
Χρυσόθεμις//Chrysothemis
Έκλαψα κείνη την ημέρα για όλη μου τη ζωή, για τα περήφανα άλογα,
για τα διωγμένα σκυλιά, για τα πουλιά, για τα μερμήγκια,
για το γαϊδούρι του μπαρμπα-Σταμάτη που έβοσκε ήσυχα στον κάμπο,
σ’ ένα κατάξερο κίτρινο χωράφι, — το ’βλεπα απ’ το παράθυρο· —
«γαϊδουράκι μου, γαϊδουράκι μου», φώναζα μέσα μου — και λέοντας «γαϊδουράκι μου»,
εννοούσα τον κόσμο.
Τότε βάλθηκα να κλαίω δυνατότερα
ίσως για να μ’ ακούσει η αδάκρυτη αδελφή μου. Οι υπηρέτριες μαζεύαν απέξω
τα μεγάλα ζεσταμένα χαλιά· — την κόκκινη ζέστα τους
την ένιωσα, μεγάλη, υγιεινή, σ’ όλο το σώμα μου. Τα μάτια μου στεγνώσαν. Ο κόσμος
ήταν ζεστός, χνουδωτός, ολοπόρφυρος — μαζί κι οι πεθαμένοι.
I cried that day, I cried for my whole life, for the proud
horses, the stray dogs, for the birds, the ants, for uncle
Stamatis’ donkey that grazed calmly in the plain, in
a dried up yellow field, I saw it from my window,
my little donkey, my little donkey, I cried inside me
and calling it my little donkey I meant the whole world.
Then I decided to cry louder so that
perhaps my tearless sister could hear me. The servant
girls gathered the big, warm carpets, I felt their red
warmth, strong, healthy over all of my body. My eyes
stopped crying. The world was warm, fluffy, purple
like the dead.