Yannis Ritsos – Poems, Volume II


(Απόσπασμα-Excerpt XXXΙΙ)

Έχω συχνά διακρίνει πρόσωπα νεκρών, γδαρμένα,
όχι αιμάτινα πια, αλλά κατάχλωμα,
αμαρτωλά, κι αδιάφορα τώρα, να επικάθονται
επάνω στην ψυχρή τους χρυσή προσωπίδα.
που ’χαν πολύ μαρτυρήσει και πολύ ψευστεί (για ν’ αποφύγουν ίσως
να ομολογήσουν το μαρτύριό τους), αυτά
είναι τα πρόσωπα θαρρώ των Αγίων.

Α, μη νομίσεις πως ζητώ να μπω και γω στη χορεία τους
και πως γι’ αυτό τους εγκωμιάζω. Όχι, όχι. Εγώ ομολόγησα. Το άγιο,
το ταπεινό το ψεύδος δεν το κράτησα. Το προσωπείο
το ’σκισα και το πέταξα μπροστά στα πόδια σου· δεν το διατρύπησα,
δεν το υπερκάλυψα με το πρόσωπό μου. Ωστόσο και τώρα
θα ’θελα να σ’ το ξαναπώ: την αγιότητα πριν απ’ την αμαρτία δεν την πιστεύω.

I have often discerned faces of dead persons, scratched,

not bloodied anymore, very pale though, sinful, indifferent,

that sit over their frozen, golden mask.


who had suffered a lot and had lied a lot (in order to avoid,

perhaps, to disclose their suffering), I believe these are

the faces of Saints.

Ah, don’t think that I praise these so I can be in their

company, not at all. I just confess. I haven’t retained any

sainthood, humbleness, or lies. I ripped and threw 

the mask in front of your feet; I didn’t perforated it,

I didn’t cover it with my face. Yet I’d like to repeat:

I don’t believe in sainthood before the sin.



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s