Review by Amy Henry

Opera Bufa is the latest collection of poetry from the Greek poet Manolis. A departure from his more serious poetry of the past, this collection toys with the ideas of Albert Camus and his concept of absurdism.  The result is at times comic, poignant, and often striking in the truth revealed in illusions.

“In Camus’ works…his emphasis had been on the presentation of the absurd as a crisis for the self’s yearning for lucidity and meaning in a world that is opaque and unresponsive.”  And yet he further explains that “the sensibility of the absurd is not born out of any dark, morbid sense of nihilism, but is the result of a certain love and longing for life” (Thoyakkat 3).

Camus contrasted, with his Myth of Sisyphus, how poorly the purposed, meaningful life fits in a world of chance and unpredictable outcomes.  Essentially, how can one find meaning if no meaning is to be had-do they continue to persevere or give up?  Camus acknowledged that some find purpose with a belief in a higher-power God figure, while others live for the moment, intending to enjoy the here-and-now rather than live for a distant and possibly nonexistent future.

In a different avenue of entertainment, in the 18th century, the ‘theatre of the absurd’ found its way into popular culture, when operas were designed to appeal to the common, working man and to the topics particular to such.  These “Opera Buffas” were a place for an ordinary man to laugh at the inconsistencies of his existence and featured a comic take on life’s painful travails.

Pablo Neruda followed along this style with his “La United Fruit Co.” poem, which examined the good and evil forces in the same comedic fashion while tackling the serious subject of the US and the ‘Banana Republics’ of Latin America (Fernandez 109).

Manolis takes this idea further in his Opera Bufa, which is decidedly more humorous, and creates altering poems of Hour and Canto in a 24 hour day that tweaks the concept of absurdism.  He contrasts two types of individual:  one that seeks to improve their lot in life, and the other that responds to complexities with a “who cares” attitude.  In each Hour, an ironic personage dismisses the attempts at meaning with an aggrieved “who cares,” while by contrast, in each altering Canto, the other reaction, to virtually the same experience, is to diligently respond “we can do better.”  Both sides expose their own sort of absurdism in relationship to how they view the world.

To illustrate:  in the Fourth Hour, God appears and intervenes:

“He elects

To throw punches at

Old philosophically-hardened

Death who laughs His guts

Out  sending up a pair of

Devils disguised with velvet

Veils to reduce the game

To a parody of errors while

Despicable people persist at

Loving and sharing things

Like nothing happened       

An absurdity of seriousness”


While in Fourth Canto, the viewpoint is different; devils and veils appear yet again, but this time


“turn ever-prosperous

Fears to maverick months without

Songs eluding to the graveness of this

Absurdity and soil negates its

Passive resolve to non-involvement

With opera music and spirited

Fervor of lovemaking shredding even

The stiffest veil of darkness…”


Their ascent to earth, despite their cynicism and mocking of the pathetic humans and their rites of love, leaves these veiled devils touched with jealousy of the human condition, no matter how absurd it may have seemed to them.   Similarly, in the Fifth Hour and Fifth Canto, the dichotomy of “great with minor” and “light and dark” still inspires its observers to yearn “we can do better” despite the Fifth Hour’s inability to resolve the awe of colors and light and could only respond with “who cares”.


Using his poems, Manolis dissects the problem of evil that Camus so articulately defined, even quoting portions of Camus’ theories.  To Camus, the problem was the two disparate options:  “…either we are not free,  and God…is responsible for evil.  Or we are free and responsible but God is not all-powerful.”  The two opinions plague both the angelic and demonic forces who jostle for the more relevant position.  Manolis seems intent on showing how frustrated the human creature is to discern his place and his purpose when even supernatural powers are confused.


In the Twenty-First Hour, Death appears again as a dubious savior when physical disease has worn down the human:


“nothing remains but need

For a colder heart and

Death to re-emerge as savior at

A moment of need with His foul

Breath and missing teeth  although

He filters the hopeless gap

Between ordinary and absurd

Choice and picks who

To take  who to leave behind for

The next round of emotional



But a far more peaceful picture of imminent death appears in Twenty-First Canto:


“My voice softly caressing your earlobes

And your new path searches for another

Day declaring that scattered

Songs and lullabies

Bring up your memory   until all that

Was past is present….”


All these contrasts, along with the unexpected juxtapositions of ordinary themes make this collection one that is difficult to both predict and put behind.  The concepts succeed in seriously challenging attitudes while comically illustrating the often illogical beliefs that we cling to.


Works Cited:


Fernandez, Carlos. “Opera Buffa and the Debunking of US Hegemony in Neruda’s “La United Fruit Co.” Romance Notes. U of North Carolina: 2009.  Vol 49, Issue 2. Literary Reference Center. Web. Jan 21 2010.


Thoyakkat, Sreedharan. “The World is What Was Given, The World is What We Make.”  IUP Journal of English Studies.  Sept 2009. Vol. 4, Issue 3/4. Literary Reference Center. Web. Jan 15 2010.





Επίγνωση είναι ο τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής αυτής. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο ποιητής πολύ συνειδητά προτάσσει αυτό το ποίημα με αυτό τον τίτλο στην συλλογή του. Επίγνωση όμως για ποιο πράγμα; Για το ότι η ποιητική συλλογή αυτή υπόκειται στους φυσικούς νόμους της φθοράς, ότι τα φύλλα της θα κιτρινίσουν και μοιραία κάποια στιγμή θα πέσουν αφήνοντας πίσω γυμνό να χάσκει το κενό που υποβόσκει πίσω από κάθε ποιητική συλλογή, πίσω από οποιοδήποτε έργο δημιουργίας;

Επίγνωση για το ότι όπως λέει ο στίχος του ποιήματος «για πάντα τίποτε δεν μένει»;

Αφιερωμένη στους γονείς του η συλλογή. Που έζησαν τα γηρατειά τους στο χωριό. Και το δεύτερο ποίημα έχει τίτλο όχι βέβαια συμπτωματικά, «Ζευγάρι Γερόντων». Κρασί, ελιές, φέτα, σαλάτα κάτω από μία κληματαριά, μονόλογος μοναξιάς, επίλογος ζωής. Αγωνία για τον γιό που ζει στα ξένα αλλά και καρτερία και διαστολή της καθημερινότητας και των απλών στιγμών ευτυχίας, ξέχασες να κόψεις την σαλάτα.

Ποιο είναι το αλφαβητάρι του ποιητή; Κυρίαρχη θέση έχει το Τ της τρυφερότητας. Αν δεν ανοίγει κάποιος τον εαυτό του στην αγάπη δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η βραδυφλεγής ανατρεπτική δύναμη που κάνει ένα σπίρτο να μετατρέπεται σε φιτίλι ή ένα νυχτολούλουδο σε καλειδοσκόπιο του σύμπαντος είναι η κινητήρια δύναμη σ’ αυτό το βιβλίο. Ο έρωτας και ταυτόχρονα όμως ο θάνατος που καιροφυλακτεί. Ο αδυσώπητος νόμος που διέπει την ζωή των θνητών.

Δακρύζω λέει ο ποιητής στο ποίημά του Νυχτολούλουδο που γοργά η νύχτα πέρασε.

Η φιλοσοφία του αιώνιου γίγνεσθαι του Ηράκλειτου. Η κίνηση που εκφράζεται με την συνεχή ροή του ποταμού που ολοένα ανανεώνεται. Αυτός είναι ο κορμός του δέντρου των Φυλλοροών του Μανώλη Αλυγιζάκη.

Για τον ποιητή ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος, ένα τριαντάφυλλο, μία συστάδα με πεύκα ένα ηλιόλουστο απόγευμα, η ήβη μίας γυναίκας, ένα κοπάδι από σπουργίτια, ένα σεντόνι τυλιγμένο σε αγαπημένο σώμα, οι καθημερινές μικρές τελετουργίες, το βούρτσισμα των μαλλιών, το πλύσιμο του προσώπου των αγαπημένων μας αποτελούν ένα ιερό μυστήριο στο οποίο μυείται με προθυμία και ταπεινότητα.

Φοβάται όμως μήπως η έννοια του μυστηρίου καταπατηθεί από τους ιερόσυλους, από τους ανθρώπους που με τσιμέντο κονιορτοποιούν το συναίσθημα και την ευαισθησία, από τις ιερόδουλες και τους νταβατζήδες που καπηλεύονται την ιδεολογία και ανάλγητοι ισοπεδώνουν τα πάντα.

Για τον ποιητή όλα χάνονται, κυλούν μέσα από τα δάχτυλά του, γίνονται άμμος, ρευστή ύλη που διαλύεται, όλα εκτός από ένα χαμόγελο, ένα μικρό τώρα που αχνίζει, που δεν διαιρείται, δεν αναλύεται, είναι η στιγμή που κοχλάζει.

Η μοίρα είναι προδιαγραμμένη, κλείνουμε ραντεβού με το θάνατο κάθε στιγμή, προδίδουμε τον εαυτό μας και τον άλλο, γεμάτοι πλεονεξία ποθούμε πράγματα που ανήκουν σε άλλο, κινούμαστε ανάμεσα σε άμπωτη και παλίρροια, σε ρεύματα που μας πηγαίνουν μπροστά και πίσω, παλεύουμε κάθε στιγμή την αίσθηση της ματαιότητας και του κενού.

«δεν μπορεί» λέει ο ποιητής στο ποίημά του Ρεύματα.

Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κι άλλη μια φορά.

Σίγουρα πρέπει

να υπάρχει.

Οπωσδήποτε πρέπει.

Βαθιά φιλοσοφική και υπαρξιακή αυτή η συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη, το θαύμα που περνάει και χάνεται, η σιωπηλή αποδοχή και η προσπάθεια κατανόησης, θολή κωπηλασία με μία βάρκα μέσα στην ομίχλη.

Ο ποιητής καλοπιάνει τον θάνατο, προφέρει το όνομά του, προσπαθεί να τον ξορκίσει, ουσιαστικά όμως αποδέχεται πια πολύ συνειδητά τον όρο του συμβολαίου της ζωής που στην ρήτρα του υπάρχει η λέξη θάνατος.

Στα ποιήματα Πυργίσκος, Ήρωες και Ανατολή ο ποιητής σαρκάζει για την εξουσία που στέλνει νέα παιδιά να πολεμήσουν ως πρόβατα επί σφαγή, για τους στρατηγούς, τους επίσκοπους, τις σημαίες και την καπηλεία του πολέμου.

Στα τέσσερα τελευταία ποιήματα της συλλογής ( Φακός, Λαχτάρα, Κλαδιά και Επιμονή) προς το τέλος του ποιήματος εμφανίζεται ο στίχος και λες με μία παύλα δίπλα του ή κι είπες με μία παύλα δίπλα του, διαβάζω τους στίχους που ακολουθούν λοιπόν μετά την παύλα και στα τέσσερα αυτά ποιήματα.

Φιλόσοφος θα γίνω την επόμενη φορά/του κόσμου τα προβλήματα να λύσω.

Τι καλά να κολυμπούσαμε στο κρύφιο περιγιάλι μας.

Πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή/για να πετώ ψηλά στα σύννεφα

Και ο τελευταίοι στίχοι του τελευταίου ποιήματος της συλλογής

Ξανά θα δοκιμάσω τη φωνή

του τριζονιού να μετατρέψω

σε ανατρίχιασμα

και νομίζω ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερο τέλος από αυτό.

~Χλόη Κουτσουμπέλη, ΕΝΕΚΕΝ, Νο 33 Θεσσαλονίκη, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2014




Ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) αναμφισβήτητα ένας από τους γίγαντες της ελληνικής λογοτεχνίας και βραβευμένος με το Νόμπελ λογοτεχνίας για το έτος 1963 κατάγεται από οικογένεια καλλιτεχνών. Ο πατέρας του ακαδημαϊκός, ο αδερφός του ποιητής, η αδερφή του ποιήτρια τον επηρέασαν θετικά και συνέβαλαν στη δημιουργική του ροπή που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930 και κράτησε σαράντα χρόνια μέχρι το θάνατό του.

Παρ’ όλο που η ποίησή του επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό απ’ την Κρητική λογοτεχνία του 16ου και 17ουαιώνα κι απ’ της εποχής εκείνης τη δημιουργική χρήση της ελληνικής γλώσσας η ποίησή του διαφέρει απ’ την Κρητική στον τρόπο που χρησιμοποιεί τις διάφορες εικόνες, τους ήρωες και τους μύθους που προέρχονται απ’ την αρχαία Ελλάδα. Αν κανείς παρατηρήσει τον Κωστή Παλαμά που αναφέρεται στην αντίθεση ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα, τους ανθρώπους των λειψάνων που δέσποζαν στους ναούς και στα ελαιόφυτα της Αττικής και στο σύγχρονο λαό που έρπεται αργά σαν κάμπια πάνω στο λευκό λουλούδι ή τον Κωνσταντίνο Καβάφη που φέρνει στη μνήμη ίσως ειρωνικά, ίσως ερωτικά κάποια σκηνή απ’ την  αρχαία Αλεξάνδρεια ή τον Άγγελο Σικελιανό που ονειρεύεται να

ξαναεγκαθυδρίσει ολόκληρο το πάνθεο των αρχαίων θεών και να γίνει ιεροφάντης των μυστηρίων ή το Γιώργο Σεφέρη που ψάχνει  με το Βασιλιά της Ασίνης τον σημαντικό ήρωα που πάλεψε με άλλους ήρωες κι ανακαλύπτει το ασήμαντο κενό της σύγχρονης ύπαρξης, ό,τι και να `ναι αυτό ο αρχαίος κόσμος μ’ όλες του τις πτυχές απορροφά τη φαντασία των σύγχοονων ποιητών ακατάπαυστα. Αυτή η ολοκληρωτική μέριμνα είναι καθ’ όλα φυσιολογική σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που είναι ολόγιομη απ’ την πανάρχαια κληρονομιά αφού όπου κι αν βρεθεί κανείς θα συναντήσει κομμάτια ζωής που κάποτε ήταν πλήρης. Ο Σεφέρης όπως και πολλοί απ’ τους σύγρονούς του ποιητές έχουν αντλήσει απ’ αυτή την αστέρευτη πηγή του ελληνικού πνεύματος.

Το ποιητικό του έργο δεν θεωρείται μεγάλο σε σύγκριση με το Γιάννη Ρίτσο ή ακόμα και με τον Οδυσσέα Ελύτη κι ο ποιητής μοιάζει συγκρατημένος, υπερεκλεπτυσμένος, φιλοσοφικός σ’ αντίθεση μ’ έναν πηγαίο ποιητή που προκαλεί στιγμιαία διέργεση ή ακόμα και μ’ έναν παιγνιδιάρη λυρικό που δημιουργεί εικόνες και ήχους σαν γάργαρο ποταμάκι που πάντα βιάζεται. Όμοια με πολλούς άλλους της εποχής του η ποίησή του εμπλουτίζεται από τον υπέροχο ελληνικό χώρο, τη γαλανή θάλασσα, τα νησάκια, τα κρυφά περιγιάλια, τις ολόχρυσες αμμουδιές και πάνω απ’ όλα αυτά την πανάρχαια ομορφιά που αντιπροσωπεύουν τ’ αγάλματα και οι αρχαίοι ναοί. Η αγάπη του κι ο θαυμασμός του για το κάθε τί ελληνικό είναι απανταχού στο έργο του, ο τόπος άγονος, σκληρός και τιμωρούν, η γυμνή πανωραία ομορφιά, ο ήχος της θάλασσας στο ακρογιάλι των αναμνήσεών του απ’ τη γη των παιδικών του χρόνων, τα ψηλά γρανιτένια βουνά, η παράδοση και ο θρύλος, τα έθιμα κι ο αέναος αγώνας μα κι ο καθημερνή πάλη του απλού ανθρώπου για τη βιοπάλη κι η διαιώνιση της ελληνικής γλώσσας  είναι τα στοιχεία που συναντούμε ξανά και ξανά.

Συχνά συναντούμε στους στίχους του δυασμούς: νόστος-θάνατος, στην Κίχλη, μύθος-ιστορία, στο Μυθιστόρημα, νόστος-άλγος, στο γνωστό του ‘Γυρισμός του Ξενιτεμένου’ κι όπου ο γυρισμός είναι μια τραυματική εμπειρία για τον ξενιτεμλένο που δεν συναντά πια εικόνες της παιδικής του ηλικίας που έχουν εξαφανιστεί και αντικατασταθεί με την καθημερνή μικρότητα.

Κι εδώ συναντούμε ξανά τις εικόνες που συχνά επαναλαμβάνονται στο έργο του οι πέτρες, τα μάρμαρα, τ’ αγάλματα, οι ναοί, εικόνες που συνδέουν τη σύγχρονη Ελλάδα με το δοξασμένο παρελθόν. Αυτές οι αναφορές αντιπροσωπεύουν τη ξακουστή ιστορία που παρ’ όλο που είναι στατική είναι επίσης ένδοξη και άξια θαυμασμού αλλά και ταυτόχρονα νεκρή κι ακίνητη σε αντίθεση με τον αγώνα του ποιητή που προσπαθεί να τα ξαναενώσει τους δυο αυτούς κόσμους μια η προσπάθεια που δεν είναι καθόλου επιτυχής. Αυτές οι εικόνες αναφέρονται στο μυθολογικό και ιστορικό βάρος που ο σύγχρονος Ελληνας υποβαστάζει στους ώμους του.

Κριτικοί βρίσκουν κάποιαν ομοιότητα ανάμεσα στην ποίηση του Σεφέρη και του Έλλιοτ που ο Γιώργος Σεφέρης γνώρισε στο Λονδίνο. Επίσης κριτικοί υποδεικνύουν σημεία όπου το έργο του Σεφέρη διαποτίζεται από την Ευρωπαϊκή απαισιοδοξία της εποχής του μεσοπολέμου, /σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν/, /ο πανάρχαιος πόνος/ στοιχεία που σκιαγραφούν την ελληνική μοίρα, αλλά πώς είναι δυνατόν κάποιος που έχει χάσει την πατρική του γη, τον τόπο που γεννήθηκε για πάντα να μη νιώθει απαισιόδοξος. Κι αυτή η εικόνα της απαισιοδοξίας πηγάζει απ’ την επίκαιρη Μικρασιατική τραγωδία του 1922, πρόσφατος πόνος που έζησε ο ποιητής κι όλος ο Ελληνισμός, αυτόν τον καημός της Ρωμιοσύνης, τον ολοκάθαρα ελληνικό κάνει τη φωνή του ποιητή να ντύνεται μια ξάστερη ειλικρίνια επηρεασμένη απ’ τον πόλεμο, την καταστροφή, την εξορία-μετανάστευση των ημερών εκείνων. Είναι αυτή η βαθειά επίγνωση του ποιητή άγνωστη τις περισσότερες φορές για κράτη με πιο λιγόχρονη ιστορία και λιγότερο τραγική που βοηθά τον ποιητή Σεφέρη και τον οδηγεί στον μελαγχολικό κι απαισιόδοξο τόνο του.

Η Ελληνική μυθολογία παίζει σπουδαίο ρόλο στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη αλλά θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι είναι ένα ξεχωριστό αυτόνομο στοιχείο τη στιγμή που συνυφαίνεται με διάφορους άλλους ιστούς της ελληνικής δημιουργηκότητας όπως η παράδοση, η λογοτεχνία κι ο μύθος στοιχεία που είναι σφιχτά δεμένα το ένα με το άλλο στο έργο του κι ο καθένας μπορεί να διαισθανθεί όλο το παρελθόν του ελληνισμού όπως αντιπροσωπεύεται στην ποίηση απ’ την εποχή του Ομήρου μέχρι τη σημερνή εποχή κι είναι ολοφάνερα στην ποίηση του Σεφέρη. Αναμφίβολα όταν κάποιος συλλαμβάνει τον ήχο της πλούσιας παραδοσιακής φωνής που έχει γαλουχηθεί απ’ τους ήχους της εξαίσιας ποίησης των αρχαίων χρόνων γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η φωνή του μεγάλου Σεφέρη είναι επίκαιρη κι ο συναισθηματισμός του ποιητή δεν στέκεται καθόλου μακριά απ’ αυτόν των ποιητών της αρχαίας εποχής και νοσταλγικά εμβαθύνει σε εικόνες του παρελθόντος για να ξεφύγει απ’ την παραζάλη της σημερνής ζωής καθώς το παρελθόν παρουσιάζεται για να φωτίσει τη σύγχρονη εικόνα.

Με την έκδοση του βιβλίου Μυθιστόρημα το 1935 που θεωρείται το καλύτερό του έργο ο ποιητής αφήνει πίσω του την προσκόλησή του σε ποιητικές φόρμες και τεχνικά στοιχεία των προηγούμενων βιβλίων του και καθαρά ελεύθερος δοκιμάζει να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο με μεγαλύτερη άνεση χαρακτηριστικό ενός ώριμου ποιητή που βρίσκουμε στη δουλειά του ολοκαθαρους τόνους κι εφράσεις, εικόνες δίχως στολίδια και καλλωπισμούς, τα χρώματα είναι απλά και οι εικόνες αραιότερες. Και σ’ αυτή την ώριμη ποίηση ο Σεφέρης συνδυάζει το ύφος της καθημερινής ομιλίας με το ρυθμό της παραδοσιακής χρήσης της γλώσσας με τρόπο που καταλήγει σε μια αρμονική συνύφανση πυκνότητας του λόγου. Κι υπάρχουν στιγμές που διακρίνουμε σε κάποιο επισόδειο την ανάπτυξη μιας εικόνας απ’ το τοπικό ή ενδοχωρικό επίπεδο να προεκτείνεται ολοκάθαρα στο παγκόσμιο επίπεδο στοιχείο ωρίμνασης του ποιητή που υπερβαίνει απ’ τον ελληνικό χώρο στον παγκόσμιο.

Αλλά όσο παγκόσμιο είναι το έργο του Σεφέρη άλλο τόσο είναι καθαρά ελληνικό κι η λατρεία του για κάθε τί ελληνικό είναι αναμφισβήτητη, χαρακτηριστικό στοιχείο για όλους όσους έχουν φύγει, ας θυμηθούμε ότι έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του μακριά απ’ την πατρίδα και σχεδόν ολή του τη ζωή μακριά απ’ τον αγαπημενο χώρο των παιδικών του χρόνων τη Σμύρνη. Επίσης γνωστό είναι ότι όλοι που έχουν φύγει απ’ την πατρίδα κουβαλούν πάντα βαθειά στην καρδιά τους τον ελληνικό χώρο, τη γαλανή θάλασσα, τις υπέροχες ακρογιαλιές, τα γραφικά νησάκια, τον απλοϊκό άνθρωπο που πάντα σηκώνει στους ώμους του το βαρύ φορτίο του ένδοξου παρελθόντος και προσπαθεί μερικές φορές ανέλπιδα να συνδυάσει το υπέροχο αρχαίο με το απαισιόδοξο σημερνό στοιχείο που βουτηγμένο στο μοντέρνο τρόπο ζωής του καταναλωτισμού και την απόκτηση υλικών αγαθών παραβλέπει τον πλούτο που του έχονυ εμπιστυεθεί οι Μοίρες και μετατρέπεται σε μια έννοια παράνοη και άγευστη.

~Μανώλης Αλυγιζάκης, Βανκούβερ, Καναδά, Φεβρουάριος 2016

Greek Canadian Literature
Manolis – Blog
~ . ~






Ο «Υπεράνθρωπος» του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι από τα πιο δύσκολα και φιλοσοφημένα έργα που έχω συναντήσει. Και πώς να μην είναι άλλωστε, εφόσον ταυτίζεται με τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε, τόσο σε πλοκή όσο και σε νοήματα. Ο ποιητής «παίζει» με τις συμβάσεις καθώς σχετίζει τον Υπεράνθρωπο, αφενός μεν με την πραγματική διάσταση που του δίνει ο Γερμανός φιλόσοφος, αφετέρου δε με την παρερμηνεία που του έδωσαν οι Γερμανοί εθνοσοσιαλιστές, με τα τραγικά αποτελέσματα που ακολούθησαν για όλη την ανθρωπότητα.

Πριν λοιπόν περιγράψουμε τον Υπεράνθρωπο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ας δούμε εν συντομία τι προσδοκούσε ο Νίτσε με αυτό του το σύγγραμμα. Με πολύ απλά λόγια ο Νίτσε έθετε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του και τις δυνατότητές του, που αν τις χειριζόταν ορθά, θα μπορούσε να υπερπηδήσει κάδε εμπόδιο. Με κύριο μοχλό τη σωστή χρήση της λογικής και του ενστίκτου θα μπορέσει να ζήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, όπου ο καθένας θα είναι ο κύριος του εαυτού του. Βέβαια ο Νίτσε δεν περιέγραψε την ηθική διάσταση του Υπεράνθρωπου, καθώς ήρθε να αναπληρώσει (όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας) το κενό της εξουσίας και της Θεϊκής ανυπαρξίας. Ο Υπεράνθρωπος λοιπόν λυτρωτής, υπέρμαχος της ηθικής αλλά και λίγο ανεξέλεγκτος, όσον αφορά τα απώτερα σχέδιά του για τον κόσμο, που επίσης παραμένουν ασαφή…

Το δίγλωσσο αυτό βιβλίο (Ελληνικά-Αγγλικά) χωρίζεται σε τρεις ενότητες και είναι γραμμένο με ένα στυλ που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα, παρά ποίηση. Στο πρώτο μέρος, την Άλικη Αυγή, ο άνθρωπος ανεξαρτητοποιημένος από τις δεσμεύσεις της θρησκείας, αποφασίζει να βαδίσει βασισμένος στις δικές του δυνάμεις και να απαλλαγεί από τα σαγόνια του συστήματος. Μέσα σε μια καταρρέουσα κοινωνία και σε μια οικογένεια που χάνει την αρχέγονη σημασία της, το άτομο οφείλει να αποδεχτεί την ανθρώπινη ματαιότητα. Και αν καταφέρει να το επιτύχει αυτό, τότε θα αναγνωρίσει την αξία των απλών πραγμάτων, της φύσης και των αθώων στιγμών της παιδικής του ηλικίας. Την ιδιαίτερη βαρύτητα που μπορεί να έχει μια λέξη, μια φιλοφρόνηση, μια αξιέπαινη πράξη. Ο ανυπεράσπιστος, μπροστά στο θάνατο, άνθρωπος, νωχελικά περίμενε την «ανάστασή» του, χωρίς καμία προσπάθεια να αποβάλει το ναρκισσισμό και την ανευθυνότητα από το «είναι» του. Και έτσι, μακριά απ’ τον Θεό του και την πίστη του, οδηγήθηκε στον όλεθρο και την καταστροφή. Με ορμητήριο την άγνοια θεώρησε πως μπορούσε να διαπρέψει και να μεγαλουργήσει.

Πώς λοιπόν ο άνθρωπος θ’ αλλάξει προς το καλύτερο; Με αυτογνωσία, με σημασία στα απλά καθημερινά πράγματα, με σωστό υπολογισμό των θετικών και αρνητικών παραμέτρων, που επηρεάζουν τη ζωή του. Σ’ αυτό το σημείο προαναγγέλλεται και η άφιξη του Υπεράνθρωπου στους ανθρώπους, που η πίστη και η αφοσίωση στο πρόσωπό του, πάλι πήγαζε από την κούφια αυτοσυνειδησία τους. Προσπαθώντας να του δείξουν ότι είναι γνώστες και ανθεκτικοί στα δύσκολα, υποτάχθηκαν αμέσως στα κηρύγματά του. Και εκείνος, ο Υπεράνθρωπος – τύραννος (όπως τον αποκαλεί ο ποιητής) άρπαξε την ευκαιρία να ελέγξει πλήρως τις φοβισμένες συνειδήσεις τους. Έξυπνος, λαοπλάνος, ετοιμόλογος, ήταν ο μόνος που αντιλαμβανόταν τα ανθρώπινα λάθη και ο μόνος που μπορούσε να τα υποτάξει. Χωρίς να τιμωρεί και να ζητάει ανταλλάγματα, μαθημένος να συγχωρεί, δίδασκε την αρετή και την ισορροπία. Η πρώτη ενότητα κλείνει με τη δήλωση υποταγής από τους ανθρώπους στο πρόσωπό του, γεγονός που τον ικανοποιούσε απόλυτα…

Στο δεύτερο μέρος, το Πύρινο Μεσημέρι, ο Υπεράνθρωπος αρχίζει πλέον να εκφράζεται και να «κηρύττει» την ιδεολογία του. Αρχίζει δηλαδή να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ο ποιητής εναλλάσσει μια σειρά ανθρώπων μπροστά από το οπτικό πεδίο του Υπεράνθρωπου και των πιστών του, αφήνοντάς τον να ξεδιπλώσει τη φιλοσοφία του για τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που συναντούν, ένας ζητιάνος, ένας τσιγκούνης γέρος, ένας γελωτοποιός, ένας ξεπεσμένος βασιλιάς…

Ο Υπεράνθρωπος, γνωρίζοντας καλά τα ανθρώπινα πάθη, κηρύττει τα πιστεύω του και εκφράζει τις προτιμήσεις του. Του αρέσουν, για παράδειγμα, όσοι ζουν χωρίς νόημα και στόχους, όσοι περιφρονούν τα πάντα, όσοι δεν θυσιάζονται για τίποτα, όσοι με τις πράξεις τους τον φέρνουν πιο κοντά στην κυριαρχία, όσοι συγκεντρώνουν γη και χρήμα, ώστε κάποτε να τα δρέψει εκείνος, όσοι προσποιούνται πως δεν φοβούνται, όσοι κυνηγούν μια ανέφικτη αρετή, όσοι κουβαλούν για πάντα τις πληγές μέσα τους, όσοι χρησιμοποιούν τη Θεϊκή οργή για να λύσουν τα προβλήματά τους, όσοι γενικά με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους οδηγούνται στην καταστροφή. Και όλα αυτά που του «αρέσουν», ίπτανται πάνω από τα κεφάλια των πιστών του. Αυτών που, χωρίς θρησκεία πλέον, έρχονται αντιμέτωποι με το χάος που οι ίδιοι δημιούργησαν στον κόσμο. Αυτών που αφαίρεσαν τη σοφία από τη σκέψη τους και τον έβαλαν «επιπόλαια» στα σπίτια τους. Αυτών που ήταν ονειροπόλοι και αυτάρεσκοι, μοναχικοί και υπερόπτες. Αυτών που ξέχασαν από πού προήλθαν και αθώοι έπεσαν στα νύχια του νέου ηγέτη. Μα η αμέριστη χαρά τους για εκείνον, που θα άλλαζε τον κόσμο, καταχωνιάστηκε γρήγορα, όταν αντιλήφθηκαν πως όλα γύρω καταστρέφονταν και πως ξανά το ψέμα κυριαρχούσε. Τελικά αντιλήφθηκαν πως και πάλι εκείνοι πολεμούσαν τον ίδιο τους τον εαυτό συνεργώντας στη δημιουργία της κόλασης και στην ενδυνάμωση του Υπεράνθρωπου.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το Φλογερό Δείλι, γίνεται ο απολογισμός των πεπραγμένων από τη συμβίωση κοντά στον Υπεράνθρωπο. Οι άνθρωποι στράφηκαν να μισήσουν τους πάντες και έγιναν γεφύρι για περάσει εκείνος από πάνω τους και να πετύχει τους στόχους του. Έμειναν γυμνοί και είδαν τα πάντα να κυριεύονται από την απληστία και τη διάλυση. Είδαν ξανά έναν κόσμο να μην έχει σκοπό να αλλάξει και να ακολουθεί κίβδηλους ηγέτες που μοιράζουν ψεύτικες υποσχέσεις.

Η τελευταία περιήγηση με τον Υπεράνθρωπο πραγματοποιείται μπροστά από συγκεκριμένους ανθρώπους, που επιλέγονται κυρίως λόγω της ιδιότητάς τους. Ένας Έπαρχος, ένας νεκροθάφτης, ένας δάσκαλος, ένας ζωγράφος, ένας Στρατηγός, ένας ποιητής, ένα αγγειοπλάστης, ένας χορευτής. Κάποιοι πραγματικοί Υπεράνθρωποι γι’ αυτά που πετυχαίνουν με τα έργα και τις ικανότητές τους και κάποιοι ανίκανοι να γίνουν Υπεράνθρωποι λόγω των αδυναμιών τους.

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης “τεστάρει” ανθρώπινες αντοχές και όρια. Υποδεικνύει νοήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να προβληματιστεί και, γιατί όχι, να αφυπνιστεί. Ο καθένας μπορεί να γίνει Υπεράνθρωπος στον τομέα του αρκεί να πιστέψει στις δικές του δυνάμεις και δεξιότητες. Ακόμα και οι οπαδοί “του δικού του” Υπεράνθρωπου, στο τέλος, αναβαπτισμένοι από όσα βίωσαν και είδαν, αποφάσισαν να ξυπνήσουν και να μην ξαναγίνουν θύματα του συστήματος. Ο ποιητής τονίζει πως είναι πολύ μικρές οι αποστάσεις που χωρίζουν τα αντιθετικά δίπολα. Η αλήθεια από το ψέμα, η πίστη από την αθεΐα, η εμπιστοσύνη από την καχυποψία, η ζωή από τον θάνατο. “Όλα” είμαστε εμείς οι ίδιοι, αρκεί να κατανοήσουμε το δικό μας αληθινό “εγώ” και ανάλογα να το χρησιμοποιήσουμε. Άρα Υπεράνθρωπος μπορεί να είναι ο καθένας μας που παλεύει για το κάτι παραπάνω με όλες του τις δυνάμεις, αλλά και κάποιος που παίρνει (αδικαιολόγητα) δύναμη από την απραξία μας και μας οδηγεί σε λάθος μονοπάτια (παράδειγμα γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού).

Κλείνοντας, θέλω να δηλώσω, πως απ’ τη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου αυτό το βιβλίο, κατάλαβα πως ήρθα αντιμέτωπος με ένα πραγματικά μεγαλειώδες έργο. Και γι’ αυτό οφείλω να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου τον δημιουργό του για την εμπιστοσύνη του. Ο Μανώλης Αλυγιζάκης, Έλληνας κάτοικος του Καναδά, αποδεικνύει πως η ελληνική λογοτεχνική δημιουργία του εξωτερικού, βρίσκεται σε υψηλότατα επίπεδα…


Δείγμα γραφής:




Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα


Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος


Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι


Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος


Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι


Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι


Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές


Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός


Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές


Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας


Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες


Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης


Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.










Γύρω στη μέση της ποιητικής του δημιουργίας ο Πάμπλο Νερούδα έκδοσε τη συλλογή “Tα Ύψη του Μάτσου Πίτσου” χώρος που είχε επισκευθεί δύο χρόνια πριν το φθινόπωρο του 1943. Το μικρό αυτό βιβλίο αποτελείται από μόνο δώδεκα ποιήματα και είναι η αντίδρασή του για την εμπειρία που βίωσε στην κορφή του παλατιού των Ίνκας. Όταν ο Νερούδα έφτασε στο Μάτσου Πίτσου, διαπίστωσε ότι χώρος πήρε τη μορφή από την οποία όλα τα υπόλοιπα στη ζωή του απόκτησαν νόημα συμπεριλαμβανομένης όλης της ηπείρου απ’ όπου κατάγεται ο ποιητής και κατ’ επέκταση η ζωή του που πέρασε αυτή που ζεί τώρα αλλά και η μελλοντική.

Το όνομα του χώρου παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο έκτο ποίημα. Τα πέντα πρώτα αναφέρονται στη ζωή του ποιητή όταν έψαχνε για κάποιο νόημα στη ζωή του και κάτι στο οποίο να εστιαστεί. Απ’ το έκτο ποίημα και μετά ο Νερούδα προσπαθεί να πιάσει το νόημα της συναισθηματικής του αντίδρασης στο τί αντίκρυσε και στο τί ένιωσε όταν επισκεύτηκε την ουράνια πόλη.

Ό,τι έχει γράψει ως τώρα ξαφνικά παίρνει νόημα και όσα παλαιώτερα του φαίνονταν αταίριαστα τώρα, μετά την επίσκεψή του στο Μάτσου Πίτσου, όλα αποκτούν σημασία και έχουν κάποια αδιάσπαστη σχέση με όλη του τη ζωή έως τώρα ακόμα και με τα μέλλοντά του χρόνια. Τα πρώτα πέντε ποιήματα αποτελούν μια γενική επισκόπηση της διάθεσης του ποιητή, του περιβάλοντος μέσα στο οποίο ζει, την ένταξή τους στο χώρο με εικόνες που υφαίνονται σ’ ένα περίπλοκο υφάδι του μικρού αυτού σε έκταση βιβλίου.

Κι ο λόγος είναι γιατί όταν στέκεται πάνω στην κορφή του κόσμου στο Μάτσου Πίτσου όχι μόνο τα στοιχεία της φύσης αλλά και ο άνθρωπος αποκτούν μια υπέρτατη σπουδαιότητα καθώς ατενίζει προς τα κάτω τις μάζες να πηγαινοέρχονται για τα καθημερινά τους κι αγνοούν τη μεγαλοσύνη που υπάρχει εκεί πάνω. Ο Νερούδα αποφασίζει να κάνει αυτή τη μεγαλοσύνη γνωστή στους ανθρώπους απανταχού της γης μερικές φορές με απλές λέξεις και άλλες πάλι φορές με τα σύμβολα που χρησιμοποιεί να διαλευκάνει και να υπογραμμίσει ότι το κάθε τί έχει τη σημασία του και το νόημά του στον κόσμο συμπεριλαμβανομένου και του ταξιδιού του εκεί στο Μάτσου Πίτσου.

Τα στοιχεία γη, ουρανός, αγέρας, οι παραγωγικοί κύκλοι των τεσσάρων εποχών του χρόνου και η φυσική αναγέννηση, ο ερωτισμός, ο αναπόφευκτος θάνατος, η ρουτίνα του ανθρώπου κι ο εξευτελισμός του, η μονοτονία της καθημερνότητας, όπως την ονομάζει είναι υποκείμενα των πέντε πρώτων ποιημάτων του βιβλίου αυτού. Η μάχη εναντίον της πεπερασμένης ζωής του ανθρώπου σε αντίθεση με τον αέναο, ανίκητο θάνατο είναι εικόνες που τον ταράζουν σε υψηλό βαθμό. Γι’ αυτό αναζητεί κάποια απάντηση για ένα δρόμο έξω απ’ αυτή την πρόσκαιρη ζωή κι αυτό το δρόμο ξάφνου ανακαλύπτει στο Μάτσου Πίτσου.

Tο πρώτο ποίημα ξεκινά με την εικόνα ενός άδειου δυχτιού που ο ποιητής σέρνει μέσα στους δρόμους αλλά δεν πιάνει τίποτα αξιόλογο καθώς το πνεύμα επισκοπεί το χάος: εν αρχεί ο λόγος πάνω απ’ το κενό κι ο ποιητής επικαλείται τον άγραφτο λόγο να έρθει σαν σωτήρας.


Από αγέρα στον αγέρα σαν άδειο δίχτυ

παρασυρόμενο σε δρόμους και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ήρθα

αφειδής στην κορφή του φθινοπώρου, με των φύλλων

το προσφερμένο νόμισμα και — ανάμεσα σε άνοιξη και καλοκαίρι —

αυτό που ασυνόρευτη η αγάπη γράπωσε πρόκληση σε μονομαχία

μας χαρίζεται σαν μακρυδάχτυλο φεγγάρι
Το δεύτερο ποίημα διαβάζουμε


Το κάθε άνθος μας χαρίζει το σπόρο του

κι η πέτρα διαφημίζει το μπουμπούκι της

σαν λερωμένο φόρεμα διαμαντιού και άμμου

κι ο άνθρωπος στραπατσάρει το άνθος του φωτός

το ξεχωρίζει απ’ την μοιραία πηγή της θάλασσας

και τρυπά το παλμώδες μέταλλο στα χέρια του


αναφορά στην αντίθεση ανάμεσα στην αναγέννηση της φύσης και στον άνθρωπο που αλέθει το κάθε τί και το φέρνει στο δικό του εξαθλιωμένο επίπεδο: τα πάντα στη φύση έχουν ένα ολοκάθαρο σκοπό-προορισμό εκτός απ’ τον άνθρωπο πού στραπατσάρει το άνθος του φωτός ενώ το τρίτο ποίημα ασχολείται με το σύγχρονο τρόπο ζωής που ο άνθρωπος βαδίζει σαν σε κύκλο, σαν σε λαβύρινθο και φέρει σε πέρας τίποτα το αξιόλογο: Η αδιάφορη πραγματικότητα του καθημερνού εκεί που σπαταλά την ψυχή του δίχως ν’ αφήνει πίσω του τίποτα χρήσιμο.


Σαν να `ναι σε λαβύρινθο το στάρι πέφτει

στο ατελεύτητο δοχείο άδοξων κατορθωμάτων, σκάρτες

εμπειρίες απ’ τις εννιά στις πέντε, στις έξι

και να πεθαίνουν όχι μόνο μια φορά αλλά πολλές

κάθε μέρα κι ένας μικρός θάνατος: σκόνη, λάμπα, κρεστόμυγες…


Το τέταρτο ποίημα στρέφει την προσοχή του προς τον ποιητή και στην αγάπη του για τους ανθρώπους αλλά καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τους βοηθήσει όσο αυτοί συνεχίζουν να ζουν τον καθημερνό τους θάνατο που κι ο ποιητής ακόμα είναι ανίσχυρος να τον βοηθήσει σε γενικές γραμμές εκτός κι αν βρει το σκοπό του στα ύψη και στα ατέλειωτα δημιουργήματα του αγέρα και της χιονοστιβάδας.


Πολλές φορές με προκάλεσε ο ακατανίκητος θάνατος

σαν το αλάτι που αποκρύφεται στα κύματα

και το τί υποσχέθηκε η αόρατή του ευωδία

ήταν κομματάκια ύψους και ναυαγίων

μεγαλοπρεπείς κατασκευές και χιονοστιβάδες


Στο ακόλουθο ποίημα παρατηρούμε τον ποιητή να καθορίζει το είδος του θανάτου με σουρρεαλιστικές εικόνες που δεν αφήνουν τίποτα σαν τελικό όραμα της σύγχρονης ζωής παρά τις πληγές από ριπές αγέρα  που παγώνουν τα κρύα διάκενα της ψυχής του καθενός κι αυτό είναι το χαμηλώτερο σημείο του βιβλίου


Δεν ήσουν εσύ, κατηφή θάνατε, αρπακτικό πουλί με σιδερένια φτερά

που σαν μοναδικός νοικάρης τέτοιου οίκου μετέφερες

ανακατεμένες με το κλώσιμό σου μερίδες υπό το κενό σου δέρμα —

μάλλον: βηματιστό ακροβλαστάρι παλιού σχοινιού

άτομο θάρρους που υποχώρησε

ή κάποιο βασανιστική δροσιά που ποτέ δεν γίνηκε ιδρώτας


Απ’ την αρχή του έκτου ποιήματος το όλο βιβλίο αρχίζει να ανυψώνεται καθώς ο Νερούδα ανέρχεται προς το ναό απ’ όπου κι ανακοινώνει: δύο γεννιές που έχουν ταξιδέψει σε παράλληλα μονοπάτια συναντώνται κι αφομοιώνονται. Το ένα μονοπάτι των μικρών ανθρώπων με τους ασήμαντους θανάτους των και το μονοπάτι του αιώνειου που υποθάλπτεται απ’ την αναγέννηση της φύσης και που ήταν χωρισμένα στο παρελθόν ώσπου να συναντηθούν σ’ αυτό το σημείο που ήταν η κατοικία…κι είναι ο ιερός χώρος που ομοιάζει με το ακίνητο σημείο ενός κόσμου που αέναα γυρίζει κι όπου το παρελθόν και το μέλλον συγκεντρώνονται κι ο τόπος αυτός είναι το Μάτσου Πίτσου


Τότε ανέβηκα τη σκάλα του κόσμου

μέσα από αγκαθωτές συστάδες του δάσους

ώσπου σ’ έφτασα Μάτσου Πίτσου


Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ότι ο Νερούδα μετά την επισκεψή του στο Μάτσου Πίτσου βλέπει τον κόσμο μέσα απ’ το πρίσμα του συλλογικού. Τους αναρίθμητους ανθρώπους που δούλεψαν εκεί για να χτίσουν την πόλη στην κορφή του βουνού παρατηρεί, κατά πάσα πιθανότητα σκλάβοι, τα πιο πολλά φημισμένα αρχαία χτίσματα χτίστηκαν απο σκλάβους, κι ο Νερούδα ταυτίζεται μαζί τους, προσπαθεί να τους αντιπροσωπεύσει, να τους βοηθήσει, να δικαιώσει τον αγώνα  για το επίτευγμά τους κι αναρωτιέται πώς; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση είναι η προσπάθειά του να τους χαρίσει αιωνιότητα μέσω των στίχων του που θα διαβάσει όλος ο κόσμος.


Πανήψηλη πόλη από σκαλωτές πέτρες

τελικό χαγιάτι σε ό,τι η γη

ποτέ δεν έκρυψε στις πυζάμες της


Απ’ το έκτο ποίημα ο Νερούδα εστιάζεται στο χώρο και στους ανθρώπους που πάλεψαν να το χτίσουν. Διακρίνει σ’ αυτούς τις χιλιάδες Χιλιανούς συμπατριώτες του και γενικώτερα τα εκατομμύρια των κατοίκων της Νοτίου Αμερικής που τους εκμεταλλεύτηκαν οι πολυεθνικές με την επιρροή τους βασισμένη στον υλικό πλούτο και προσπαθεί να σταθεί αντιμέτωπος όλων αυτών και υπερασπιστής των αναρίθμητων χτιστών της ακρόπολης αυτής με το μόνο όπλο που κατέχει: την πένα του και το υπέροχο δημιουργικό του πνεύμα. Την ΠΟΙΗΣΗ του.


Μέσα σου ταξιδεύουν παράλληλα δύο γεννιές

που συναντώνται εκεί που η φάτνη ανθρώπου και φωτός

νανουρίστηκε απ’ τον αγκαθώδη αγέρα.


Μάνα της πέτρας και σπέρμα του κόνδορα


Αλλά το ταξίδι του Νερούδα δεν τελειώνει σ’ αυτό το σημείο. Το ταξίδι του σε περασμένο χρόνο αλλά και ψηλά στο χώρο της ακρόπολης αυτής ήταν μια ανακάλυψη  από την οποία ο ποιητής διδάχτηκε περισσότερο απ’ ό,τι ένιωσε παρά απ’ τις διαφορετικές σκέψεις και απόψεις που αποκόμισε περί της αλήθειας για τον εαυτό του και για τη φύση της ανθρώπινης ζωής.


Το έβδομο ποίημα καθιστά έναν ύμνο για το τί απομένει όταν τα πάντα εξαφανίζονται, τι αντέχει το πέρασμα του χρόνου και παραμένει έναντι σε όλα όσα μαραίνονται και λυώνουν. Ύμνος που ευαγγελίζει τους ανθρώπους που έχτισαν την ακρόπολη αυτή και πάλεψαν κάτω από τις πιο δυσμενείς συνθήκες μόνο και μόνο για να νικήσουν το Χάρο με το εξαίσιό τους οικοδόμημα σαν αιώνειο ρόδο, δισκοπότηρο που ύψωσαν με τα χέρια τους.


Νεκροί μιας κοινής αβύσσου, σκιές μιας λαγκαδιάς —

η πιο βαθειά — σαν να ταίριαζε

με την πυξίδα της μεγαλειότητάς σας

έτσι δημιουργήθηκε, η αλήθεια, ο πιο αχόρταγος θάνατος:

από διάτρητες πέτρες

από βαθυκόκκινα ακρογείσια

και καταρακτώδεις υδρορροές

κατρακυλήσατε σαν φθινόπωρο

σ’ ένα ομαδικό θάνατο


Περνώντας στο όγδοο ποίημα συναντούμε μια λυρική επίκληση προς την αέναα αναγγενόμενη φύση και τον κάτοικο της γης αυτής πριν τον ερχομό του Κολόμβου εποχή που ο άνθρωπος ήταν ένα με τη φύση αυτή και που αγκάλιαζε το παρελθόν του για να προσδιορίσει το τώρα και να προβλέψει το μέλλον του βασισμένος στην παράδοσή του: Εικόνες προτού ο Ευρωπαίος προσηλυτιστής ήρθε. Εδώ ο ποιητής επικαλείται επίσης αυτό που ονομάζει αγάπη της Αμερικής να ερθεί και να φιλήσει αυτές τις πέτρες


Έλα, ανέβα μαζί μου, αγάπη της Αμερικής


Φίλησε μαζί μου αυτές τις μυστηριακές πέτρες

το καταρακτώδες ασήμι του Ουρουμπάμπα

που κάνει τη γύρη να πετά προς το χρυσό της κύπελλο


Το ποίημα που ακολουθεί είναι ένα άσμα εξορκισμού που συντελείται με διαπλεκτικούς στίχους μεταφορικούς όπου η φράση η πέτρα επαναλαμβάνεται σαν σε λιτανεία: τί άλλο μπορούν να δημιουργήσουν οι πέτρες πάνω σε άλλες πέτρες παρά αυτό το δισκοπότηρο σε χώρο και χρόνο; Ένα δισκοπότηρο που οδηγεί στους τελευταίες στίχους και πίσω στο πλήθος που έχτισαν την ακρόπολη αυτή και στο μονόδρομο του ανθρώπου που εξουδετερώνει το θάνατο.


Διαστρικέ αετέ, κλήμα μέσα στην ομίχλη.

Εγκαταλελειμένε προμαχώνα, αόμματο γιαταγάνι.

Ζώνη του Ωρίωνα, τελετουργικό ψωμί.

Καταρρακτώδης κλίμακα, ανυπολόγιστη βλεφαρίδα.


Φτάνοντας στο δέκατο συναντούμε τον ποιητή που ρωτά σε τί κατάσταση ζούσε ο άνθρωπος που το έχτισε: να `ταν ελεύθερος ή μήπως ήταν σκλάβος; Πολύ πιθανόν, σκέφτεται ο Νερούδα να ήταν σκλάβοι αλλά αν ήταν σκλάβοι κάτω από ποιές συνθήκες ζούσαν; Η ανησυχία του για την κατάσταση της εποχής εκείνης είναι ολοφάνερη στο ποίημα αυτό.


Πέτρα μέσα στην πέτρα κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;

Αγέρας μέσα σε αγέρα κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;

Χρόνος μέσα στο χρόνο κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;

ήταν άραγε κι εκείνος το θρυματισμένο κομματάκι

της αναποφασιστηκότητας, του άυλου αετού

που μέσα σε δρόμους τωρινούς και σε παλιά αχνάρια

μέσα στα φύλλα αθροισμένων φθινοπώρων

συνεχίζει να κοπανά την ψυχή μέσα στον τάφο;


Η παλιά και ξεχασμένη καρδιά του ανθρώπου είναι το αντικείμενο του ενδεκάτου ποιήματος ώσπου να συναντήσει την υποτείνουσα του μάλλινου πουκαμίσου και του αλατιού απ’ το αίμα που υπονοείται σε κάθε στροφή της ακρόπολης του Μάτσου Πίτσου. Εδώ ονομάζει τους εργάτες αδέρφια του και ταυτίζεται μαζί τους, γίνεται ένα μ’ αυτούς αυτός είναι ο τρόπος που συντήκεται μέσα στον αγώνα τους να χτίσουν την ακρόπολη. Ο Νερούδα χτίζει την ακρόπολη μαζί με τους εργάτες εκείνου του καιρού, τους πατριώτες του, τους συντρόφους του, γίνεται το αίμα κι ο ιδρώτας τους. Γίνεται ένα μ αυτούς.


Μέσα στην παραζάλη της μεγαλοπρέπειας

μέσα στην πέτρινη νύχτα άσε να βάλω το χέρι μου

και να ξυπνήσω το πουλί που για χιλιάδες χρόνια έχω μέσα μου

την παλιά και ξεχασμένη ανθρώπινη καρδιά!


Το τελευταίο ποίημα του βιβλίου εκτείνεται σε ό,τι έχει σημασία για τον ποιητή: συγκρίνει και διακρίνεις τις ομοιότητες ανάμεσα στη ζωή των χτιστών και τη δική του, αισθάνεται ότι ταυτίζεται με τους άντρες αυτούς. Τους αναγνωρίζει σαν δικούς του. Αποφασίζει να γίνει ένα μ’ αυτούς και να ανημερώσει τον κόσμο για το θρύλο τους. Ο ποιητής κι οι άντρες αυτοί τώρα έχουν το ίδιο αίμα, είναι ταυτισμένοι. Είναι κι ο ποιητής ένας άνθρωπος σαν κι αυτούς, τίποτε περισσότερο.


Σηκωθείτε και ξαναγεννηθείτε αδέρφια μου.

Δώστε μου το χέρι σας που έρχεται

από βαθειά εκεί που υφάνθηκε η λύπη σας.

Δεν θα επιστρέψετε απ’ αυτές τις σταθερές πέτρες.

Δεν θ’ αναστηθείτε απ΄τον υποχθόνιο χρόνο.

Η τραχειά σας φωνή δεν θα ξανακουστεί

μήτε τα τυφλά σας μάτια θα ξαναπεταχτούν απ’ τις κόγχες τους


και καταλήγει με την προσθήκη τους στα ποιήματα του, τη φωνή του, τη δημιουργική του δουλειά, έρχομαι να μιλήσω σαν τα μουγγά σας στόματα, λέγοντας


Ελάτε γρήγορα στις φλέβες μου και στο στόμα μου

μιλήστε με τα λόγια μου και μέσα απ’ το αίμα μου.


~Source, the Heights of Matcchu Pitcchu, by Jonathan Cape, New York, 1966






Ο Ελληνοκαναδός Μανώλης Αλυγιζάκης έχει γράψει τρία μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, καθώς και άρθρα, διηγήματα και μελέτες στα αγγλικά και στα ελληνικά. Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του ‘Φυλλορροές’ απαρτίζεται από υπαρξιακά, ερωτικά και κοινωνικοπολιτικά θέματα, με στενή αναφορά στην καθημερινότητα αλλά και σε σπουδαία ιστορικά γεγονότα. Το συναίσθημα ρέει πλούσια σε όλη τη συλλογή. Εκφράζεται μέσα από θέματα όπως η αγάπη, ο έρωτας, η απιστία, η απώλεια και το αίσθημα του ανεκπλήρωτου, η αναζήτηση της ουσίας της ζωής, τα υψηλά ιδανικά, και η έλλειψη ελευθερίας. Το χαρακτηριστικό ύφος ενισχύεται από τον ήχο και τον ρυθμό, που δένουν αρμονικά με το περιεχόμενο. Μια μελαγχολική διάθεση διατρέχει το σύνολο των ποιημάτων, δίνοντας τον τόνο στην πάλη μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας: «…κι είπε -/ θέλω να σπείρω/ τούτο το χώμα απ’ την αρχή/ με μια σοδειά νέων ιδεολόγων…» («Νωχελικό απόγευμα»).

Η γραφή, αν και κάποιες φορές στα όρια του πεζού λόγου, διανθίζεται από ιδιαίτερα ποιητικά στοιχεία. Τεχνικές όπως η επανάληψη και ο διασκελισμός τονίζουν το νοηματικό περιεχόμενο δίνοντας ζωντάνια στη συλλογή. Παρόμοιο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται από τις λεπτομερείς περιγραφές, τις πλούσιες εικόνες και τη μουσικότητα του λόγου. Το θέμα της ύπαρξης αναφέρεται στον θάνατο, στο βάρος της ζωής και στο νόημά της, στο γήρας, στο αναπόφευκτο και τη μοίρα, στην παρακμή. Τα ερωτικά ποιήματα εκθέτουν μια γκάμα συναισθημάτων όπως ο πόθος, η χαρά, η θλίψη, η διάψευση, η προδοσία, η παρακμή, η απομάκρυνση του ζευγαριού και η συμβατικότητα της συνύπαρξης. Παρά τον πόνο και την απογοήτευση που συνδέονται με τον έρωτα, ο ποιητής τον θεωρεί το πιο ουσιαστικό συστατικό της ζωής: «…κι αφήνω στη στιγμή την έρευνά μου/ για κάτι ασύλληπτο ή ιδεατό/ και δίχως λέξη βιαστικά γυρνώ/ στο αισθησιακό σου φίλημα.» («Ανακάλυψη»).

Οι κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες εκφράζονται μέσα από θέματα όπως ο πολιτικός αγώνας, η αυτοθυσία των συντρόφων και η ήττα, η ιστορία και το σήμερα, η σχέση της Εκκλησίας με τον πόλεμο, προβληματισμοί και προβλέψεις για το μέλλον, η Ελλάδα, η αθλιότητα της ζωής στην πόλη, η καταστροφή, η σωτηρία, η απόδοση δικαιοσύνης, ο ποιητής/η ποιήτρια μπροστά στην πολιτική πραγματικότητα. Στο τέλος κάποιων ποιημάτων ο Μανώλης Αλυγιζάκης θέτει δυνατά ερωτηματικά, ερωτηματικά που μοιάζουν να αποτελούν από μόνα τους τις απαντήσεις: «…Κι αναρωτιέσαι/ κάνουμε άραγε κάτι σωστό/ ή όλα βαδίζουν ίσια προς την κόλαση;» («Ρουτίνα»). Άλλες φορές το κλείσιμο των ποιημάτων παραπέμπει σε σημαντικά ερωτήματα: «…Κι ένας μικρός σπουργίτης/ καθισμένος στο κλαδί/ συνθέτει το πρωινό του ποίημα και/ τα φτερά του ψαλιδίζοντας γράφει,/ αυτά δεν μου χρειάζονται πια» («Σπουργίτες»). Η ποιητική συλλογή διακρίνεται από ευαισθησία για τις ανθρώπινες καταστάσεις και από έντονο κοινωνικό προβληματισμό, στηρίγματα πολύτιμα μέσα στη γενική συναισθηματική νέκρωση και την ακραία βαρβαρότητα που βιώνουμε.


Greek Canadian author Manolis Aligizakis has written three novels, numerous collections of poetry, articles and short stories in both Greek and English. His latest poetry book “Filloroes” consists of existential, erotic and sociopolitical themed poems with clear relation to everyday as well as to historical events. Emotions flow freely throughout the book. They are expressed via images of love, lust, unfaithfulness, loss and the feeling of the unaccomplished, search for the meaning of life, high ideals and the lack of freedom. The poet’s style and idiom are accentuated by his rhythm that is tied harmoniously with the content. Certain melancholy runs through the majority of the poems and underscores the battle between optimism and pessimism: “I want to plough/this ground all over/with a crop of new idealists…” (Saunter).

The style of the book, sometimes resembling prose, is accented by poetic conventions such as repetition, and the striding of verse that bring the poems to life. Similar result is shown by detail descriptions, rich imagery and musicality of the verse. The existential poems deal with death, weight of life and its meaning, old age, the inescapable end, fate, decadence. The erotic poems display a mixture of emotions such as desire, joy, sadness, denial, betrayal, loneliness and the convention of relationships. Although pain and disappointment are imbued in Eros the poet still considers it the most important variant of life: “and I leave my search/for something inconceivable/ or imaginary/and with no other word/I return/to your sensual loving.”(Discovery).

Social-political issues such as political struggle, sacrifice of comrades, defeat, history up to today, relation of the church to war, wondering and vision of a future Greece, the misery of city life, destruction, salvation, justice, the poet/poetess before today’s reality, are subjects of these poems. Sometimes at the end of some poems Manolis poses questions that are themselves the answers to such questions: “And you wonder/are we truly making progress/or careening brakeless of-ramps to Hell?” (Routine). Other times the poems lead to serious questioning: “and the young sparrow/sits on the branch and/clipping his wing feathers writes/no need for these anymore” (Sparrows). The collection is imbued by sensitivity toward the everyday human situations and is filled by serious questioning about the emotional death of today’s social landscape and the brutality we live in.


Αφροδίτη Γιαννάκη, ΕΝΕΚΕΝ, 2013/Aphroditi Giannakis, ENEKEN, 2013




by Roxana Necsulescu


Born in Crete, the publisher, poet and novelist known as Manolis moved to Thessaloniki for his childhood, and went on to receive his Bachelor’s degree in Political Science from the Panteion University of Athens. He served in the armed forces for two years before immigrating to Canada in 1973, where he took classes in English Literature at Simon Fraser University. Manolis now writes in both English and Greek.

Primarily set in Pasadena and Los Angeles, his new novel The Circle features two Iraqi men, Hakim and Talal, who are studying in the United States. The third-person narration follows the relationship of the two men as well as their relationship with the United States, which becomes further complicated when the two of them fall in love with American women. Emily and Jennifer are the wife and daughter of Matthew Roberts: a member of the CIA Intelligence Unit that had a direct role in the decision to go to war with Iraq in 2003.


The relationships between the Iraqi men and the American women manage to be both subtle and passionate. Arguably the strength of the story is that Manolis takes care to neither over-emphasize or underplay the importance of differing nationalities.

Manolis’ background in poetry is apparent throughout. When describing the love affair between Talal and Emily, he writes: “Talal sits listening to the song of the wind through the small park where they usually sit, a song that unfolds slowly and methodically like a majestic eagle spreading its wings to the heights of the sky.”

As the novel unfolds, Hakim gains a greater awareness of horrific events that transpired during the American/Iraqi war. He also learns to gradually accept the past and move on. Under the guidance of his wealthy uncle Ibrahim Mahdi, he learns not to be prejudiced against the Americans that he meets in his daily life in L.A. and to avoid punishing Jennifer for her father’s involvement in the war.

The artful writing conveys a sense of humility that all the characters share. Hakim and Talal do not monopolize the dialogue. There is an overarching understanding provided to all the characters. Even Matthew Roberts, the American CIA Intelligence member, is written with a high degree of compassion rather than judgment.

The Circle was conceived shortly after the beginning of the war in Iraq: “It’s a look at war from the point of view of the citizen, what happens to him once the bombs stop falling,” Manolis told Surrey Now.

Learned hatred for a previous national foe is something Manolis knows firsthand. Growing up in Greece, children were routinely taught to hate the Turks, their former occupiers. “When a child hears this again and again,” he says, “you carry it inside you no matter what benign form it might be in, and it comes out eventually.”

Driving a cab in Vancouver in the 1980s, Manolis once picked up a fare who asked him where he was from, and in return he asked the passenger his country of origin. When the man answered Turkey, Manolis said the intensity of his reaction to the man shocked him, especially as he was in his 30s and an otherwise mature, rational person.

Nothing passed between the two men, but it did inspire a story that was published in a Greek magazine, and that story has provided the context for The Circle.

ISBN 9780978186524

BC BookWorld, winter issue, pg 33


Yannis Ritsos-A Review


Yannis Ritsos Poems–Selected Books

Translated by Manolis

Edited by Apryl Leaf

LibrosLibertad, Surrey BC


Review by Amy Henry

A careful hand is needed to translate the poems of Yannis Ritsos, and Manolis is the ideal poet to undertake such an enormous task.  Born in Crete, Manolis’s youth was intermingled with the poetry of Ritsos.   Once a young man moved by the Theodorakis version of Epitaphios, he’s now a successful poet in his own right who is still moved to tears hearing the refrains of those notes from half a century ago.  His Greek heritage, with its knowledge of the terrain, people, history and cultural themes, makes his translation all the more true to what Ritsos intended.  Having visited the very places of which Ritsos wrote, he knows how the light and sea shift, and how Ritsos imagined those changes as being a temperament and personality of the Greece itself.

The parallels in their lives are uncanny: when Ritsos was imprisoned, Manolis’ father also was imprisoned on false charges.  Both men dealt with the forces of dictators and censorship, and experienced the cruel and unreasoning forces of those times.  In fact, they even lived for a time in the same neighborhood.  In his foreword to Poems, Manolis relates that he viewed him as a comrade, one whose “work resonated with our intense passion for our motherland and also in our veracity and strong-willed quest to find justice for all Greeks.”

In Poems, Manolis chose to honor Ritsos first by not just picking and choosing a few titles to translate, although that might have been far easier.  Instead, he undertook the complex task of translating fifteen entire books of Ritsos work-an endeavor that took years of meticulous research and patience.  It should be noted that along with the translation, edited by Apryl Leaf, that he also includes a significant Introduction that gives a reader unfamiliar with Ritsos an excellent background on the poet from his own perspective.

Dated according to when Ritsos composed them, it’s fascinating to see how some days were especially productive for him.  These small details are helpful in understanding the context and meaning.  For example, in Notes on the Margins of Time, written from 1938-1941, Ritsos explores the forces of war that are trickling into even the smallest villages.  Without direct commentary, he alludes to trains, blood, and the sea that takes soldiers away, seldom to return.  Playing an active role in these violent times, the moon observes all, and even appears as a thief ready to steal life from whom it is still new. From “In the Barracks”:

The moon entered the barracks

It rummaged in the soldiers’ blankets

Touched an undressed arm  Sleep

Someone talks in his sleep   Someone snores

A shadow gesture on the long wall

The last trolley bus went by  Quietness


Can all these be dead tomorrow?

Can they be dead from right now?


A soldier wakes up

He looks around with glassy eyes

A thread of blood hangs from the moon’s lips


In Romiosini, the postwar years are a focus (1945-1947), and they have not been kind.  The seven parts to this piece each reflect a soldier’s journey home.


These trees don’t take comfort in less sky

These rocks don’t take comfort under foreigners’


These faces don’t’ take comfort but only

                In the sun

These hearts don’t take comfort except in justice.


The return to his country is marked by bullet-ridden walls, burnt-out homes, decay, and the predominantly female populace, one that still hears the bombs falling and the screams of the dead as they dully gaze about, looking for fathers, husbands, and sons.  The traveler’s journey is marked by introspection and grim memories reflected on to the surfaces of places and things he thought he knew.
“And now is the time when the moon kisses him sorrowfully

                Close to his ear

The seaweed the flowerpot the stool and the stone ladder

                Say good evening to him

And the mountains the seas and cities and the sky

                Say good evening to him

And then finally shaking the ash off his cigarette

                Over the iron railing

He may cry because of his assurance

He may cry because of the assurance of the trees and

                The stars and his brothers”


An entirely different feeling is found in Parentheses, composed 1946-1947.  In it, healing is observed and a generosity of spirit exerts itself among those whose hearts had been previously crushed.  In “Understanding”:


A woman said good morning to someone –so simple and natural

                Good morning…

Neither division nor subtraction  To be able to look outside

Yourself-warmth and serenity  Not to be

‘just yourself’ but ‘you too’  A small addition

A small act of practical arithmetic easily understood…


On the surface, it may appear simple, a return to familiarity that may have been difficulty in times of war.  Yet on another level, he appears to be referring to the unity among the Greek people-the  ‘practical arithmetic’ that kept them united though their political state was volatile.  Essentially timeless, his counsel goes far beyond nationalism.


Moonlight Sonata, written in 1956, is an impossibly romantic and poignant lyric poem that feels more like a short story.  In it, a middle-aged woman talks to a young man in her rustic home.  As he prepares to leave, she asks to walk with him a bit in the moonlight.  “The moon is good –it doesn’t show my gray hair.  The moon will turn my hair gold again.  You won’t see the difference.  Let me come with you”


Her refrain is repeated over and over as they walk, with him silent and her practically begging him to take her away from the house and its memories:


“I know that everyone marches to love alone

Alone to glory and to death

I know it  I tried it  It’s of no use

Let me come with you”


The poem reveals her memories as well as his awkward silence, yet at the end of their journey, she doesn’t leave.  Ritsos leaves the ending open:  was it a dream?  If not, why did she not go?  What hold did the house have over her?  Was it just the moonlight or a song on the radio that emboldened her?


In 1971, Ritsos wrote The Caretaker’s Desk in Athens, where he was under surveillance but essentially free.  At this time he seems to be translating himself-that of how he was processing his own personal history.  Already acclaimed for his work, perhaps he was uncertain of his own identity.


From “The Unknown”,


He knew what his successive disguises stood for

(even with them often out of time and always vague)

A fencer  a herald  a priest  a ropewalker

A hero  a victim   a dead Iphigenia  He didn’t know

The one he disguised himself as  His colorful costumes

Pile on the floor covering the hole of the floor

And on top of the pile the carved golden mask

And in the cavity of the mask   the unfired pistol


If he is indeed discussing his identity, it’s with incredible honesty as to both his public persona and his private character.  After all, he’d been nominated for the Nobel Prize for Literature in 1968 (and eight more times) and he was likely weighing, in his later years, all that he’d endured.


The beauty of this particular translation is that, while subjects and emotions change over time, they still feel united by the underlying character of Ritsos.  Some translators leave their own imprint or influence, yet this feels free of such adjustment.  It’s as if Ritsos’ voice itself has been translated, with the pauses, humor, and pace that identify the subtle characteristics of an individual.







Ubermensch, by Manolis Aligizakis is the most difficult and most philosophical poetry book I have come across. And rightfully so since it is identified with Nietzsche’s “Ubermensch” so much in the plot as much in the concepts. The poet “toys” with the various conventions as he firstly relates Ubermensch to true dimension given to him by the German philosopher and secondly to the misinterpretation given to the concept by the German ‘national-socialists’ with the horrible results that followed and affected the whole world.

Before we describe Manolis Algizakis’ Ubermensch, let us quickly look at what Nietzsche anticipated from his treatise. In simple words Nietzsche posited man opposite his abilities and responsibilities which should he had used wisely, he could overcome every obstacle. With the right use of his logic and his instinct as his primal levers man can live in a free and just society where everyone is master of himself. Nietzsche, of course, never described the moral dimension of Ubermensch, as the author claimed, as he appeared to fill the void created by the lack of authority and the Death of God. Ubermensch therefore is a redeemer, defender of morality but at the same time uncontrollable, as far as it concerns his ulterior plans for the world that remain vague…

This book published in both Greek and English consists of three parts and the style of writing is closer to prose than poetry. In the first part “Red Dawn”, man being free from all religious obligations decides to walk the earth based on his strength and wants to get rid of his ties to the system. In a collapsing society and in a family that loses its primal meaning a person needs to accept human futility and if successful man will then recognize the importance of simple things such as nature and the innocent moments of childhood, the weight hidden in a word, in a compliment, in a gesture worthy of praise. The defenseless, before death, man waits languidly for his “resurrection”, without any effort to rid of his narcissism and irresponsibility. Thus, away from his God and his beliefs, man was led to his oblivion. But with ignorance as his point from where he commences his charge he can achieve greatness and he can excel.

How then can man change to the better? With self-knowledge, with paying attention to the importance of everyday events, with the right reflection of the positive and negative parameters that influence his life. At this point the appearance of Ubermensch among the people is announced who with the people’s devotion, again he sprang out of their self-consciousness. By trying to prove to him that they’re knowledgeable and can endure hardship they succumb to his preaching. And Ubermensch—the tyrant (as the poet calls him) opportunist as he is started to fully control their fearful consciousness. Smart, demagogue, witted he was the only one who could sense the human mistakes and him alone could subjugate them. Never punishing and never asking for something in return, known to forgive, he preached morality and balance. The first part closes with the people’s declaration of obedience, event that satisfied him to the fullest…
In the second part, “Fiery Highnoon”, Ubermensch begins the true preaching of his ideology. In fact he starts to reveal his true self. The poet presents before the eyes of Ubermensch and his followers a series of men letting Ubermensch unfold his philosophy to the world. Among these men are: a beggar, an old miser, a jester, a decadent king…

Ubermensch, familiar with the human passion preaches his beliefs and presents his preferences. He likes for example those who live with no goals, meaninglessly, who disdain everything, who don’t sacrifice themselves for anything, those who with their acts bring him closer to his dominance, the ones who amass money and land which he’ll at some future day take from them, the ones who pretend they are not afraid, those who chase an unaccomplished morality, those who forever carry their wounds deep inside them, those who use the power of God to solve their problems, those who because of their deeds and decisions are led to their destruction. And all these, whom “he likes” hover over the heads of his followers, his followers who without religion stand opposite the chaos they brought unto the world; those who foolishly and without reservation accepted him into their houses; those dreamers, the self- absorbed, the loners and the arrogant. Those who forgot where they came from and they fell innocently in the pangs of the new leader. However their wholehearted joy for him, who would change the world, soon disappeared when they sensed that everything around them was ruined and again the lie was dominant. Finally they understood that again they were the ones who fought against themselves while contributing to the creation of their own hell thus empowering Ubermensch.  

In the third part of the book, “Conflagrated Dusk”, an evaluation of what transpired in the people’s lives while they lived along the Ubermensch takes place. Men had decided to hate everybody and become the bridge upon which Ubermensch would pass in order to achieve his goals. They were left naked and they witnessed the masses to be overtaken by greediness and dissolution. They again came across a world that didn’t like to change and only kept on following false leaders who promised hollow rewards.

The last journey with Ubermensch takes place before certain men who are chosen because of their attributes: an Eparch, an undertaker, a teacher, a painter, a general, a poet, a potter and a dancer. Each of them is to a certain extend an Ubermensch, because of what they create in their fields and because of their abilities while others are incapable of becoming Ubermenschen because of the weaknesses.

The poet, Manolis Aligizakis, tests human endurance and bounds. He underscores concepts that leave the reader with questions and why not, with an awakening. Everyone can be an Ubermensch in his field as long as he can rely on his own strengths and skills. Even the supporters of Manolis Aligizakis’ Ubermensch, at the end, rejuvenated by what they lived through experience, they decided to wake up and never to become again victims of the system. The poet underlines that the distance between the opposite polarities is very small: between a truth and a lie, between a belief and atheism, trust and suspicion, life and death. “Everything” is we as long as we understand our true self and we live in relation to that. Therefore every one of us can be an Ubermensch when we fight with all our strength for something higher and at the same so does the one who acquires (quite unjustly) power from the weakness of others and leads the rest in the wrong path (for example the German social-nationalism).

In conclusion I would like to underscore that from the moment I received and opened this book I understood I was before a truly great accomplishment. And for this I owe a big “thank you” to Manolis Aligizakis, the poet, for his trust in me. Manolis Aligizakis, a Greek—Canadian citizen, proves that Greek literature outside Greece is of the highest quality.

Example of the Manolis’ writing is the following poem:




We the leaders and we the followers

the blind killers and the blind victims


I the atheist and I the pious

the filthy rich and the despondent


We the egotistical and we the humble

the allies and the enemies


I the knowledge and I the ignorance

the palatial and the squalor


We the dreamers and we the dreamless

the forever roamers and the domesticated


I the important consonant and I the vowel

the wide ocean and the secluded cove


We the princes and we the beggars

the bigots and the altruists


I the hero and I the traitor

the serpent and the eagle


We the sheep and we the lions

the socialites and the hermits


I the free spirited and I the fanatic

the man erectus and the worm


We the anthropocentric and we the anthropoid

the autocratic and the marionettes


I the child of God and Devil’s cousin

the arduous worker and the tedious


We the initiates and we the initiated

the ropewalkers and the Übermenschen



Alexander Akritidis—Writer, University Graduate with a Diploma in Humanities


‘NOSTOS and ALGOS–A REVIEW’ by Cloe Koutsoubelis

nostos and algos cover

Awareness is the title of the first poem of this collection and not without reason.

The poet selects this poem as the first one but one wonders: awareness for what? Is it because this poetry collection is subject of the natural laws of decay, like tree leaves that turn yellow and fall at some moment leaving behind them the gaping void that lies under every poetry collection behind every creative form? Or is it awareness because, as the last verses claim, nothing stays forever?

The collection is dedicated to his parents who lived their last years in the village and the second poem of the book “Old Couple” is at that exact place with images such, olives, feta cheese, wine, salad under the grape vine, monologue of loneliness, epilogue of their lives. Agony for a son away in a foreign land but expectation, longing, and the everyday events transcend into moments of happiness and laughter, you forgot to make the salad.

What is the poet’s primer? Prime roll plays the sound of the letter t from the word tenderness. When one doesn’t open himself to love one has no reason for living. The slow spark that reverses the equation and turns into a wick and becomes a conflagration, or a night flower that turns into the kaleidoscope of the Universe are the underlying forces of this book. Eros and at the same time Death that lurk behind everything; the unstoppable law of the cosmos that controls the people’s lives and emotions.

I too grieve,
that night has passed by so fast

the poet says in Night Flower:
Heracleitos’ philosophy of the ever changing world, the continuous movement of things and people like a river that forever evolves and renews this is the backbone of the book Nostos and Algos.

For the poet the microcosm and the macrocosm are but a rose, a thicket of trees in the afternoon, the mound of a woman, a flock of sparrows, a bed-sheet that wrapped the body of the beloved, the simple events of everyday life, the brushing of teeth, the washing the face of a beloved person become a mystery into which he delves with willingness and humbleness.

Yet the poet is afraid that the mystery of these simple everyday events may be violated by the sacrilegious people of the cement city who make dust of every emotion and refinement, by the hierodules and pimps who turn every ideology into a profit thus flattening everything in their path.

For the poet everything vanishes, everything flows through his fingers; we arrange our date with Death at every moment, everything except of a smile that is whole, it can’t be divided, it can’t be analyzed, it is the moment that boils and bubbles.

Fate is predetermined. Our date with Death occurs every day. We betray ourselves and others, we yearn for things that belong to others, we move between high and low tide in currents that take us forth and back we fight at every moment the feeling of this futile life and the void.

Then, there must be
      another time
      there must be
      it must
the poet says in Tides

Deep philosophical, existential collection is this book by Manolis. The miracle passes and vanishes, the silent acceptance and the effort to understand, is but the vague oaring in a foggy day.

In the poems Turret, Heroes, Sunrise, the poet is sarcastic to the leadership that sends men to war like lambs to the slaughterhouse, for the sake of the generals, the bishops, the flags and the business of war.

In his last four poems, Lens, Craving, Branches and Insistence toward the end of each poem the words and you said — appear as if the poet talks to someone next to him and I can see no other way to end this beautiful book but the phrase of the last poem:

Again I shall try to transform
      the cricket’s song
      into a shiver.

~ Cloe Koutsoubelis, ENEKEN, No 33, Salonica, Greece, Fall-Winter 2014

~ . ~