
12
Judgement Hour
So many dead people
while they’re alive.
So many alive
while they’re dead.
You sit on the chair
you count your buttons.
To whom do you belong?
Who are you?
What are you doing?

12
Judgement Hour
So many dead people
while they’re alive.
So many alive
while they’re dead.
You sit on the chair
you count your buttons.
To whom do you belong?
Who are you?
What are you doing?

V
Finally, could it be
an unfamiliar mechanism
or shall we remember the beginning
as we return to the exit?
Perhaps like the water,
the soil, the sperm, necessary things,
which because of their exaggeration
they might choke you,
you die
when your life becomes excessive?
The young man laughed
and it was like all His promises
in a moment of weakness
God
looked at him.

ΣΕ ΕΡΗΜΟ ΤΟΠΙΟ
Mερικές φορές ετοιμάζω στον ύπνο μου βοήθειες
όπως κλαδιά σε έρημο τοπίο
απ΄ αυτά που μπορείς να κρατηθείς
για να μη βουλιάξεις
σε βάλτο που έχεις πέσει κατά λάθος
ή σχοινιά για να σε τραβήξουν σε περίπτωση ανάγκης
βακτηρίες που χρησιμεύουν στις ανηφόρες
και άλλα πολλά
καταπότια κι ορούς σ’ εφημερεύον νοσοκομείο
όταν ο πόνος είναι ένας γέροντας που δακρύζει
διπλωμένος στα δύο
περιμένοντας τη σειρά του στην αίθουσα αναμονής.
*
ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΜΙΑΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ
Διηγείσαι όπως κάθονται οι κοπέλες στα σκαλιά
και μνημονεύουν τους αδικοχαμένους.
Η λύπη τριγυρνάει στα παρτέρια τ’ ουρανού
σκυφτή κι ασάνδαλη
σημαδεύοντας πάντα στο κέντρο.
Κι αυτοί που δεν πιστεύουν μετεωρίζονται διαρκώς
σ’ ένα μεγάλο κενό χωρίς σημασίες
αφού τίποτα δεν υπάρχει.
Μ’ επιδημίες, λοιμούς κι άλλα τεχνάσματα πολλά
ξαπλώνουν σε κρύα δωμάτια μοναξιάς.
Και δεν μαθαίνουν ποτέ
πως δεν είναι το χέρι τους που γράφει
αλλά μια κυρία απαστράπτουσα
που κατεβαίνει…
View original post 71 more words
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
[Ενότητα Οι απόντες]
Εμείς είμαστε οι απόντες απ’ το δείπνο
Φωτοσκιάσεις
Οι απόντες απ’ το δείπνο
III
Σαν τα πουλιά που πιάστηκαν
Στους χιονισμένους κήπους του θανάτου,
Μετρούν τους κύκλους των, τους ήλιους που βασιλεύουν.
Όσοι αγάπησαν και δεν αγαπήθηκαν.
Όσοι πείνασαν και δίψασαν
Τον εαυτό τους, την ψυχή τους.
Δόθηκαν και δεν ανταποδόθηκαν,
Απογυμνώθηκαν και δεν ντυθήκαν.
Γυμνοί, λιπόσαρκοι και σταυρωμένοι.
Ανάμεσά τους ο άλλος εκείνος,
Άγνωστος, έρημος, σαν ένας από μας.
Ένας ζητιάνος του θανάτου,
Με το καλάμι του, με το σκοινί του.
Ο πιο νεκρός, ο πιο γυμνός.
Από τη συλλογή Έξοδος (1968) του Γιώργου Θέμελη
Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

ΦΑΙΔΡΑ/PHAEDRA
(Απόσπασμα-Excerpt XXXΙΙ)
Έχω συχνά διακρίνει πρόσωπα νεκρών, γδαρμένα,
όχι αιμάτινα πια, αλλά κατάχλωμα,
αμαρτωλά, κι αδιάφορα τώρα, να επικάθονται
επάνω στην ψυχρή τους χρυσή προσωπίδα.
Αυτά
που ’χαν πολύ μαρτυρήσει και πολύ ψευστεί (για ν’ αποφύγουν ίσως
να ομολογήσουν το μαρτύριό τους), αυτά
είναι τα πρόσωπα θαρρώ των Αγίων.
Α, μη νομίσεις πως ζητώ να μπω και γω στη χορεία τους
και πως γι’ αυτό τους εγκωμιάζω. Όχι, όχι. Εγώ ομολόγησα. Το άγιο,
το ταπεινό το ψεύδος δεν το κράτησα. Το προσωπείο
το ’σκισα και το πέταξα μπροστά στα πόδια σου· δεν το διατρύπησα,
δεν το υπερκάλυψα με το πρόσωπό μου. Ωστόσο και τώρα
θα ’θελα να σ’ το ξαναπώ: την αγιότητα πριν απ’ την αμαρτία δεν την πιστεύω.
I have often discerned faces of dead persons, scratched,
not bloodied anymore, very pale though, sinful, indifferent,
that sit over their frozen, golden mask.
These,
who had suffered a lot and had lied a lot (in order to avoid,
perhaps, to disclose their suffering), I believe these are
the faces of Saints.
Ah, don’t think that I praise these so I can be in their
company, not at all. I just confess. I haven’t retained any
sainthood, humbleness, or lies. I ripped and threw
the mask in front of your feet; I didn’t perforated it,
I didn’t cover it with my face. Yet I’d like to repeat:
I don’t believe in sainthood before the sin.

POEM BY CHLOE KOUTSOUBELIS
THE TICKET
I purchased a train ticket
to come and find you.
So simple to get onto a train
with the operator, the money collector, other passengers
rails touching the ground
and all stops pre-announced.
I forgot how black the train of love is.
It burns coal and every hope
with a blind eye and a gaping mouth
an orchid engine forever hungry
it groans rhythmically
like a gigantic serpent
in and out the fearful tunnels.
I forgot how lonely the train of love is.
The inspector often
validates the tickets
and the money collector
a wax resemblance
always waiting at the station.
I purchased a train ticket
to come and find you.
As if I didn’t know the voyage is always the same
and who to look for in the deserted station.
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
[Ενότητα Α’. Το δίχτυ των ψυχών]
Ήθελα να ’σουν
Ήθελα να ’σουν καθρέφτης μου, πράγμα μου.
Να ’σουνα πράγμα να μου ανήκεις
Μες στην ακέρια σου ομορφιά,
Όπως η ακατάτμητή μου θλίψη.
Καθρέφτης μου να σε μαθαίνω,
Και πράγμα μου να σε κρατώ.
Να ’σουνα πράγμα μου: το πράγμα
Το πιο ακριβό, το πιο θαμμένο
Μες στην αγάπη μου, μέσα στην κρύπτη.
Μέσα στα μάτια μου να σ’ έχω.
Ήλιος τη μέρα, άστρο τη νύχτα,
Φεγγάρι μου στη μοναξιά.
Το κάθισμα να ’σουν που κάθομαι, το μαξιλάρι,
Το φυλαχτό μου στον λαιμό, το τίμιο ξύλο.
Στα όνειρά μου ουράνιο τόξο.
Και πέτρα στον θάνατο, πέτρα μου,
Πέτρα μητρική.
Ήθελα να ’σουν καθρέφτης μου, πράγμα μου…
Από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη
Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης
Για τη βελτίωση της προσβασιμότητας του αρχαιολογικού χώρου

Στην εγκατάσταση ανελκυστήρα πλαγιάς στον εξωτερικό χώρο του σπηλαίου του Δικταίου Άντρου στο Οροπέδιο Λασιθίου, για την εξυπηρέτηση και προσέγγιση ατόμων με κινητικά προβλήματα, ΑμεΑ και ηλικιωμένων, προχωρά το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Η επισκεψιμότητα στο σπήλαιο, που βρίσκεται πάνω από το χωριό Ψυχρό του Οροπεδίου Λασιθίου, ξεπερνά τους 200 χιλιάδες επισκέπτες τον χρόνο, αποτελώντας έναν δημοφιλή τουριστικό και πολιτιστικό προορισμό. Συγχρόνως συνιστά έναν σημαντικό αναπτυξιακό πόρο για την περιοχή, καθώς ενισχύει σε ποσοστό άνω του 70% την τοπική οικονομία.
View original post 332 more words

Betrayal
He stood silently next to her.
She cried for the somber hour
lingering indecisively
like the ache she felt for
the unknown lurking behind
her sealed door
like the question in her tongue
refusing to pop out
although she knew well
from the pain in her heart
he had betrayed his vow

SYLLABLES
And what has remained of your passing
time slowly smooths
like a pebble in the river.
I’m only certain of your name now.
And I always repeat it in front of the sea
that perhaps one night,
when the barbwire and stones choke us,
I might use it as a word of salvation
and suddenly I discover
that even that has vanished.