
Χρυσόθεμις//Chrysothemis
Τη νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα, ακούστηκε στο δρόμο,
κάτω ακριβώς απ’ τα παράθυρά μου, το βήμα ενός διαβάτη· —
ίσως ποτέ κανένας δεν περπάτησε μ’ αυτό τον τρόπο κάτω απ’ το φεγγάρι
κι ίσως ποτέ κανένας να μην είχε ακούσει όπως εγώ ένα τέτοιο βήμα.
Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που ερχότανε στον κόσμο.
Ήταν ο τελευταίος που έφευγε απ’ τον κόσμο. Και, ποτέ, κανένας
δεν είχε ρθει μήτε είχε φύγει.
Όπως σας είπα,
ο κόσμος ήταν ζεστός, χνουδωτός, ολοπόρφυρος — χωρίς κανένα ρήγμα.
Μονάχα το φεγγάρι δρόσιζε το χνούδι μιας κουβέρτας που ’χε μείνει στο μπαλκόνι.
That night, past mid-night, the steps of a passerby were
heard outside, just under my window, perhaps no one
ever walked in that fashion under the moonlight and
perhaps no one ever had listened to those steps
the way I did. He was the first ever man who came
to the world. He was the last one to leave. And, then,
no one came no one left.
As I said,
the world was warm, fluffy, all purple, without any chasm.
Only the moon was freshening the fluff of the blanket that
was left on the balcony.