this shadow for eons
we’ve dwelled
you and I
the two disinherited
you and I
the two exaggerations


Το `ξερε του αφιέρωσα
όλη μου την αγάπη
και κληρονόμο τον εκήρυξα
του κόσμου που προσεχτικά
είχα κρυμένο
απ’ τους δοσίλογους

κι εκείνος έθαψε
βαθειά στον τάφο
την κληρονομιά του
κι αμέσως σοβαρά ορθός
στη πλάκα στάθηκε
κι από τα βάθη
των πνευμόνων

αιώνες τώρα μέσα
στους ίσκιους κατοικούμε
εσύ κι εγώ της μοίρας
οι απόκληροι
εσύ κι εγώ οι δυο


My confession was simple:
father, I said, I’m a sinner
the guilt of the universe sits
heavy on my chest
forgive me that I passionately loved
the bloomed hyacinth and
the flight swings of swallows

and my two greatest sins
my unmeasured love
for the laughter of the child
and the beggars who stood
with their extended hands
filled with good wishes

my confession was simple

straight to the Purgatory
the priest delivered his opinion


Η εξομολόγησή μου ήταν απλή:
πάτερ, είπα, είμαι αμαρτωλός
η ενοχή όλης της Οικουμένης
βαρειά πάνω στο στήθος μου
συγχώρεσέ με με πάθος
που αγάπησα το πέταγμα χελιδονιού
και τ’ ανθισμένο γιακίνθι

κι οι δυο χερότερές μου αμαρτίες
η υπερβολική μου αγάπη
για το γελάκι του παιδιού
και του επαίτη τ’ απλωμένο χέρι
το γιομάτο καλοσύνης ευχές

η εξομολόγησή μου ήταν απλή

κατ’ ευθείαν στην Κόλαση
γνωμάτευσε ο ιερωμένος

Developing page