Wheat Ears – Selected Poems

Rustle

Rustle of lemon-tree leaves

as you passed under

flowers shivered

touched by your hair

which stirred the wind

conqueror among them

and I followed

taking of their fragrance

and yours

that challenged

the lemon tree flowers

I couldn’t tell which I loved most

fragrance of your body or

aroma of lemon tree buds

https://www.amazon.com/dp/B0BKHW4B4S

Yannis Ritsos – Poems, Selected Books

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books

Η Ελένη/Helen

Τις νύχτες ακούω που μεταφέρουν οι δούλες τα μεγάλα έπιπλά μου·
τα κατεβάζουν απ’ τη σκάλα, — ένας καθρέφτης, κρατημένος σα φορείο,
δείχνει τα φαγωμένα γύψινα στολίδια απ’ το ταβάνι· ένα τζάμι
χτυπάει στα κάγκελα — δεν έσπασε· το παλιό πανωφόρι στην κρεμάστρα
σηκώνει μια στιγμή τα αδειανά χέρια του, τα ξαναχώνει στις τσέπες·
οι μικρές ρόδες απ’ τα πόδια των καναπέδων τρίζουν στο πάτωμα. Νιώθω
εδώ στον αγκώνα μου το γδάρσιμο του τοίχου απ’ τη γωνιά της ντουλάπας
ή απ’ τη γωνιά του μεγάλου σκαλιστού τραπεζιού. Τί θα τα κάνουν; «Γεια σας», λέω
σχεδόν μηχανικά, σα ν’ αποχαιρετώ έναν επισκέπτη, ξένο πάντα. Μονάχα
εκείνη η αόριστη βοή που αργοπορεί στο διάδρομο σαν απ’ το κέρας
ξεπεσμένων αρχόντων κυνηγών, μες στο απόβροχο, σ’ ένα καμένο δάσος.

Αλήθεια, πόσα πράγματα άχρηστα, με πόση απληστία συναγμένα· —
φράζαν το χώρο — δεν μπορούσαμε να σαλέψουμε· τα γόνατά μας
χτυπούσαν σε ξύλινα, πέτρινα, μετάλλινα γόνατα. Ω, βέβαια, θα πρέπει
πολύ να γεράσουμε, πολύ, ώσπου να γίνουμε δίκαιοι, να φτάσουμε εκείνη
την ήμερη αμεροληψία, τη γλυκιά ανιδιοτέλεια στις συγκρίσεις, στις κρίσεις,
όταν δικό μας πια μερτικό δεν υπάρχει σε τίποτα πάρεξ σ’ αυτή την ησυχία.

At night I hear the servants moving my big furniture

they take it downstairs – a mirror carried like on a

             stretcher

reveals the worn-out plaster designs on the ceiling

a windowpane hits the railings – it didn’t break

            the old overcoat on the hanger

raises its empty hands for a moment then it places them back

            in the pockets

small wheels of the couch legs creak on the floor

            I feel

here in my elbow a scratching on the wall made by the

            closet’s corner

or the corner of the large engraved table What will they do with

            them? “Goodbye” I say

mechanically as though bidding farewell to a visitor always

            a stranger

            only

that vague buzz lingers in the hallway as if from the horn

of down-and-out old lords hunting after rainfall in a burned

            forest

Really so many useless things collected with such greed –

blocking the space – we couldn’t move because our knees

hit against wooden stony metal knees Oh of course we

             have to

grow old very old until we shall become just to reach

            that

serene impartiality the sweet lack of interest in comparisons

             in judgments

when our share exists in nothing else except this

             serenity

https://www.amazon.com/dp/1926763076