Το 430 π.Χ., η εντεκάχρονη αρχαία Αθηναία Μύρτις, ένα θύμα και αυτή, όπως και ο Περικλής, του μεγάλου λοιμού των Αθηνών, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι μετά από σχεδόν 2.500 χρόνια, θα συμμετείχε στην παγκόσμια προσπάθεια για την καταπολέμηση της πανδημίας του κορωνοϊού.
Έκλαψα κείνη την ημέρα για όλη μου τη ζωή, για τα περήφανα άλογα, για τα διωγμένα σκυλιά, για τα πουλιά, για τα μερμήγκια, για το γαϊδούρι του μπαρμπα-Σταμάτη που έβοσκε ήσυχα στον κάμπο, σ’ ένα κατάξερο κίτρινο χωράφι, — το ’βλεπα απ’ το παράθυρο· — «γαϊδουράκι μου, γαϊδουράκι μου», φώναζα μέσα μου — και λέοντας «γαϊδουράκι μου», εννοούσα τον κόσμο. Τότε βάλθηκα να κλαίω δυνατότερα ίσως για να μ’ ακούσει η αδάκρυτη αδελφή μου. Οι υπηρέτριες μαζεύαν απέξω τα μεγάλα ζεσταμένα χαλιά· — την κόκκινη ζέστα τους την ένιωσα, μεγάλη, υγιεινή, σ’ όλο το σώμα μου. Τα μάτια μου στεγνώσαν. Ο κόσμος ήταν ζεστός, χνουδωτός, ολοπόρφυρος — μαζί κι οι πεθαμένοι.
I cried that day, I cried for my whole life, for the proud
horses, the stray dogs, for the birds, the ants, for uncle
Stamatis’ donkey that grazed calmly in the plain, in
a dried up yellow field, I saw it from my window,
my little donkey, my little donkey, I cried inside me
and calling it my little donkey I meant the whole world.
Then I decided to cry louder so that
perhaps my tearless sister could hear me. The servant
girls gathered the big, warm carpets, I felt their red
warmth, strong, healthy over all of my body. My eyes
stopped crying. The world was warm, fluffy, purple