Όταν βγαίνει το φεγγάρι
οι καμπάνες χάνονται,
κι εμφανίζονται τ’ απρόσβατα
τα μονοπάτια.
Όταν βγαίνει το φεγγάρι
η θάλασσα σκεπάζει τη γη,
κι η καρδιά αισθάνεται νησί
καταμεσής του απείρου.
Κανείς δεν τρώει πορτοκάλια
κάτω απ’την πανσέληνο.
Πρέπει να φας
πράσινα φρούτα παγωμένα.
Όταν βγαίνει το φεγγάρι
με τα εκατό όμοια πρόσωπα
το αργυρό νόμισμα
κλαίει στην τσέπη
*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.
***
Γη
Προχωρούμε
πάνω σ’έναν καθρέφτη
δίχως ασήμι
πάνω σ’ένα κρύσταλλο
δίχως σύννεφα.
Αν οι ίριδες γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν τα ρόδα γεννιόταν
στην ανάστροφη όψη
αν όλες οι ρίζες
κοιτούσαν τ’ αστέρια
κι ο νεκρός δεν έκλεινε
τα μάτια
θα γινόμασταν σαν κύκνοι.
*Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης.
Γκασέλα του απελπισμένου έρωτα
Η νύχτα αρνιέται να’ρθει
για να μην έρθεις εσύ
και μήτε εγώ να μπορέσω να πάω.
Όμως εγώ θα πάω
κι ας τρώει το μηνύγγι μου ένας ήλιος από σκορπιούς.
Όλη μου η ζωή είναι ένας σκοτεινός στίχος
Που σε παίρνει διαιωνίζοντας
Ώς την αυγή της αιωνίας άνθησης κι ανάπτυξης
Σ’ αυτό το στίχο σε αναστέναξα, Αχ!
Σ’ αυτό το στίχο σε μπόλιασα στο δένδρο, στο νερό και στη φωτιά.
Η ζωή ίσως είναι
Ένας μακρύς δρόμος που κάθε μέρα περνά μια γυναίκα μ’ ένα ζεμπίλι.
Η ζωή ίσως είναι
Ένα σκοινί που το δένει στο λαιμό του ένας άνδρας για να κρεμαστεί από ένα δένδρο.
Η ζωή ίσως είναι ένα παιδί που επιστρέφει απ’ το σχολείο.
Η ζωή ίσως είναι
Άναμμα ενός τσιγάρου στη ναρκωμένη και χαλαρή διάσταση ανάμεσα σε δύο συνουσίες.
Ή, το χαμένο βλέμμα ενός διαβάτη που μ’ ένα ανόητο χαμόγελο, βγάζοντας το καπέλο του, λέει σ’ έναν άλλο διαβάτη “Καλημέρα σας”.
Η ζωή ίσως είναι
Αυτή η κλειδωμένη στιγμή που το βλέμμα μου αυτοκαταστρέφεται στις κόρες των ματιών σου. (Και σε αυτό διακρίνεται η αίσθηση που…
Τη νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα, ακούστηκε στο δρόμο, κάτω ακριβώς απ’ τα παράθυρά μου, το βήμα ενός διαβάτη· — ίσως ποτέ κανένας δεν περπάτησε μ’ αυτό τον τρόπο κάτω απ’ το φεγγάρι κι ίσως ποτέ κανένας να μην είχε ακούσει όπως εγώ ένα τέτοιο βήμα. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που ερχότανε στον κόσμο. Ήταν ο τελευταίος που έφευγε απ’ τον κόσμο. Και, ποτέ, κανένας δεν είχε ρθει μήτε είχε φύγει. Όπως σας είπα, ο κόσμος ήταν ζεστός, χνουδωτός, ολοπόρφυρος — χωρίς κανένα ρήγμα. Μονάχα το φεγγάρι δρόσιζε το χνούδι μιας κουβέρτας που ’χε μείνει στο μπαλκόνι.
That night, past mid-night, the steps of a passerby were
heard outside, just under my window, perhaps no one
ever walked in that fashion under the moonlight and
perhaps no one ever had listened to those steps
the way I did. He was the first ever man who came
to the world. He was the last one to leave. And, then,
no one came no one left.
As I said,
the world was warm, fluffy, all purple, without any chasm.
Only the moon was freshening the fluff of the blanket that
And since my finances went from bad to worse I started to become inventive: for one I went down to the basement where we had an old out of order clock; I turned it on at the most critical hour and I waited; and, let the Lord’s name be blessed, I never failed, when, proud I walked to the restaurant where the steam from the casseroles filled me with religious thoughts; poor people crowed the place: drunkards with flatten hats, words repeated thousands of times like the seasons, until, finally, drunk, I followed one of my dead. Thus I always found my way to the house.
(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια…
«Γύριζε, μη σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη, ο ψεύτης είδωλο είν’ εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια, η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δε θάβρει. Αλάργα. Μόρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.