Tasos Livaditis – Poems, Volume II


Rainy Days

     He had a rather indiscernible face as if read in old passages;

but since he had gazed at the sky so much he was dangerous

since he firstly had, of course, to offer his merchandise;

     therefore he opened a cheap store and sold wood shavings,

since those years were very rainy, ever since the Homeric

era, until, under mysterious circumstances and of course,

with the complete support of the lower classes, he declared

himself king; king of who we never really found out; however

    each morning they saw him by the entrance of the ancient

path as if he wanted to absorb all the guilt of this new day

that commenced upon

     this foolish race.



Yannis Ritsos – Poems, Volume II


There is always a tree

in every small, enclosed yard,

lemon tree or poplar or

something else;

a sunlit, weightless tree

always ready to jump

outside the fence wall.

That way, the trees hug the sun

so the sun can grab onto their branches

and jump inside the yard.


Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis


     Η νύχτα είχε πέσει όταν φτάσαμε στο κάστρο του Έπαρχου

και τον πιάσαμε να τραγουδά μελαγχολικό τραγούδι για

τη ξενιτιά και για το τέλος που πάντα έρχεται απρόσκλητο

κι είχε στο κορμί του δερματοστιξίες, σημάδια υπεροχής,

τάξης εκλεκτής ήταν, αναμφισβήτητα διαλεγμένα από κάποια

επουράνια δύναμη, σκέψεις στραβές, ομίχλη που πολλοί έχουν

στη θέση του εγκεφάλου, μνηστήρες φόβου, πόρνες που

πολιορκούσαν το μυαλό του κι άντρες διπλής υπόστασης

ώσπου τελικά ο κόκορας ελάλησε μεσάνυχτα.

      Ήταν φθινόπωρο και νύχτωνε νωρίς η μελαγχολία ήταν

άφθονη όταν ο Υπεράνθρωπος ξεγύμνωσε το στήθος Του

και φάνηκε το κόκκινο τριαντάφυλλο στη δεξιά μεριά κι ήταν

αυτή η αρχή της μύησής μας και νιόφυτοι που είμασταν

δεν καταλάβαμε το βαθύ νόημα της σκέψης Του όταν αυτός

επανέλαβε: ‘Ακόμα κι αυτός ο αυταρχικός Έπαρχος μετά

από μερικές επιστροφές θα γίνει συγγενής μου.’


Night had fallen when we arrived at the Eparch’s castle.

Found him singing the somber song of the exiled and about

the end that always came uninvited; tattoos covered his

body, signs of superiority meant for the upper class established

by a heavenly authority, crooked thoughts like fog in the brain

of suitors and harlots besieging the minds of men from

the dubious clan until the cock called midnight.

It was autumn and night fell early; melancholy was

abundant when the Übermensch uncovered his chest and

we observed the red rose on His right side, and this was

the commencement of our initiation and novice as we were

we couldn’t understand the deep meaning of His thought

when He repeated: ‘After a few lifetimes even this autocratic

Eparch will become my brethren.’


Γιώργος Θέμελης, Ανάσταση

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Γ. Μετάσταση]


Θα θυμηθούν τα χέρια και θα ξεχωρίσουν.
Κάθε ψυχή θα σύρει το σώμα της.

Θα ’μαστε οι πρωτόπλαστοι κι οι χαϊδεμένοι.

Όταν ακούσεις την άλλη μουσική,
Μη φοβηθείς τον ήχο των τυμπάνων,
Ανάμεσα σε τόσα οστά, τόσα φτερά.
Όταν οι ουρανοί θ’ αντιλαλήσουνε στους ουρανούς.

Κάθε ψυχή θα φανερώσει τη γύμνια της.

Η κάθε μια με τη δική της θύμηση — λάμψη.

Η κάθε μια με τη δική της στέρηση — θάμπωση.

Η κάθε μια με το δικό της κρίνο — μυστικό.

Η κάθε μια μαζεύοντας τα κόκαλά της.

Η κάθε μια γυρεύοντας την άλλη,
Την άλλη αχώριστη ψυχή, την άλλη αγάπη.

Να μην κοπεί το στήθος απ’ το στήθος,
Και στάξει αίμα και ξυπνήσει ο θάνατος.

Μη σβήσει το χαμόγελο και σκοτεινιάσει.


Ένας βαθύς αγέρας θα ξεσηκώσει τα κόκαλα των πουλιών.

Από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη

View original post 14 more words