Ασκομαντούρα ή ασκομπαντούρα ή φλασκομαντούρα. Πνευστό κρητικό μουσικό όργανο. Κουβαλά μέσα του την ψυχή της Κρήτης και με τον επιβλητικό του ήχο μαγεύει τα αυτιά των ακροατών και προκαλεί δέος, ξυπνώντας αρχέγονα συναισθήματα.
Αυτός είναι ο δικός μου ορισμός για ένα από τα αρχαιότερα παραδοσιακά όργανα της Κρήτης, καθώς όσο και αν έψαξα στα λεξικά δεν βρήκα ετυμολογία που να με ικανοποιεί ή – στις περισσότερες περιπτώσεις – δεν βρήκα απολύτως καμία αναφορά.
Πρόκειται για ένα όργανο υπό εξαφάνιση, λίγοι είναι πλέον οι υπάρχοντες παίκτες ασκομαντούρας, όπως λίγες είναι και οι αναφορές, οι ηχογραφήσεις και οι φωτογραφίες. Η παρακμή φαίνεται να ξεκίνησε μεταπολεμικά, όταν με την εξέλιξη της τεχνολογίας και τον εξευρωπαϊσμό της μουσικής, αυτό το άκρως παραδοσιακό μουσικό όργανο άρχισε σιγά – σιγά να εκτοπίζεται.
Οι ΣΤΙΓΜΕΣ μίλησαν με κάποιους από τους ελάχιστούς ασκομαντουρίστες που έχουν μείνει πλέον στην Κρήτη. Πρόκειται για τρεις νέους ανθρώπους, το Μανόλη Φρονιμάκη, το…
Άνεμος με δάχτυλα φυσά Καταμεσής του Αυγούστου δύο φουντωμένες ουρές χαϊδεύονται τέσσερα μάτια ράβονται Άλλη μια κόρη γεννήθηκε Αδιάβροχη είναι -νομίζει- Ξέρει πως δεν ξέρει αν το φθινόπωρο θα κρατά ομπρέλα θα βραχεί ή θα πνιγεί Προς το παρόν -λέει- έχει καύσωνα
*
ημερολόγιο σποράς και φυτέματος
Αφού οι κόρες των ματιών ακόμη διαστέλλονται κι η νύχτα στο βογκητό της μέρας ντυμένη καπνίζει κι αφού το σώμα σου στυλώνεται με μαγκούρα τη λέξη, σκοτούρες άτυπης εκεχειρίας διαθλώνται σε φως
Σε χέρια τεχνιτών διυλίζεται η σκόνη φυτρώνουν ακόμη νεραντζιές στην Πατησίων
Το 430 π.Χ., η εντεκάχρονη αρχαία Αθηναία Μύρτις, ένα θύμα και αυτή, όπως και ο Περικλής, του μεγάλου λοιμού των Αθηνών, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι μετά από σχεδόν 2.500 χρόνια, θα συμμετείχε στην παγκόσμια προσπάθεια για την καταπολέμηση της πανδημίας του κορωνοϊού.
Έκλαψα κείνη την ημέρα για όλη μου τη ζωή, για τα περήφανα άλογα, για τα διωγμένα σκυλιά, για τα πουλιά, για τα μερμήγκια, για το γαϊδούρι του μπαρμπα-Σταμάτη που έβοσκε ήσυχα στον κάμπο, σ’ ένα κατάξερο κίτρινο χωράφι, — το ’βλεπα απ’ το παράθυρο· — «γαϊδουράκι μου, γαϊδουράκι μου», φώναζα μέσα μου — και λέοντας «γαϊδουράκι μου», εννοούσα τον κόσμο. Τότε βάλθηκα να κλαίω δυνατότερα ίσως για να μ’ ακούσει η αδάκρυτη αδελφή μου. Οι υπηρέτριες μαζεύαν απέξω τα μεγάλα ζεσταμένα χαλιά· — την κόκκινη ζέστα τους την ένιωσα, μεγάλη, υγιεινή, σ’ όλο το σώμα μου. Τα μάτια μου στεγνώσαν. Ο κόσμος ήταν ζεστός, χνουδωτός, ολοπόρφυρος — μαζί κι οι πεθαμένοι.
I cried that day, I cried for my whole life, for the proud
horses, the stray dogs, for the birds, the ants, for uncle
Stamatis’ donkey that grazed calmly in the plain, in
a dried up yellow field, I saw it from my window,
my little donkey, my little donkey, I cried inside me
and calling it my little donkey I meant the whole world.
Then I decided to cry louder so that
perhaps my tearless sister could hear me. The servant
girls gathered the big, warm carpets, I felt their red
warmth, strong, healthy over all of my body. My eyes
stopped crying. The world was warm, fluffy, purple