Στην αυταπάτη και την ελπίδα ανάμεσα κενό σημείο Ασύνδετα νους και θυμικό Ακυβέρνητα πλοιάρια
Απογοητεύσεις στη σειρά ρευστότητα αβεβαιότητα- λεν- η νέα κανονικότητα
Θιασώτες παράλογου τσίρκου γαϊτανάκι τρελών συγκυριών μασκαράδες στο καρναβάλι του τρόμου
Κι εμείς που νομίσαμε στην πορεία μας πως ήμαστε πρόσκαιρα χαμένοι γυρνάμε Ώσπου συνέλθουμε από του ονείρου την οδυνηρή πραγματικότητα και να ’μαστε πάλι μαζί.
Η ποίηση μπορεί να πραγματωθεί σαν αυθεντική χειρονομία μέσα στην καθημερινή ζωή και να χλευάσει τις κανονικότητες δημιουργώντας μια παράδοξη προοπτική… Και τότε οι κοινότοπες πράξεις μπαίνουν κάτω από μια σοβαρή αμφισβήτηση. Όσοι συγχέουν την ποίηση μ’ ένα λογοτεχνικό είδος και μόνο είναι εν μέρει δικαιολογημένοι. Θα λέγαμε όμως, πως μοιάζει σα να μπορεί να δει κάποιος στην ενασχόληση με το πολιτικό μόνο τη καθεστωτική πλευρά του, δηλ. άσκηση εξουσίας ή/και επιδίωξή αγνοώντας ή μπερδεύοντας την πολιτική συνείδηση και αντίσταση. Δεν είναι περίεργο όταν ακόμα και την ασυμβατότητα της ποίησης με τη λογική και το συντακτικό της γραμματικής προσπαθούν να κρατήσουν, διαφημίζοντας ή διδάσκοντας, στα επίπεδα μιας τακτοποιημένης γλώσσας καλλωπισμού. Δεν είναι περίεργο όταν αναλογιζόμαστε τους διαχωρισμούς που έχει καταφέρει το εμπόριο κουλτούρας. Υπάρχουν, παρ’ όλα αυτά, εδώ όπως και σε κάθε τέχνη κάποια θραύσματα αυθεντικής έκφρασης, ανεξάρτητα σε ποιο μορφικό ρεύμα ή πρωτοπορία ανήκουν (το ενδιαφέρον των πρωτοποριών συνίσταται…
Στην αρχική φωτογραφία απεικονίζεται ο ναός της Ήρας στον Σελινούντα της Σικελίας. Οικοδομήθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. πάνω σε ένα αρχαιότερο κτίριο, σε έναν λόφο της Ακρόπολης της πόλης. Οι κάτοικοι του Σελινούντα έχτισαν 7 ακόμη ναούς.
Ήταν μια γεύση —δεν ξέρω— από βαθύ γαλάζιο διαλυμένο — μια γεύση υπαρκτής ανυπαρξίας, υπογραμμισμένης κάποτε από τη μετακίνηση κάποιου πουλιού στον ύπνο του· —μια σιγαλιά πολύβοη— κι εγώ ήμουν ολόκληρη η σιωπή και μέρος της σιωπής. Δάγκωνα ένα μυρτόκλωνο μη και φωνάξω. Γιατί το ’νιωθα: το στόμα μου μεγάλωνε θαυμαστικό, για μια μεγάλη κραυγή, και τα δόντια μου αραίωναν κι αυτά, χωρίζονταν, για ν’ αφήσουν διέξοδο σ’ εκείνη την κραυγή. Την κράτησα. Διαλύθηκε εντός μου. Αυτή ’ταν η σιωπή. Κι εγώ ήμουν αέρινη — μπορούσα να πετάξω.
This was a taste, I don’t know, of deep, faded light-blue,
a taste of existent inexistence, sometimes underlined by
the great movement of a bird in its sleep, a noisy calmness,
and I was part of silence, the whole silence. I bit on a myrtle
leaf so that I wouldn’t yell, since I felt it: my mouth was
enlarged to an exclamation ready to yell and my teeth
thinned up, separated one from the other to make room
for that yell. I withheld it. It vanished inside me. This was