Übermensch, Poetry by Manolis Aligizakis


     Αφού η ιστορία μας ήταν γραμμένη σε σελίδες

απερίγραπτες κι αφού φτάσαμε στο κέντρο

της πόλης σταθήκαμε προσεκτικά ν’ ακούσουμε

τ’ απατηλά πατήματα των τελευταίων κορακιών

κι αφού το τέλος τούτο είχε κιόλας συμφωνηθεί

απ’ τις πάντα αλάθητες Μοίρες καταλάβαμε

πως εμείς είμασταν το σχοινί που πάνω μας

θα περπατούσε ο Υπεράνθρωπος κι εμείς πάλι

οι Υπεράνθρωποι.

     Μες τη φωλιά αετού γεμίσαμε το δισκοπότηρό μας 

και με κουράγιο το τοξεύσαμε στης οικουμένης

τα τέσσερα άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ θύματα

να μη πέσουμε συστήματος.

Τον κόνδορα κάναμε κληρονόμο όλης της σάρκας.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

      Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

     Τελικά πίστεψαν όλοι οι παρευρισκόμενοι

και με φωνή που αντήχησε  στα μισοανοιγμένα

παραθυρόφυλλα, κραύγασαν—

      ‘Αυτοί έχουν κιόλας σωθεί.’  


Since our history was written on indescribable

pages and since we arrived at the center of town

we stopped and listen carefully to the misleading

footsteps of the last crows and since this end was

already agreed upon by the always unerring Fates

we finally understood: we, the rope upon which

the first steps of Übermensch would be marked

and we again the Übermenschen.

In the eyrie we filled our chalice with courage

and to the four corners of the universe we arrowed it

with a promise never to be trapped in any system’s


The condor we declared heir of the flesh.

The wind and rain we proclaimed our catharsis.

Evoe, oh, free elements, evoe.

People who gathered in the center of the town

agreed and the half opened window shutters shivered

when in one voice the people cried out—

‘These are already saved.’



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s