Μια φορά κι έναν καιρό,
ένας αξιόλογος κύριος κοιτούσε τη θάλασσα.
Δεν ήθελε να φύγει από δω,
όμως όλες οι διακοπές δεν τελειώνουν κάποτε;
Όπως κάθε αξιόλογος κύριος λοιπόν
που γνωρίζει πως με το τέλος των διακοπών έρχεται η επιστροφή,
έτσι κι ο αξιόλογος κύριος της ιστορίας μας πήγε στο αεροδρόμιο.
“Λυπάμαι κύριε, αλλά φεύγετε στις 23, όχι σήμερα.
Να, δείτε.”
Ο κύριος είδε την ημερομηνία στο εισιτήριο του.
Όντως.
Στις αρχές του 1957 η δημοσιογράφος Γιολάντα Τερέντσιο (σσ οι παλιότεροι θα τη θυμούνται ανεξίτηλα) επισκέφθηκε το ζεύγος Καζαντζάκη στο σπίτι τους στην πόλη Αντίμπ. Περιγράφει το χώρο, δίνει ένα σύντομο πορτρέτο του συγγραφέα και καταγράφει τη συζήτηση που είχε μαζί του. Παραθέτουμε ένα απόσπασμα:
Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ’ το φανάρι του δρόμου και βλέπω το τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο πότε σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες αρμαθιές απ’ τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες ζέστης κατάσαρκης και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται τράβα τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς ξαναθυμάμαι και βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γόνατά μας τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιό μου ολόκληρη μια νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα το τραπέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν τα κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνουμαι πως τορνεύει μια υπερμεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις άλλη από μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα ‘ναι το σαρκώδες νούφαρο που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα γυαλιστερά φύλλα του όλο σ’ επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα νερά δίχως ένα λυγμό ανάμνησης
Έλληνας πολιτικός και διπλωμάτης. Διετέλεσε Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και πρώτος Κυβερνήτης του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, το οποίο ίδρυσε εκ θεμελίων και με την προσωπική του περιουσία.
Δεν κοίταξα άλλο· ούτε άκουγα σχεδόν τις πολεμόχαρες κραυγές τους — εγώ, ψηλά, στα τείχη, πάνω απ’ τα κεφάλια των θνητών, αέρινη, σάρκινη, χωρίς ν’ ανήκω σε κανένα, χωρίς να ’χω κανενός την ανάγκη, σα να ’μουν (ανεξάρτητη εγώ) ολόκληρος ο έρωτας, — ελεύθερη από το φόβο του θανάτου και του χρόνου, μ’ ένα άσπρο λουλούδι στα μαλλιά μου, μ’ ένα λουλούδι ανάμεσα στα στήθη μου, κι ένα άλλο στα χείλη να μου κρύβει το χαμόγελο της ελευθερίας. Μπορούσαν κι από τις δυο πλευρές να με τοξεύσουν. Έδινα στόχο βαδίζοντας αργά πάνω στα τείχη, σχεδιασμένη ακέρια στον χρυσοπόρφυρο ουρανό της εσπέρας. Κρατούσα τα μάτια κλεισμένα για να ευκολύνω μια εχθρική χειρονομία τους — γνωρίζοντας στο βάθος ότι κανείς δεν θα τολμούσε. Τα χέρια τους τρέμαν απ’ το θάμβος της ομορφιάς και της αθανασίας μου — (ίσως τώρα μπορώ να προσθέσω: δεν τον φοβόμουν το θάνατο, γιατί τον ένιωθα πολύ μακριά μου).
I didn’t watch anymore I hardly even heard their
war-thirsty cries –
high up on the walls I was above the heads of mortals airy
made of flesh
belonging to no one without need of anyone
as if I was independent absolute love – free
from fear of death and time with a white flower
in my hair
with a flower between my breasts and another in my lips
hiding for me
the smile of freedom
They could
have shot at me from both sides with their arrows
I presented
an easy target walking slowly on the walls completely intact
in the golden purple evening sky
I kept my eyes closed
to make every hostile gesture from them easy – knowing
deep inside
that none of them would dare Their hands trembled with awe
at my beauty and immortality –
(maybe I can add now that
I didn’t fear death because I felt him so far away)