Yannis Ritsos-Poems, Selected books, Volume II


by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis

Κι ήτανε κιόλας σα ν’ ακούγαμε τα μυστικά πελέκια μες στο δάσος
να κόβουν ξύλα. Ακούγαμε το μέγα γδούπο, όταν σωριάζονταν
ένα δέντρο στο χώμα, και τη σιωπή τρομαγμένη
να κρύβεται πίσω απ’ τους ώμους μας. Κι ήταν σα να ’βλεπα κιόλας
τον Δούρειο Ίππο, κούφιον, θεόρατο, να λάμπει επικίνδυνος
μες στην αστροφεγγιά, θρησκευτικός σχεδόν, ενώ η σκιά του
εκτεινόταν μυθική στα τείχη. Κι ένιωθα κιόλας
σα να βρισκόμουν μες στο κούφωμα του αλόγου, μαζί με τους άλλους,
ολομόναχος, σε άβολη στάση, μέσα στο λαιμό του αλόγου,
και να κοιτάζω με τ’ άδεια του μάτια τη γυάλινη νύχτα,
σαν κρεμασμένος μες στο χάος, γνωρίζοντας
πως η χαίτη που ανέμιζε πάνω απ’ τον αυχένα μου
δεν ήταν δική μου, — ούτε κι η νίκη, φυσικά. Ωστόσο ετοιμαζόμουνα
για το τεράστιο, μάταιο άλμα μέσα στο άγνωστο.

Έτσι, σ’ αυτή τη στάση, εκεί ψηλά, μέσα στο σανιδένιο λαρύγγι του αλόγου,
θα ’νιωθα καταβροχθισμένος, κι όμως ζωντανός, να εποπτεύω
τ’ αντίπαλα στρατόπεδα, τις φωτιές, τα καράβια, τ’ αστέρια,
όλο το οικείο, το τρομερό, τ’ αναρίθμητο θαύμα —όπως λένε— του κόσμου,
σα να ’μαι μπουκιά σταματημένη στο λαρύγγι του απείρου και ταυτόχρονα μια γέφυρα
πάνω από δυο, το ίδιο απόκρημνες κι άγνωστες, όχθες —
μια γέφυρα ψεύτικη, βέβαια, από ξύλο και πικρή πανουργία.
(Από κει πάνω, θαρρώ, μες σ’ έναν τέτοιο εφιάλτη,
αγνάντεψα πρώτη φορά την πραϋντική λάμψη των όπλων σου).

And it was as if we were already hearing the secret axes

in the forest cutting wood. We could hear the big thump

when a tree fell on the ground and silence, in fear,

hiding behind our shoulders. And it was as if I was seeing

the Trojan Horse gleaming in the starlight, huge, hollow,

dangerous, almost religious, while its shadow spread

on the walls like a fable. And I felt as if I was already

in the cavity of the Horse along with the others, in an

awkward position in the horse’s neck, all alone, seeing

the crystal night through its empty eyes

as if I was hanging over the void, and knowing that

it wasn’t my nape that waved but the horse’s mane,

nor was the victory, of course. Yet I prepared myself

for the endless, futile leap into the unknown.

In this position, high above, in the plank-lined throat

of the horse, I truly felt swallowed, and yet alive and

I observed the enemy camp, the fires, the ships, the stars

all that familiar miracle, as it was called, the horrible,

incalculable miracle of the world, as if I was a morsel

of food stuck in the throat of infinity and at the same time

a bridge over two embankments equally unknown and

precipitous, a false bridge, of course, made of wood

              and bitter cunningness.  

(from that high vantage position, I think, in such

a nightmare I first noticed the soothing brilliance

             of your weapons.)


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s