Στα φύλλα της καρδιάς η αγάπη φωλιάζει περιμένει την κατάλληλη στιγμή το κατάλληλο πρόσωπο για να εκδηλωθεί να ενσαρκωθεί έχει αυστηρό γούστο εύκολα δεν εκδηλώνεται περπατάει καιρό μέσα στη μοναξιά στα απέραντα δάση της ψυχής μα όταν έρθει η ώρα έρχεται σαν έκρηξη μοιάζει με ρίγος σ΄όλο το σώμα η αγάπη τότε σε μεταμορφώνει.
Έφυγαν όλοι. Τώρα κάθομαι εδώ και κοιτάω και ξεχνάω και θυμάμαι. Τα πάντα ήταν καλά. Δε μου χρειάζεται τίποτε, — χορταστική ολιγάρκεια. Βάζω τα χέρια μου στα γόνατά μου· αγγίζω το κενό· κρατιέμαι απ’ το κενό. Στέκομαι ακόμη ορθή σ’ ένα εξαίσιο, ετοιμόρροπο μπαλκόνι, πιασμένη απ’ τα κάγκελα — μετέωρη σχεδόν. Σε τούτα τα κάγκελα, μετάλλινα, λεία, αντιλαμβάνομαι τις αλλαγές του καιρού, το κρύο, τη ζέστη, την υγρασία, τ’ αστέρια — εικονικές αλλαγές. Ένα σπουργίτι, πότε πότε, κάθεται εκεί και με κοιτάει· — γνωριζόμαστε. Δεν έχουμε τίποτα να πούμε.
Θυμάμαι κάποιο απόγευμα, — η μητέρα είχε βγει για κάποια επίσκεψη πριν λίγο· μπήκα στην κάμαρά της· φόρεσα τα παπούτσια της —ζεστά απ’ τα πόδια της ακόμα— η ξένη εκείνη ζέστα· — ψήλωσα μεμιάς σα να γνώρισα μιαν ανεξήγητη αμαρτία. Ολόκληρη βδομάδα δεν τολμούσα να κοιτάξω στα μάτια τη μητέρα. Κρυβόμουν στους θάμνους του κήπου προσμένοντας μια τιμωρία ή μιαν ανταμοιβή, — δεν ξέρω.
They all left. Now, I sit here and look around, and I
forget, I remember. Everything was good, I don’t
need anything satiating frugality. I wrap my hands
around my knees, touch the void, hold onto it. I still
stand in a beautiful, ready to tumble balcony, holding
onto a chair, almost floating. I sense the weather
changes holding onto the metal, smooth, railings;
I sense the cold, the heat, dampness, the stars, change
of images. Sometimes a sparrow sits there and looks
at me; we know each other. We have nothing to say.
I remember one afternoon, mother had gone out for
a visit; I went to her room, I put on her shoes, still
warm from her feet, the strange warmth, I felt that
warmth as if I had grown taller as if I was, at once,
familiar with an inexplicable sin. I couldn’t look
Το ποίημα τούτο το ’φτιαξα πλάι στ’ αρμυρό το ρέμα.
Τ’ ακούς; Να πας να της το πεις κατ’ όπου πάει και φτάνει.
Είναι ψηλή κι έχει καλό και ήσυχο το βλέμμα,
κι είναι ξανθιά σαν τα σπαρτά που φρίκιασαν δρεπάνι.
Αχού, πού πας, αγάπη μου, κι είναι χειμώνας, δείλι;
Πού; Κι είναι η καρδούλα μου λούλουδο μαραμένο,
χάρτινο ποίημα παλιό, που το ’χω ξαποστείλει
κάτ’ από το τραπέζι μου, κατατσαλακωμένο;
Απ’ το θλιβό τ’ απόγευμα πήρα τη όψη σου όλη
και πήγα και την κάρφωσα πάνω στο εικονοστάσι
και αρχινώ τις προσευχές σα βρέξει στο περβόλι
για νιώσω πως η λησμονιά λέει να καταφτάσει.
Κάποτε, αγάπη μου, έρχονταν μονάχα τους κοντά σου
τα κοκοράκια κι άρχιζες τα τρυφερά λογάκια.
Σα τη μανούλα τα ’παιρνες γλυκά στην αγκαλιά σου.
Μα τώρα πια ποιος θα τα πάει να κάνουνε νανάκια;
Αχού, πονάει, αγάπη μου, το χτεσινό σου αντίο. Πεινούν τα κοκοράκια…
Η λατινοαμερικανική λογοτεχνία εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις εμφανίζεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Κι όχι τυχαία είναι ή εποχή πού ή μία μετά την άλλη οι χώρες αποκτούν την ανεξαρτησία τους. Από τότε μπορεί να διακρίνει κανείς μέσα από τα πρώτα λογοτεχνικά έργα, τα επηρεασμένα από τα ποικίλα ευρωπαϊκά ρεύματα, την αναζήτηση και την προσπάθεια δημιουργίας μιας ενιαίας γλώσσας, ικανής να εκφράσει την κοινωνική συνείδηση των λατινοαμερικάνικων λαών. Μιας γλώσσας επιβεβλημένο όργανο τής αποικιοκρατίας- πού έπρεπε να μεταμορφωθεί σέ συλλογικό όργανο ικανό να απελευθερώσει τούς λατινοαμερικάνικους λαούς από το φάντασμα τής ιστορίας πού τούς δυνάστευε και ταυτόχρονα ν’ ανακαλύψει και ν ανασύρει μέσα απ’ αυτό το νήμα τής δικιάς τους…