The sun usually rises soon after the execution the musicians steal apples or they cry in their hats and the frightened people, as they say, know the first names of all the lampposts like where they didn’t allow you to enter although there was a door therefore you trusted all your bones in your cloths like a female cook who wrapped her apron over two wars, humiliation that, if I describe it to you, the words will die in humiliation always talking in low tone voice so I won’t scorn you like the soldier who keeps silent until he becomes an apricot tree or someone who was never noticed and he delays in his coffin and the senseless café where father dragged his feet like crime oh, if I could grow roots in the evening sounds of the kitchen I’d had never died like the air of this crime that spends the seasons or like the good poet you become when you have nothing else in the world.
Τάκης Σούκας & Σώτια Τσώτου, Και πού θεός
(τραγούδι: Στέλιος Καζαντζίδης / δίσκος: Και πού θεός (1994))
Ένοικος
Μα Εσύ ποιος είσαι; Ακούω τα βήματά σου
Στους ήχους των βημάτων μου Ποιος είσαι;
Ακούω το βάθος της σιωπής σου ως ένα
Πηγάδι σκοτεινό ή ανάσα δέντρου
Ακούω την ύπαρξή σου σαν αγνώστου
Κι απόμακρου ουρανού το κατακρήμνισμα
Κι όμως το ξέρω, μ’ έχεις προσαρτήσει
Με κατοικείς, είμαι το σπίτι σου, έλα
Να ζεσταθείς, σου ανάβω την καρδιά μου
Δεν θέλω ανταμοιβή, δεν σου γυρεύω
Να μου φανερωθείς, σου ανοίγω κιόλας
Τη μυστική καταπακτή βαθιά μου
Να κρύψεις μέσα εκεί τα αινίγματά σου
Δεν σου ζητώ σημάδι παρουσίας
Δέχομαι τον πικρό καρπό της λήθης
Τη μοναξιά – την ερημιά των κόσμων
Σωπαίνω μέσα σ’ όλες τις σιωπές σου
Θα ’μαι το κάστρο σου ως στην έσχατη ώρα
Από τη συλλογή Η Περσεφόνη των γυρισμών (1974) του Ορέστη Αλεξάκη
Ο Θεός και όλοι οι άγγελοι λικνίζουν τον κόσμο
Τώρα που το φεγγάρι ανεβαίνει με τη ζέστη
Κι οι γρύλοι βουίζουν πάλι στο γρασίδι. Το φεγγάρι
Κλαίει στο νου χαμένες αναμνήσεις.
Πλάγιασε αυτός κι ο άνεμος της νύχτας φυσάει πάνω του, εδώ.
Οι καμπάνες αργοχτυπούν. Δεν είναι ύπνος αυτός.
Είναι πόθος
Αχ ναι, πόθος… έτσι που γέρνει στο κρεβάτι του
Στους αγκώνες του στηριγμένος, στο κρεβάτι του,
Κοιτάζοντας, τα μεσάνυχτα, το μαξιλάρι που είναι μαύρο
Στο καταστροφικό δωμάτιο… πέρα απ’ την απόγνωση
Σαν ένστικτο πιο βαθύ. Τι είναι αυτό που ποθεί;
Μα αυτό δεν μπορεί να το ξέρει ο άνθρωπος που σκέπτεται,
Αλλά την ίδια τη ζωή, τον πόθο που εκπληρώνεται
Στο άλεσμα του χρόνου, κοιτάζοντας επίμονα
Ενα κεφάλι στο μαξιλάρι, στα σκοτεινά,
Πλατύτερο από σουδάριο**, μιλώντας τη γλώσσα
Των απολύτων, ένα κεφάλι ασώματο
Με χείλη πρησμένα από ταραχές κι αντάρτικες φωνές
Το κεφάλι ενός απ’ τους πεσόντες, γερμένο Στο…