……………………..
λόγια σιωπηλά
λόγια ανεπαίσθητα
λόγια σε χαραγμένα γράμματα
λόγια σε χείλη αθώα
λόγια αδιάντροπα
λόγια σε ερείπια
λόγια σε κλειστούς δρόμους
λόγια σε γκρεμούς
λόγια σε πλάνες
λόγια σε προσμονές
λόγια σε όνειρα
λόγια σε ώρες αιχμής
λόγια σε ώρα ανάγκης
λόγια σε πίκρες
λόγια σε μισεμούς
λόγια σε εμπαιγμούς
λόγια σε καρδιές
λόγια σε ψυχές
λόγια σε σκιές φλύαρες
λόγια σε βραδινές εξορμήσεις
λόγια σε πλημμύρες
λόγια σε κρύσταλλα
λόγια σε μελωδίες
λόγια σε αγνότητες
λόγια σε όρθρους φευγάτους
λόγια σε ανταύγειες
λόγια σε σεπτές μυσταγωγίες
……………………….
Author: vequinox
Wheat Ears – Selected Poems

Sunrise
Suddenly it was sunrise
a new day
full of vigor and stamina
all comrades woke staring
at each other, counting bodies
that moved instead of the motionless,
let them be cursed
let them keep away from us;
then the sergeant came
and called our names
it wasn’t strange that we answered
except the dead laid in the ditch
in gray sacks like rotten potatoes
no one dared deal with
and the sun, unerring
overlooking, stood high up
in the horizon like a mother
who counted one by one her children
she hid her eyes from
this unspeakable spectacle
then a moment
of silence was called for
the ones who could no longer breathe
Yannis Ritsos – Poems, Volume III

12
Judgement Hour
So many dead people
while they’re alive.
So many alive
while they’re dead.
You sit on the chair
you count your buttons.
To whom do you belong?
Who are you?
What are you doing?
Katerina Anghelaki Rooke, Selected Poems

V
Finally, could it be
an unfamiliar mechanism
or shall we remember the beginning
as we return to the exit?
Perhaps like the water,
the soil, the sperm, necessary things,
which because of their exaggeration
they might choke you,
you die
when your life becomes excessive?
The young man laughed
and it was like all His promises
in a moment of weakness
God
looked at him.
Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Δύο ποιήματα

ΣΕ ΕΡΗΜΟ ΤΟΠΙΟ
Mερικές φορές ετοιμάζω στον ύπνο μου βοήθειες
όπως κλαδιά σε έρημο τοπίο
απ΄ αυτά που μπορείς να κρατηθείς
για να μη βουλιάξεις
σε βάλτο που έχεις πέσει κατά λάθος
ή σχοινιά για να σε τραβήξουν σε περίπτωση ανάγκης
βακτηρίες που χρησιμεύουν στις ανηφόρες
και άλλα πολλά
καταπότια κι ορούς σ’ εφημερεύον νοσοκομείο
όταν ο πόνος είναι ένας γέροντας που δακρύζει
διπλωμένος στα δύο
περιμένοντας τη σειρά του στην αίθουσα αναμονής.
*
ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ
Διηγείσαι όπως κάθονται οι κοπέλες στα σκαλιά
και μνημονεύουν τους αδικοχαμένους.
Η λύπη τριγυρνάει στα παρτέρια τ’ ουρανού
σκυφτή κι ασάνδαλη
σημαδεύοντας πάντα στο κέντρο.
Κι αυτοί που δεν πιστεύουν μετεωρίζονται διαρκώς
σ’ ένα μεγάλο κενό χωρίς σημασίες
αφού τίποτα δεν υπάρχει.
Μ’ επιδημίες, λοιμούς κι άλλα τεχνάσματα πολλά
ξαπλώνουν σε κρύα δωμάτια μοναξιάς.
Και δεν μαθαίνουν ποτέ
πως δεν είναι το χέρι τους που γράφει
αλλά μια κυρία απαστράπτουσα
που κατεβαίνει…
View original post 71 more words
Γιώργος Θέμελης: Οι απόντες απ’ το δείπνο (III)
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
[Ενότητα Οι απόντες]
Εμείς είμαστε οι απόντες απ’ το δείπνο
Φωτοσκιάσεις
Οι απόντες απ’ το δείπνο
III
Σαν τα πουλιά που πιάστηκαν
Στους χιονισμένους κήπους του θανάτου,
Μετρούν τους κύκλους των, τους ήλιους που βασιλεύουν.
Όσοι αγάπησαν και δεν αγαπήθηκαν.
Όσοι πείνασαν και δίψασαν
Τον εαυτό τους, την ψυχή τους.
Δόθηκαν και δεν ανταποδόθηκαν,
Απογυμνώθηκαν και δεν ντυθήκαν.
Γυμνοί, λιπόσαρκοι και σταυρωμένοι.
Ανάμεσά τους ο άλλος εκείνος,
Άγνωστος, έρημος, σαν ένας από μας.
Ένας ζητιάνος του θανάτου,
Με το καλάμι του, με το σκοινί του.
Ο πιο νεκρός, ο πιο γυμνός.
Από τη συλλογή Έξοδος (1968) του Γιώργου Θέμελη
Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης
Yannis Ritsos – Poems, Volume II

ΦΑΙΔΡΑ/PHAEDRA
(Απόσπασμα-Excerpt XXXΙΙ)
Έχω συχνά διακρίνει πρόσωπα νεκρών, γδαρμένα,
όχι αιμάτινα πια, αλλά κατάχλωμα,
αμαρτωλά, κι αδιάφορα τώρα, να επικάθονται
επάνω στην ψυχρή τους χρυσή προσωπίδα.
Αυτά
που ’χαν πολύ μαρτυρήσει και πολύ ψευστεί (για ν’ αποφύγουν ίσως
να ομολογήσουν το μαρτύριό τους), αυτά
είναι τα πρόσωπα θαρρώ των Αγίων.
Α, μη νομίσεις πως ζητώ να μπω και γω στη χορεία τους
και πως γι’ αυτό τους εγκωμιάζω. Όχι, όχι. Εγώ ομολόγησα. Το άγιο,
το ταπεινό το ψεύδος δεν το κράτησα. Το προσωπείο
το ’σκισα και το πέταξα μπροστά στα πόδια σου· δεν το διατρύπησα,
δεν το υπερκάλυψα με το πρόσωπό μου. Ωστόσο και τώρα
θα ’θελα να σ’ το ξαναπώ: την αγιότητα πριν απ’ την αμαρτία δεν την πιστεύω.
I have often discerned faces of dead persons, scratched,
not bloodied anymore, very pale though, sinful, indifferent,
that sit over their frozen, golden mask.
These,
who had suffered a lot and had lied a lot (in order to avoid,
perhaps, to disclose their suffering), I believe these are
the faces of Saints.
Ah, don’t think that I praise these so I can be in their
company, not at all. I just confess. I haven’t retained any
sainthood, humbleness, or lies. I ripped and threw
the mask in front of your feet; I didn’t perforated it,
I didn’t cover it with my face. Yet I’d like to repeat:
I don’t believe in sainthood before the sin.
Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

POEM BY CHLOE KOUTSOUBELIS
THE TICKET
I purchased a train ticket
to come and find you.
So simple to get onto a train
with the operator, the money collector, other passengers
rails touching the ground
and all stops pre-announced.
I forgot how black the train of love is.
It burns coal and every hope
with a blind eye and a gaping mouth
an orchid engine forever hungry
it groans rhythmically
like a gigantic serpent
in and out the fearful tunnels.
I forgot how lonely the train of love is.
The inspector often
validates the tickets
and the money collector
a wax resemblance
always waiting at the station.
I purchased a train ticket
to come and find you.
As if I didn’t know the voyage is always the same
and who to look for in the deserted station.
Γιώργος Θέμελης, Ήθελα να ’σουν
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
[Ενότητα Α’. Το δίχτυ των ψυχών]
Ήθελα να ’σουν
Ήθελα να ’σουν καθρέφτης μου, πράγμα μου.
Να ’σουνα πράγμα να μου ανήκεις
Μες στην ακέρια σου ομορφιά,
Όπως η ακατάτμητή μου θλίψη.
Καθρέφτης μου να σε μαθαίνω,
Και πράγμα μου να σε κρατώ.
Να ’σουνα πράγμα μου: το πράγμα
Το πιο ακριβό, το πιο θαμμένο
Μες στην αγάπη μου, μέσα στην κρύπτη.
Μέσα στα μάτια μου να σ’ έχω.
Ήλιος τη μέρα, άστρο τη νύχτα,
Φεγγάρι μου στη μοναξιά.
Το κάθισμα να ’σουν που κάθομαι, το μαξιλάρι,
Το φυλαχτό μου στον λαιμό, το τίμιο ξύλο.
Στα όνειρά μου ουράνιο τόξο.
Και πέτρα στον θάνατο, πέτρα μου,
Πέτρα μητρική.
Ήθελα να ’σουν καθρέφτης μου, πράγμα μου…
Από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη
Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης
Ανελκυστήρα πλαγιάς στο Δικταίον Άντρο εγκαθιστά το ΥΠΠΟΑ
Για τη βελτίωση της προσβασιμότητας του αρχαιολογικού χώρου

Στην εγκατάσταση ανελκυστήρα πλαγιάς στον εξωτερικό χώρο του σπηλαίου του Δικταίου Άντρου στο Οροπέδιο Λασιθίου, για την εξυπηρέτηση και προσέγγιση ατόμων με κινητικά προβλήματα, ΑμεΑ και ηλικιωμένων, προχωρά το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Η επισκεψιμότητα στο σπήλαιο, που βρίσκεται πάνω από το χωριό Ψυχρό του Οροπεδίου Λασιθίου, ξεπερνά τους 200 χιλιάδες επισκέπτες τον χρόνο, αποτελώντας έναν δημοφιλή τουριστικό και πολιτιστικό προορισμό. Συγχρόνως συνιστά έναν σημαντικό αναπτυξιακό πόρο για την περιοχή, καθώς ενισχύει σε ποσοστό άνω του 70% την τοπική οικονομία.
View original post 332 more words
