Yannis Ritsos – Poems, Volume III

Χρυσόθεμις//Chrysothemis

Έφυγαν όλοι. Τώρα κάθομαι εδώ και κοιτάω και ξεχνάω και θυμάμαι.
Τα πάντα ήταν καλά. Δε μου χρειάζεται τίποτε, — χορταστική ολιγάρκεια.
Βάζω τα χέρια μου στα γόνατά μου· αγγίζω το κενό· κρατιέμαι
απ’ το κενό. Στέκομαι ακόμη ορθή σ’ ένα εξαίσιο, ετοιμόρροπο μπαλκόνι,
πιασμένη απ’ τα κάγκελα — μετέωρη σχεδόν. Σε τούτα τα κάγκελα,
μετάλλινα, λεία, αντιλαμβάνομαι τις αλλαγές του καιρού, το κρύο, τη ζέστη,
την υγρασία, τ’ αστέρια — εικονικές αλλαγές. Ένα σπουργίτι, πότε πότε,
κάθεται εκεί και με κοιτάει· — γνωριζόμαστε. Δεν έχουμε τίποτα να πούμε.

Θυμάμαι κάποιο απόγευμα, — η μητέρα είχε βγει για κάποια επίσκεψη πριν λίγο·
μπήκα στην κάμαρά της· φόρεσα τα παπούτσια της —ζεστά απ’ τα πόδια της ακόμα—
η ξένη εκείνη ζέστα· — ψήλωσα μεμιάς σα να γνώρισα
μιαν ανεξήγητη αμαρτία. Ολόκληρη βδομάδα δεν τολμούσα
να κοιτάξω στα μάτια τη μητέρα. Κρυβόμουν στους θάμνους του κήπου
προσμένοντας μια τιμωρία ή μιαν ανταμοιβή, — δεν ξέρω.

They all left. Now, I sit here and look around, and I

forget, I remember. Everything was good, I don’t

need anything satiating frugality. I wrap my hands

around my knees, touch the void, hold onto it. I still

stand in a beautiful, ready to tumble balcony, holding

onto a chair, almost floating.  I sense the weather

changes holding onto the metal, smooth, railings;

I sense the cold, the heat, dampness, the stars, change

of images. Sometimes a sparrow sits there and looks

at me; we know each other. We have nothing to say.

I remember one afternoon, mother had gone out for

a visit; I went to her room, I put on her shoes, still

warm from her feet, the strange warmth, I felt that

warmth as if I had grown taller as if I was, at once,

familiar with an inexplicable sin. I couldn’t look

at mother’s eyes for one whole week. I hid amid

the garden bushes waiting for a punishment or

reward; I don’t know.

https://www.amazon.com/dp/B096TLBNFK

Leave a comment