
Χρυσόθεμις//Chrysothemis
Έφυγαν όλοι. Τώρα κάθομαι εδώ και κοιτάω και ξεχνάω και θυμάμαι.
Τα πάντα ήταν καλά. Δε μου χρειάζεται τίποτε, — χορταστική ολιγάρκεια.
Βάζω τα χέρια μου στα γόνατά μου· αγγίζω το κενό· κρατιέμαι
απ’ το κενό. Στέκομαι ακόμη ορθή σ’ ένα εξαίσιο, ετοιμόρροπο μπαλκόνι,
πιασμένη απ’ τα κάγκελα — μετέωρη σχεδόν. Σε τούτα τα κάγκελα,
μετάλλινα, λεία, αντιλαμβάνομαι τις αλλαγές του καιρού, το κρύο, τη ζέστη,
την υγρασία, τ’ αστέρια — εικονικές αλλαγές. Ένα σπουργίτι, πότε πότε,
κάθεται εκεί και με κοιτάει· — γνωριζόμαστε. Δεν έχουμε τίποτα να πούμε.
Θυμάμαι κάποιο απόγευμα, — η μητέρα είχε βγει για κάποια επίσκεψη πριν λίγο·
μπήκα στην κάμαρά της· φόρεσα τα παπούτσια της —ζεστά απ’ τα πόδια της ακόμα—
η ξένη εκείνη ζέστα· — ψήλωσα μεμιάς σα να γνώρισα
μιαν ανεξήγητη αμαρτία. Ολόκληρη βδομάδα δεν τολμούσα
να κοιτάξω στα μάτια τη μητέρα. Κρυβόμουν στους θάμνους του κήπου
προσμένοντας μια τιμωρία ή μιαν ανταμοιβή, — δεν ξέρω.
They all left. Now, I sit here and look around, and I
forget, I remember. Everything was good, I don’t
need anything satiating frugality. I wrap my hands
around my knees, touch the void, hold onto it. I still
stand in a beautiful, ready to tumble balcony, holding
onto a chair, almost floating. I sense the weather
changes holding onto the metal, smooth, railings;
I sense the cold, the heat, dampness, the stars, change
of images. Sometimes a sparrow sits there and looks
at me; we know each other. We have nothing to say.
I remember one afternoon, mother had gone out for
a visit; I went to her room, I put on her shoes, still
warm from her feet, the strange warmth, I felt that
warmth as if I had grown taller as if I was, at once,
familiar with an inexplicable sin. I couldn’t look
at mother’s eyes for one whole week. I hid amid
the garden bushes waiting for a punishment or
reward; I don’t know.