This cursed overcoat was my undoing; I surrendered soon as they gave it to me; however what else could I do? I had to climb the Himalayas, my mother and the decapitated John were waiting for me; we sat close to the fire, it was snowing Christmas back then when I was a child…Yet, I’m still mortal and I have to get off in the next bus stop. For this, I tell you, if you see a poor man in the street don’t talk to him, perhaps he’s just returning now.
Απόψε πονάω σ’ όλες μου τις απογνώσεις
κάνει πολύ κρύο κάτω απ’ τη σκιά
της ζωής μου που γέρασε
βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες
είναι πληρωμένοι δολοφόνοι
ας οργανωθεί πια η σφαγή
απ’ ό,τι αγαπάω ακόμα
Από τη συλλογή Εκεί-πέρα εδώ (μέρος III) (εκδ. Ίκαρος, 1979)
Υπάρχουν κάποιες διαδρομές που στενεύουν, κλείνουν τον ορίζοντα, κι αυτές έχουν να κάνουν με την απόφαση (η το δικαίωμα) του να επιλέξει κάποιος να είναι ποιητής. Από το σημείο αυτό και μετά δεν υπάρχει επιστροφή. Και γυναίκες που βίωσαν την ποίηση ως δραματουργό, γενετήσιο και αναστάσιμο στοιχείο εντός τους, υπήρξαν ελάχιστες στη χώρα μας, ακολούθησαν δε την ίδια καταστροφική και συμπαντική διαδρομή στις περιθωριακές γειτονιές του κόσμου.
Σημείο πρώτο: μετατρέπει η ποίηση αληθινή, σπαραχτική ποίηση τη γυναίκα-δημιουργό σε στοιχείο περιθωρίου; Αν δοκιμάσουμε να δούμε την πορεία της Μαρίας Πολυδούρη, της Μάτσης Χατζηλαζάρου ή της Κατερίνας Γώγου, θα διαπιστώσουμε μία δύναμη που τις…
Μέσα σε μια μεγάλη κάμαρα ακατοίκητη, κρεμόταν από χρόνια, ένας παλιός καθρέφτης με χρυσή κορνίζα. Στην κάμαρα εκείνη δεν έμπαινε κανείς. Πετούσαν ανάκατα εκεί μέσα ό,τι άχρηστο και παλιωμένο — λάμπες, πολυθρόνες, κηροπήγια, τραπεζάκια, πορτρέτα πατρογονικά κι άλλα καθαιρεμένων στρατηγών, ποιητών, φιλοσόφων, ανθοδοχεία κρυστάλλινα με παράξενα σχήματα, τρίποδες, μπρούντζινα μαγκάλια, μεγάλες προσωπίδες, γύψινες, μετάλλινες, κι άλλες μικρές από μαύρο βελούδο, ταριχευμένα κεφάλια ελαφιών κι άγριων ζώων, ταριχευμένα πολύχρωμα πουλιά, γαλάζια και χρυσά, με γαμψά ράμφη —τ’ όνομά τους δεν το ’ξερα— κρεμάστρες, πανοπλίες, κονσόλες και βαριά παραπετάσματα σε πορφυρό συνήθως ή βαθυπράσινο χρώμα. Ήταν εκεί το καταφύγιό μου.
The old mirror with the gold frame hanged, for years, in
a big unoccupied room into which no one ever went. They
used to throw everything useless and old in there: lamps,
armchairs, candlesticks, small tables, family portraits,
and other portraits of retired generals, poets, philosophers,
crystal vases with strange shapes, tripods, bronze heaters,
big clay, or metal masks, and other small masks made
of black velvet, stuffed deer heads and other wild animals,
colorful birds, light-blue, golden with talons and beaks,
I don’t remember their names, hangers, armories, consoles
and heavy partitions in purple or dark green color. There
Άνοιγε κόκκινο στη μνήμη:
μία ρωγμή στο τρυφερό
κουφάρι ενός κορυδαλλού.
α’
Δεν ήθελα να ξέρω τ’ όνομά της-
χαμογελούσε κ’ έπεφταν
στο πάτωμα τα δόντια
μιλούσε και το στόμα της μάτωνε λάθη.
Ένα κορίτσι στην κόλαση,
κάποτε μού συστήθηκε. Φορούσε
κάτασπρη τη γλώσσα και κρατούσε
το χέρι μου στο χέρι.
Έψαχνα στα τυφλά
τον δρόμο για την επομένη.
β’
Λίγο τα πριν μεσάνυχτα
και πίσω απ’ την κουρτίνα
ντυνότανε χοντρό κόκκινο δέρμα,
χτένιζε τα μαλλιά
κι άνοιγε το παράθυρο στο μέσα σπίτι
κ’ έτρεχε νύχτα.
“Τίποτα δεν είναι τυχαίο”, μονολογούσα,
“τίποτα”, και σηκωνόμουν το πρωί
με πόνους στο σαγόνι.
γ’
Τραβιόταν η Δ. στη γωνία
-τα πόδια της ως τον μηρό στην πίσσα-
γονάτιζε και σήκωνε τα μαλλιά
και τίναζε τ’ άστρα απ’ τον αυχένα.
Σαν να ‘νιωθα τι είχε συμβεί-
ξερίζωνα τ’ άσπρα κυκλάμινα
που είχαν προλάβει να φανούν
κάτω απ’ τη γλώσσα μου.