Στην αρχική φωτογραφία απεικονίζεται ο ναός της Ήρας στον Σελινούντα της Σικελίας. Οικοδομήθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. πάνω σε ένα αρχαιότερο κτίριο, σε έναν λόφο της Ακρόπολης της πόλης. Οι κάτοικοι του Σελινούντα έχτισαν 7 ακόμη ναούς.
Ήταν μια γεύση —δεν ξέρω— από βαθύ γαλάζιο διαλυμένο — μια γεύση υπαρκτής ανυπαρξίας, υπογραμμισμένης κάποτε από τη μετακίνηση κάποιου πουλιού στον ύπνο του· —μια σιγαλιά πολύβοη— κι εγώ ήμουν ολόκληρη η σιωπή και μέρος της σιωπής. Δάγκωνα ένα μυρτόκλωνο μη και φωνάξω. Γιατί το ’νιωθα: το στόμα μου μεγάλωνε θαυμαστικό, για μια μεγάλη κραυγή, και τα δόντια μου αραίωναν κι αυτά, χωρίζονταν, για ν’ αφήσουν διέξοδο σ’ εκείνη την κραυγή. Την κράτησα. Διαλύθηκε εντός μου. Αυτή ’ταν η σιωπή. Κι εγώ ήμουν αέρινη — μπορούσα να πετάξω.
This was a taste, I don’t know, of deep, faded light-blue,
a taste of existent inexistence, sometimes underlined by
the great movement of a bird in its sleep, a noisy calmness,
and I was part of silence, the whole silence. I bit on a myrtle
leaf so that I wouldn’t yell, since I felt it: my mouth was
enlarged to an exclamation ready to yell and my teeth
thinned up, separated one from the other to make room
for that yell. I withheld it. It vanished inside me. This was
Ίσως και να τον είδες ένα απόγευμα, αργά προς το βράδυ, αυτόν με την άδεια βαλίτσα, που προσποιείται τον κουτσό, (κι ίσως να ’ναι) αυτόν που κάθε τόσο σταματάει από το βάρος του άδειου — αφήνει τη βαλίτσα του στο πεζοδρόμιο ή στη σκάλα, σκουπίζει τον ιδρώτα του με ανάστροφο χέρι, και πάλι σηκώνει τη βαλίτσα του, ακούγοντας μέσα της τον κρότο από δυο γυάλινους βόλους (ο ένας κίτρινος, ο άλλος γαλάζιος) που κυλούν και χτυπιούνται.
Perhaps you saw him in the afternoon, closer to evening,
the person with the empty suitcase who pretended to limp
(perhaps he is) the person who often stops from the weight
of emptiness — he leaves his suitcase on the sidewalk or
the stairs, wipes his sweat with the back of his hand, then
he lifts the suitcase again, hearing inside it, the clank
of two glass balls (one yellow, the other light-blue) which
Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση – ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι. Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι καθαρόαιμος σταλίνας ή χαφιές. Για…
Υποβρύχιες διαδρομές για κολυμβητές πάνω από τον βυθισμένο προϊστορικό οικισμό στο Παυλοπέτρι Λακωνίας προβλέπει το σχέδιο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων (ΕΕΑ), που εγκρίθηκε πρόσφατα από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ).
That morning I woke up with this unbearable grief of not ever having talked about heliotropes; it was strange, if not contemptible. I searched the rooms, the hallway, I walked down to the basement, “how did my childhood years fit in this?” I asked myself and smiled, “I must had been somewhere else” and I remembered mother at night all alone in the room; she wore that old hat with feathers as if to show that everything had ended. Exhausted I sat on the stairs, when the bell rang; I went and opened, it was again the man with the axe, “you idiot”, I said to him, “who do you pretend to be? I simply think of you”. “And you think you can escape?” He said to me.