Με τον Θεόδωρο Μπασιάκο γνωριστήκαμε ένα βράδυ «ποιήσεως στο δρόμο». Αυτό έγινε στο ουζερί της Τζένης στα κάτω Πατήσια κατά τη διάρκεια μιας βραδιάς που είχα οργανώσει εκεί πριν από 7-8 χρόνια βλέποντας ότι η ποίηση και γενικότερα η λογοτεχνία στη χώρα μας έχει εξοκείλει σε μια ακαδημαϊκού χαρακτήρα μικρο-ομάδα αλληλοχαϊδευόμενων αστών που προπληρώνουν τα έργα τους ώστε να μπορούν μετά να μιλούν για αυτά με μια ελαφρά (ή βαρύτερη) κομπορρημοσύνη και να χρησιμοποιούν δύσκολες, δήθεν, λέξεις ή συντακτικές κορδέλες για να δικαιολογήσουν την ομάδα και τον εαυτό τους εντός της.
Ό,τι πιο φρικτό για την τέχνη και τη Μούσα το βρίσκω αυτό. Την αγιαστούρα της συντεχνίας. Τους κύκλους…
Εκείνη η πρώτη βραδιά ήταν ένα σκληρό ρίσκο για το οποίο καλό ήταν να έχει κανείς χαλκό στα έντερα και στο στομάχι, καθότι εννοείται πως η επίθεση υπήρξε αμείλικτη, ειρωνική και, ως συνήθως, ψίθυρος από μακριά με…
“…εν τούτοισι και ο Σιληνός τοίσι κήποισι ήλω, ως λέγεται υπό Μακεδόνων. υπέρ δέ των κήπων όρος κείται Βέρμιον ούνομα, άβατον υπό χειμώνος. ενθεύτεν δέ ορμώμενοι, ως ταύτην έσχον, κατεστρέφοντο και την άλλην Μακεδονίην”.
Her hat was so funny that someone could write an exciting story about it, “Mrs. Remoundou” she introduced herself, “wife of a bankrupt husband.” Since then she comes often, hugs my mother and they cry; “there was always a house in our sleep” mother said, “Yes” the other said “but firstly one has to sleep” and I, to entertain them and make them laugh, as night fell, turned myself into a lamppost where man of my era will one day come, in full attire, to hang himself. https://www.lulu.com/account/projects/ke4yv6?page=1&pageSize=10