Wheat Ears – Selected Poems


Suddenly it was sunrise

a new day

full of vigor and stamina

all comrades woke staring

at each other, counting bodies

that moved instead of the motionless,

let them be cursed  

let them keep away from us;

then the sergeant came

and called our names

it wasn’t strange that we answered

except the dead laid in the ditch

in gray sacks like rotten potatoes

no one dared deal with

and the sun, unerring

overlooking, stood high up

in the horizon like a mother

who counted one by one her children

she hid her eyes from

this unspeakable spectacle

then a moment

of silence was called for

the ones who could no longer breathe


Yannis Ritsos – Poems, Volume III


Judgement Hour

So many dead people

while they’re alive.

So many alive

while they’re dead.

You sit on the chair

you count your buttons.

To whom do you belong?

Who are you?

What are you doing?


Katerina Anghelaki Rooke, Selected Poems


Finally, could it be

an unfamiliar mechanism

or shall we remember the beginning

as we return to the exit?

Perhaps like the water,

the soil, the sperm, necessary things,

which because of their exaggeration

they might choke you,

you die

when your life becomes excessive?

The young man laughed

and it was like all His promises

in a moment of weakness


looked at him.


Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Δύο ποιήματα

To Koskino


Mερικές φορές ετοιμάζω στον ύπνο μου βοήθειες
όπως κλαδιά σε έρημο τοπίο
απ΄ αυτά που μπορείς να κρατηθείς
για να μη βουλιάξεις
σε βάλτο που έχεις πέσει κατά λάθος
ή σχοινιά για να σε τραβήξουν σε περίπτωση ανάγκης
βακτηρίες που χρησιμεύουν στις ανηφόρες
και άλλα πολλά
καταπότια κι ορούς σ’ εφημερεύον νοσοκομείο
όταν ο πόνος είναι ένας γέροντας που δακρύζει
διπλωμένος στα δύο
περιμένοντας τη σειρά του στην αίθουσα αναμονής.



Διηγείσαι όπως κάθονται οι κοπέλες στα σκαλιά
και μνημονεύουν τους αδικοχαμένους.
Η λύπη τριγυρνάει στα παρτέρια τ’ ουρανού
σκυφτή κι ασάνδαλη
σημαδεύοντας πάντα στο κέντρο.
Κι αυτοί που δεν πιστεύουν μετεωρίζονται διαρκώς
σ’ ένα μεγάλο κενό χωρίς σημασίες
αφού τίποτα δεν υπάρχει.
Μ’ επιδημίες, λοιμούς κι άλλα τεχνάσματα πολλά
ξαπλώνουν σε κρύα δωμάτια μοναξιάς.
Και δεν μαθαίνουν ποτέ
πως δεν είναι το χέρι τους που γράφει
αλλά μια κυρία απαστράπτουσα
που κατεβαίνει…

View original post 71 more words