Άνεμος με δάχτυλα φυσά Καταμεσής του Αυγούστου δύο φουντωμένες ουρές χαϊδεύονται τέσσερα μάτια ράβονται Άλλη μια κόρη γεννήθηκε Αδιάβροχη είναι -νομίζει- Ξέρει πως δεν ξέρει αν το φθινόπωρο θα κρατά ομπρέλα θα βραχεί ή θα πνιγεί Προς το παρόν -λέει- έχει καύσωνα
*
ημερολόγιο σποράς και φυτέματος
Αφού οι κόρες των ματιών ακόμη διαστέλλονται κι η νύχτα στο βογκητό της μέρας ντυμένη καπνίζει κι αφού το σώμα σου στυλώνεται με μαγκούρα τη λέξη, σκοτούρες άτυπης εκεχειρίας διαθλώνται σε φως
Σε χέρια τεχνιτών διυλίζεται η σκόνη φυτρώνουν ακόμη νεραντζιές στην Πατησίων
Το 430 π.Χ., η εντεκάχρονη αρχαία Αθηναία Μύρτις, ένα θύμα και αυτή, όπως και ο Περικλής, του μεγάλου λοιμού των Αθηνών, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι μετά από σχεδόν 2.500 χρόνια, θα συμμετείχε στην παγκόσμια προσπάθεια για την καταπολέμηση της πανδημίας του κορωνοϊού.
Έκλαψα κείνη την ημέρα για όλη μου τη ζωή, για τα περήφανα άλογα, για τα διωγμένα σκυλιά, για τα πουλιά, για τα μερμήγκια, για το γαϊδούρι του μπαρμπα-Σταμάτη που έβοσκε ήσυχα στον κάμπο, σ’ ένα κατάξερο κίτρινο χωράφι, — το ’βλεπα απ’ το παράθυρο· — «γαϊδουράκι μου, γαϊδουράκι μου», φώναζα μέσα μου — και λέοντας «γαϊδουράκι μου», εννοούσα τον κόσμο. Τότε βάλθηκα να κλαίω δυνατότερα ίσως για να μ’ ακούσει η αδάκρυτη αδελφή μου. Οι υπηρέτριες μαζεύαν απέξω τα μεγάλα ζεσταμένα χαλιά· — την κόκκινη ζέστα τους την ένιωσα, μεγάλη, υγιεινή, σ’ όλο το σώμα μου. Τα μάτια μου στεγνώσαν. Ο κόσμος ήταν ζεστός, χνουδωτός, ολοπόρφυρος — μαζί κι οι πεθαμένοι.
I cried that day, I cried for my whole life, for the proud
horses, the stray dogs, for the birds, the ants, for uncle
Stamatis’ donkey that grazed calmly in the plain, in
a dried up yellow field, I saw it from my window,
my little donkey, my little donkey, I cried inside me
and calling it my little donkey I meant the whole world.
Then I decided to cry louder so that
perhaps my tearless sister could hear me. The servant
girls gathered the big, warm carpets, I felt their red
warmth, strong, healthy over all of my body. My eyes
stopped crying. The world was warm, fluffy, purple
Δεν είναι μόνο θρήνος για το χυμένο γάλα, μα θρήνος για ένα χυμένο γάλα το οποίο υπάρχει μόνο επειδή χύθηκε, εάν δεν χυνόταν δεν θα υπήρχε. Αυτό περιγράφεται από πολλούς, αν όχι σχεδόν απ’ όλους πλέον, ως «έκφραση του πνεύματος της εποχής» καθώς επικρατεί η εντύπωση πως το πνεύμα της εποχής χρειάζεται φερέφωνο ή τηλεβόα, πως δεν εκφράζεται ολοκληρωτικά δίχως τη συνδρομή ενός ποιητή, λες και το πνεύμα κάθε εποχής δεν είναι παρά μια μετάβαση από το υποσχόμενο στο ανεπαρκές.
Ο τόπος είναι γεμάτος από ανθρώπους που υπερασπίζονται την αφοσίωσή τους, που αφήνουν το δικό τους «λιθαράκι». Με αυτά τα λιθαράκια λιθοβολείται η ποίηση. Ο εσμός της μετριότητας διαθέτει τους δικούς του δοκησίσοφους οι οποίοι εναντιώνονται σε κάθε μετριότητα που αποσπά τον έπαινο από τη μετριότητα. Θηριοδαμαστές σκιών προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους και τους άλλους πως ό,τι περνά απ’ το μυαλό τους είναι πνευματική σύλληψη…
Τί απόμεινες έτσι σαν πετρωμένος σε μια στάση αποδοκιμασίας κι ίσως με μια έκφραση μυκτηρισμού και σπιλωμένης αγνότητας. Πήγαινε τώρα να πλύνεις τον ιδρώτα και τη σκόνη των λαμπρών, μοναχικών κυνηγιών σου. Τη λάμπα δεν την ανάβω. Πήγαινε. Ω, ναι, κι απόψε, όπως πάντα, πολύ θα το ’θελα να σε οδηγήσω εγώ στο λουτρό, να σε πλύνω με τα ίδια τα χέρια μου — να σε γνωρίσουν τα χέρια μου. Το κορμί σου καλά το ξέρω, σαν ποίημα αποστηθισμένο που διαρκώς το ξεχνώ, — το πιο άγνωστο πράγμα του κόσμου το πιο ευμετάβλητο κι ασύλληπτο είναι τ’ ανθρώπου σώμα — ποιός μπορεί να το μάθει;
Ακόμη και τ’ αγάλματα, παρότι ασάλευτα, παρότι τόσες και τόσες φορές ιδωμένα κι αγγιγμένα, νομίζεις πως είναι ρευστά κι αυτά, κυμαινόμενα· — σου διαφεύγουν. Όταν κλείνεις τα μάτια δε σου είναι δυνατό να τ’ αναπλάσεις με ακρίβεια, να τ’ ανασυγκροτήσεις. Η Τροφός χιλιάδες φορές, με κάθε λεπτομέρεια μου ’χει ιστορήσει το κορμί σου. Συχνά, αφηρημένη, σε σχεδιάζω ολόγυμνον στο πίσω μέρος στα πακέτα των τσιγάρων μου. Ύστερα γεμίζω το σχέδιο με μικρές μαργαρίτες, για να σε κρύψω, κι είναι σα να σκεπάζω έναν ωραίο νεκρό με λουλούδια.
How have you become so petrified in your disapproval
and perhaps with an expression of irony and dishonored
innocence. But go now to clean the sweat and dust off your
fine, lonely hunts. I don’t light the lamp. Go. Oh, yes,
and tonight, as always, I’d love to take you to the bath, to wash you
with my own hands, that my hands become familiar with you.
I know your body well, like a poem I can recite off by heart,
and which I always forget, the most unknown thing of the world,
the most changeable, inconceivable human body — who can
get familiar with it?
Even the statues, which although motionless have been
seen and touched, you think they’re fluid, undulating,
they escape you. When you close your eyes you can’t
replicate them accurately, you can’t re-establish. The maid
has described, a thousand times, your body in detail. Often,
absentmindedly, I draw your naked likeness on the back
of my cigarette package. Then I fill the rest of the space
with tiny daisies, just to hide you, and it’s as if to cover
Το Μουσείο Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας «Κώστα Κοτσανά» σε συνεργασία με το Παιδικό Μουσείο Exploration προσκαλεί γονείς και παιδιά να ταξιδέψουν πίσω στο χρόνο για να γνωρίσουν και να ανακαλύψουν τις τεχνολογικές εφευρέσεις των αρχαίων Ελλήνων!