Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis


     Η νύχτα είχε πέσει όταν φτάσαμε στο κάστρο του Έπαρχου

και τον πιάσαμε να τραγουδά μελαγχολικό τραγούδι για

τη ξενιτιά και για το τέλος που πάντα έρχεται απρόσκλητο

κι είχε στο κορμί του δερματοστιξίες, σημάδια υπεροχής,

τάξης εκλεκτής ήταν, αναμφισβήτητα διαλεγμένα από κάποια

επουράνια δύναμη, σκέψεις στραβές, ομίχλη που πολλοί έχουν

στη θέση του εγκεφάλου, μνηστήρες φόβου, πόρνες που

πολιορκούσαν το μυαλό του κι άντρες διπλής υπόστασης

ώσπου τελικά ο κόκορας ελάλησε μεσάνυχτα.

      Ήταν φθινόπωρο και νύχτωνε νωρίς η μελαγχολία ήταν

άφθονη όταν ο Υπεράνθρωπος ξεγύμνωσε το στήθος Του

και φάνηκε το κόκκινο τριαντάφυλλο στη δεξιά μεριά κι ήταν

αυτή η αρχή της μύησής μας και νιόφυτοι που είμασταν

δεν καταλάβαμε το βαθύ νόημα της σκέψης Του όταν αυτός

επανέλαβε: ‘Ακόμα κι αυτός ο αυταρχικός Έπαρχος μετά

από μερικές επιστροφές θα γίνει συγγενής μου.’


Night had fallen when we arrived at the Eparch’s castle.

Found him singing the somber song of the exiled and about

the end that always came uninvited; tattoos covered his

body, signs of superiority meant for the upper class established

by a heavenly authority, crooked thoughts like fog in the brain

of suitors and harlots besieging the minds of men from

the dubious clan until the cock called midnight.

It was autumn and night fell early; melancholy was

abundant when the Übermensch uncovered his chest and

we observed the red rose on His right side, and this was

the commencement of our initiation and novice as we were

we couldn’t understand the deep meaning of His thought

when He repeated: ‘After a few lifetimes even this autocratic

Eparch will become my brethren.’


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s