
ΦΑΙΔΡΑ/PHAEDRA
(Απόσπασμα-Excerpt XXXVΙΙ)
Ίσως και να τον είδες ένα απόγευμα, αργά προς το βράδυ,
αυτόν με την άδεια βαλίτσα, που προσποιείται τον κουτσό, (κι ίσως να ’ναι)
αυτόν που κάθε τόσο σταματάει από το βάρος του άδειου —
αφήνει τη βαλίτσα του στο πεζοδρόμιο ή στη σκάλα,
σκουπίζει τον ιδρώτα του με ανάστροφο χέρι, και πάλι
σηκώνει τη βαλίτσα του, ακούγοντας μέσα της τον κρότο
από δυο γυάλινους βόλους (ο ένας κίτρινος, ο άλλος γαλάζιος)
που κυλούν και χτυπιούνται.
Perhaps you saw him in the afternoon, closer to evening,
the person with the empty suitcase who pretended to limp
(perhaps he is) the person who often stops from the weight
of emptiness — he leaves his suitcase on the sidewalk or
the stairs, wipes his sweat with the back of his hand, then
he lifts the suitcase again, hearing inside it, the clank
of two glass balls (one yellow, the other light-blue) which
roll and hit each other.