Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis


     Ωχροί άντρες μας ακολούθησαν, ανεξήγητη αφέλεια,

αφού ούτε καν μπορούσαμε να βρούμε το δρόμο μας

δίχως τις οδηγίες Του. Η συγνώμη δεν είχε ακόμα εφευρεθεί

απ’ τους φανατικούς που κρατούσαν δαυλούς αναμμένους

κι όλοι μας νοιώσαμε πως είχαμε χαθεί στην προσπάθεια

να εξηγήσουμε το ανεξήγητο και να εντοπίσουμε ξανά

το για πάντα χαμένο όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο

που βρήκαμε το γιατρό πάνω από ένα τραυματισμένο στρατιώτη.

Παρ’ όλο που ο χάρτης του ξεκάθαρα έδειχνε πως δεν υπήρχε

πια ελπίδα την τελευταία μάχη είχε σχεδόν χάσει, παρατηρήσαμε

την προσοχή του γιατρού στην κάθε λεπτομέρεια όταν

ο οδηγός μας έκλεισε τα μάτια του τραυματισμένου

στρατιώτη, έσφιξε το χέρι του γιατρού σαν ν’ απορροφούσε

όλο του τον πυρετό κι αφού εκράτησε ενός λεπτού σιγή του

είπε: ‘Εσύ είσαι γένος και συγγένειά μου, υπάρχω μέσα σου

κι εσύ μες την καρδιά μου σε θρόνο κάθεσαι σαν βασιλιάς’.


Pale men followed us, inexplicable stupidity, as

we were incapable of finding our own way without

a guide; mercy wasn’t invented yet fanatics

held torches and half lit icons and we all felt lost

in our quest to render the inexplicable explained

then we arrived at the hospital and found a doctor

leaning over an injured soldier. Although the injured

soldier’s chart clearly showed there was no hope, he had

already lost his last battle, we observed the attention

of the doctor to every possible detail of the stats when

our leader closed the dead soldier’s eyes, shook

the doctor’s hand as if taking in Him all the doctor’s fever

and He said: ‘you are my brethren and kin, I dwell

in you and you sit in my heart like a king on his throne.’



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s