Ποντικονήσι. Μία μικρή βραχονησίδα της Κέρκυρας, που το περίεργο σχήμα του έδωσε για κάποιους ίσως και το όνομά του. Ο θρύλος που το συνοδεύει αναφέρει πως ο θυμωμένος Ποσειδώνας αντικρίζοντας το καράβι που χάρισαν οι Φαίακες στον Οδυσσέα για να γυρίσει στην Ιθάκη, το ακούμπησε με την τρίαινά του και με τις θεϊκές δυνάμεις του το μετέτρεψε σε βράχο.
……………………..
λόγια σιωπηλά
λόγια ανεπαίσθητα
λόγια σε χαραγμένα γράμματα
λόγια σε χείλη αθώα
λόγια αδιάντροπα
λόγια σε ερείπια
λόγια σε κλειστούς δρόμους
λόγια σε γκρεμούς
λόγια σε πλάνες
λόγια σε προσμονές λόγια σε όνειρα
λόγια σε ώρες αιχμής
λόγια σε ώρα ανάγκης
λόγια σε πίκρες
λόγια σε μισεμούς
λόγια σε εμπαιγμούς
λόγια σε καρδιές
λόγια σε ψυχές
λόγια σε σκιές φλύαρες
λόγια σε βραδινές εξορμήσεις
λόγια σε πλημμύρες
λόγια σε κρύσταλλα
λόγια σε μελωδίες
λόγια σε αγνότητες
λόγια σε όρθρους φευγάτους
λόγια σε ανταύγειες
λόγια σε σεπτές μυσταγωγίες
……………………….
Mερικές φορές ετοιμάζω στον ύπνο μου βοήθειες όπως κλαδιά σε έρημο τοπίο απ΄ αυτά που μπορείς να κρατηθείς για να μη βουλιάξεις σε βάλτο που έχεις πέσει κατά λάθος ή σχοινιά για να σε τραβήξουν σε περίπτωση ανάγκης βακτηρίες που χρησιμεύουν στις ανηφόρες και άλλα πολλά καταπότια κι ορούς σ’ εφημερεύον νοσοκομείο όταν ο πόνος είναι ένας γέροντας που δακρύζει διπλωμένος στα δύο περιμένοντας τη σειρά του στην αίθουσα αναμονής.
*
ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ
Διηγείσαι όπως κάθονται οι κοπέλες στα σκαλιά και μνημονεύουν τους αδικοχαμένους. Η λύπη τριγυρνάει στα παρτέρια τ’ ουρανού σκυφτή κι ασάνδαλη σημαδεύοντας πάντα στο κέντρο. Κι αυτοί που δεν πιστεύουν μετεωρίζονται διαρκώς σ’ ένα μεγάλο κενό χωρίς σημασίες αφού τίποτα δεν υπάρχει. Μ’ επιδημίες, λοιμούς κι άλλα τεχνάσματα πολλά ξαπλώνουν σε κρύα δωμάτια μοναξιάς. Και δεν μαθαίνουν ποτέ πως δεν είναι το χέρι τους που γράφει αλλά μια κυρία απαστράπτουσα που κατεβαίνει…
Έχω συχνά διακρίνει πρόσωπα νεκρών, γδαρμένα, όχι αιμάτινα πια, αλλά κατάχλωμα, αμαρτωλά, κι αδιάφορα τώρα, να επικάθονται επάνω στην ψυχρή τους χρυσή προσωπίδα. Αυτά που ’χαν πολύ μαρτυρήσει και πολύ ψευστεί (για ν’ αποφύγουν ίσως να ομολογήσουν το μαρτύριό τους), αυτά είναι τα πρόσωπα θαρρώ των Αγίων.
Α, μη νομίσεις πως ζητώ να μπω και γω στη χορεία τους και πως γι’ αυτό τους εγκωμιάζω. Όχι, όχι. Εγώ ομολόγησα. Το άγιο, το ταπεινό το ψεύδος δεν το κράτησα. Το προσωπείο το ’σκισα και το πέταξα μπροστά στα πόδια σου· δεν το διατρύπησα, δεν το υπερκάλυψα με το πρόσωπό μου. Ωστόσο και τώρα θα ’θελα να σ’ το ξαναπώ: την αγιότητα πριν απ’ την αμαρτία δεν την πιστεύω.
I have often discerned faces of dead persons, scratched,
not bloodied anymore, very pale though, sinful, indifferent,
that sit over their frozen, golden mask.
These,
who had suffered a lot and had lied a lot (in order to avoid,
perhaps, to disclose their suffering), I believe these are
the faces of Saints.
Ah, don’t think that I praise these so I can be in their
company, not at all. I just confess. I haven’t retained any
sainthood, humbleness, or lies. I ripped and threw
the mask in front of your feet; I didn’t perforated it,
I didn’t cover it with my face. Yet I’d like to repeat: