
Χρυσόθεμις//Chrysothemis
Μέσα σε μια μεγάλη κάμαρα ακατοίκητη, κρεμόταν από χρόνια,
ένας παλιός καθρέφτης με χρυσή κορνίζα. Στην κάμαρα εκείνη
δεν έμπαινε κανείς. Πετούσαν ανάκατα εκεί μέσα
ό,τι άχρηστο και παλιωμένο — λάμπες, πολυθρόνες, κηροπήγια, τραπεζάκια,
πορτρέτα πατρογονικά κι άλλα καθαιρεμένων στρατηγών, ποιητών, φιλοσόφων,
ανθοδοχεία κρυστάλλινα με παράξενα σχήματα, τρίποδες, μπρούντζινα μαγκάλια,
μεγάλες προσωπίδες, γύψινες, μετάλλινες, κι άλλες μικρές από μαύρο βελούδο,
ταριχευμένα κεφάλια ελαφιών κι άγριων ζώων, ταριχευμένα
πολύχρωμα πουλιά, γαλάζια και χρυσά, με γαμψά ράμφη —τ’ όνομά τους δεν το ’ξερα—
κρεμάστρες, πανοπλίες, κονσόλες και βαριά παραπετάσματα
σε πορφυρό συνήθως ή βαθυπράσινο χρώμα. Ήταν εκεί το καταφύγιό μου.
The old mirror with the gold frame hanged, for years, in
a big unoccupied room into which no one ever went. They
used to throw everything useless and old in there: lamps,
armchairs, candlesticks, small tables, family portraits,
and other portraits of retired generals, poets, philosophers,
crystal vases with strange shapes, tripods, bronze heaters,
big clay, or metal masks, and other small masks made
of black velvet, stuffed deer heads and other wild animals,
colorful birds, light-blue, golden with talons and beaks,
I don’t remember their names, hangers, armories, consoles
and heavy partitions in purple or dark green color. There
was my refuge.