πέταξα απ’ τα μαλλιά μου κι απ’ τα στήθη μου τα δυο λουλούδια· το τρίτο το κρατούσα στο στόμα μου, τα πέταξα απ’ τις δυο πλευρές του τείχους με μια κίνηση ολότελα ανεξίθρησκη. Και τότε οι άντρες, μέσα κι έξω, ριχτήκαν ο ένας του άλλου, αντίπαλοι και φίλοι, για ν’ αρπάξουν εκείνα τα λουλούδια, να μου τα προσφέρουν, τα δικά μου λουλούδια. Δεν είδα τίποτ’ άλλο μετά, μονάχα πλάτες σκυμμένες, σάμπως όλοι να ’ταν γονατιστοί στη γης, όπου στέγνωνε το αίμα απ’ τον ήλιο· ίσως κιόλας να ποδοπάτησαν εκείνα τα λουλούδια. Δεν είδα. Είχα κινήσει τα χέρια, είχα υψωθεί στα νύχια των ποδιών, κι αναλήφθηκα αφήνοντας να πέσει απ’ τα χείλη μου και το τρίτο λουλούδι.
Then
I threw down the flowers from my hair and my breasts
– the third one
I kept in my mouth – I tossed them down on both sides
of the walls
with a completely intolerant gesture
Then the men inside the walls
and outside
threw themselves against each other friend and opponent to grab
those flowers to offer them to me – my own flowers
I didn’t see
anything else after that – other than stooping backs as if all
of them
were kneeling on the earth as the blood dried up from the sun –
The door of truth was open, but let only half a person pass at a time. Thus, it was not possible to attain the whole truth, because the half person who entered brought only the profile of half of the truth.
And the second half also returned with half a profile. And the two half-profiles did not match.
They smashed the door. They knocked the door down. They arrived at a luminous place where the truth radiated its flames. It was divided into two halves, different from one another.
Each quarreled which half was more beautiful. None of the two was perfectly beautiful. But one had to choose. Everyone opted according to his whim, his illusion, his myopia.
Carlos Drummond de Andrade, Brasil, 1902–1987
Translation Germain Droogenbroodt – Stanley Barkan
From “Poesia completa”, Rio de Janeiro: Nova Aguilar, 2002.
ΑΛΗΘΕΙΑ
Η πόρτα της αλήθειας ήταν ανοιχτή
μα επέτρεπε κάθε φορά
μόνο μισό απ’ το κάθε άτομο να μπει
κι έτσι ήταν αδύνατο όλη η αλήθεια να βρεθεί
αφού το μισό του ανθρώπου που έμπαινε
πίσω γύριζε με τη μισή αλήθεια
και τα μισά δύο ατόμων ποτέ δεν ταίριαζαν.
Κάποια στιγμή την πόρτα έσπασαν
και μπαίνοντας έφτασαν σε τόπο λαμπερό
που η αλήθεια έλαμπε φωτιά
στα δύο χωρισμένη, ανόμοια μισά
που καυγάδιζαν ποιό απ’ τα δυο ήταν πιο όμορφο
και μήτε το ένα μήτε το άλλο ήταν τέλειο.
Κι όμως είχε ο καθένας να επιλέξει σύμφωνα
με το γούστο του, τη φαντασία του
τη μυωπία του.
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis