Ι Κάποτε εδώ ήταν το σπίτι μας, ξύλινη σκάλα, κήπος μπροστά, γάτα και καναρίνι. Στους τοίχους σημάδια που έδειχναν την πρόοδό μας στο ανάστημα: το δικό μου, του αδερφού που έφυγε και πιο σβησμένο του πατέρα,
Βγάλαμε φωτογραφία το παλιό μας σπίτι, ξύλινη σκάλα, κήπος μπροστά, γάτα και καναρίνι.
IV
Τώρα πια κάποιος άλλος θα κοιμάται ανάμεσα στους τοίχους του. Άλλες φωνές θα το γεμίζουν ξένες, αταίριαστες επάνω του. Όμως στους τοίχους θα μένει το σημάδι της πιο αγαπημένης μου φωτογραφίας και το παράθυρο θα βλέπει πάντα τα πιο ωραία μάτια πόχω δει.
*Δημοσιεύτηκε στο «Κόσκινο», Αρ, 1. Απρίλιος – Ιούνιος 1968. Θεσσαλονίκη . Εκεί δημοσιεύτηκε μια μικρή ανθολογία από ποιητικά κείμενα και μεταφράσεις της πρώτης περιόδου του περιοδικού Διαγώνιος» (1958-1962). Υπεύθυνος περιοδικού ήταν ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.
Θαρρώ πως κάποιος άλλος μού αφηγήθηκε, με ολότελα άχρωμη φωνή, ένα βράδυ, τα περιστατικά της ζωής μου· κι εγώ νύσταζα· μέσα μου ευχόμουν να σταματήσει επιτέλους· να μπορέσω να κλείσω τα μάτια, να κοιμηθώ. Κι όσο μιλούσε, για να κάνω κάτι, ν’ αντιστέκομαι στον ύπνο, μετρούσα ένα ένα τα κρόσσια απ’ το σάλι μου, ρυθμίζοντας το μέτρημα πάνω σ’ ένα κουτό, παιδιάστικο τραγούδι της τυφλόμυγας, ωσότου να χάσει κάθε νόημα απ’ την επανάληψη. Μα ο ήχος διατηρείται — θόρυβοι, γδούποι, συρσίματα, — το βουητό της σιωπής, ένα παράταιρο κλάμα, κάποιος ξύνει τον τοίχο με τα νύχια του, κάποιο ψαλίδι πέφτει στα σανίδια, κάποιος βήχει· — η παλάμη στο στόμα του, μη και ξυπνήσει έναν άλλον που κοιμάται μαζί του —ίσως το θάνατό του·— σταματάει· ύστερα πάλι εκείνο το σπειροειδές βουητό από ’να άδειο πηγάδι, κλεισμένο.
I believe that another person told me one night with a totally
colorless voice
all my life’s events and I was so sleepy I wished inside me
that he’d finally stop so that I could close my eyes
and sleep And as long as he spoke just to do something
to resist sleeping
I counted one by one the tassels of my shawl in a certain
rhythm
with a silly childish game of the blind fly until its
meaning was lost in the repetition But the sound remains –
noises thuds crawling – the buzz of silence a discordant
cry
someone scratches the wall with his nails a pair of scissors fall
on the floor planks
someone coughs – his palm on his mouth so that he may not
wake up the other
who sleeps with him – perhaps his death – he stops then
again
that spiral buzz from an empty shut-off water well