Rendition/review by Peace Arch News

Mar 19, 2010 – Peace Arch News

By Alex Browne

You sit on the marble steps staring as the pigeons fly at you like in sacred formation as if someone orders them to pattern like a crescent moon or a fresh oval bread loaf and you toss a few crumbs hoping that they stop and come like new hopes or as omen for fortune your father said birds landing on your shoulder taking food from your hand foretells long life and happiness

Rendition, the latest collection of poetry by Manolis Aligizakis, joins other tomes by this prolific Greek-Canadian poet and novelist (in 2009 alone, he published two collections: Impulses and Nuances). It’s obviously an advantage to be the owner of your own publishing house – Libros Libertad, which turns out a stunningly regular series of releases by authors both local and more far afield, is the South Surrey-based brainchild of Aligizakis. But he has no reason to apologize for the quality of his work. Manolis’ strongly imagistic, and sometimes deceptively simple, style is based on deep and profound musings on the human condition, amid a symbolic context of nature. Rendition is a provocative collection for lovers of poetry that joins Manolis’ other work in providing both quiet pleasures and unexpected epiphanies.

RENDITION//Review by Amy Henry


Rendition, poetry by Manolis

“yet something lurks in the diaphaneity of glass”—-from “Mirror
Glass is not necessarily clear, just as a mirror doesn’t always reflect reality. In Rendition, the poet Manolis reveals layers of meaning that appear as elusive as a shadow on a broken shard of glass. Quotes from Federico Garcia Lorca and T.S. Eliot preface the segments of the book, and there is a sense of warning given throughout to the reader to focus on the present instead of being immersed in the past or in rehearsal for the future. As always, the language is picturesque, and Manolis describes inner thoughts and outer dialogue in a way that shows the battle between the two, especially in “Tolling Bell”, where grief is disturbed by the necessity of trivial funeral preparations.

Biblical allusions abound in this collection: most memorably in “Unexplainable,”

Two sparrows
endearing forms

Hop to mess of potato chips
you threw…

The endless is not more
secret than the finite

It takes two sparrows
and a potato chip

His words recall the verses in Matthew 10 where Jesus mentions two sparrows of small value, and then relays that ‘you are worth more than many sparrows’. Just as the seemingly worthless potato chips sustain the birds, the poet reminds the reader of nourishment for the soul.

In “Elegy II”, the poem relives the last moments of a soldier’s life, as his memories flash before his eyes. He remembers old loves, an old song, and even senses the grief of his mother. The enjambment is placed in a way that tumbles the reader forward to the inevitable moment of death.

Two poems were especially fascinating in how they portray one event : in “Climb” the narrator is admiring a ladybug that has landed on his palm:

My eyes fix on her glamour
grand presence in minute scale

He seems a nice enough guy, yet in “Fourth Paradox”, it is figure of death, a “repugnant soulless killer”, that looks upon the ladybug he is holding:

He senses ladybug laughing…

He stares at the game of the red
black ladybug whose brilliance
just laughs in serenity

Just who is who?  What has changed?  This disparity makes the reader wonder exactly who is in control…does death realize it’s powerlessness over nature?

This collection is one that requires some meditation to best enjoy.  The glimpses of human nature throughout combine to create a pensive mood, one that enables you to consider such phrases as found in “Chrysalis“:  “What in the image of absence is revealed?”


΄Αξιον Εστί//Σύντομη Κριτική




Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι το πιο μεγαλόπνοο και βαθυστόχαστο έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Θεωρείται δύσκολο ποίημα για τον περίπλοκο τρόπο ανάπτυξής του, για το θέμα με το οποίο ασχολείται και για τη βαθύτητα των νοημάτων του. Παρ’ όλα αυτά όμως το έργο αυτό αποδυκνύει τη μαεστρία του ποιητή που το συνέλαβε και το παρουσίασε στον αναγνώστη τη διάρκεια μιας εποχής που η ελληνική ποίηση πάλευε ανάμεσα στις καθιερωμένες φόρμες και στα νέα στοιχεία που επιρρέαζαν τον σύγχρονο ποιητή των δεκαετιών του `30 και του `40. Κι ιδιαίτερα τα στοιχεία υπερρεαλισμού που είναι εμφανεί στο συγκεκριμένο τούτο έργο του Ελύτη, στοιχεία που έχουν σαν αποτέλεσμα να κάνουν δύσκολη τη σύλληψη του πνεύματος του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

Το ποίημα αναπτύσεται σε τρία τμήματα, τη ΓΕΝΕΣΗ, ΤΑ ΠΑΘΗ, και ΤΟ ΔΟΧΑΣΤΙΚΟ. Η ΓΕΝΕΣΗ και το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ είναι περιορισμένα σε έκταση ενώ ΤΑ ΠΑΘΗ είναι το πολύ εκτεταμένο τμήμα του ποιήματος. Η ΓΕΝΕΣΗ αποτελείται από επτά ύμνους που κλείνουν με τη φράση, αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας, ενώ το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ αποτελείται από ομάδες τετραστίχων που παρουσιάζουν το ελληνικό τοπίο στο έμπειρο  μάτι του ποιητή. ΤΑ ΠΑΘΗ είναι το εκτεταμένο τμήμα του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ κι αποτελείται από ένα συνδυασμό  ύμνων, ωδών και αναγνωσμάτων που ταξιδεύουν τον αναγνώστη από τα Ομηρικά χρόνια

Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου


στο Οικόπεδο με τις Τσουκνίδες στην  Κοκκινιά κατά τη διάκρεια της Γερμανικής Κατοχής.


Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.


Η ΓΕΝΕΣΗ ξεκινά με το πιο βασικό στοιχείο του χώρου-τόπου, το φως,

Στην αρχή το φως. Και η ώρα η πρώτη

που καθορίζει τη διαφάνεια του χώρου, ενός χώρου αρχετυπικού, εδεμικού, που όλα τα στοιχεία του είναι στην παρθενική τους μορφή, και παρ’ όλο που ο χώρος καθορίζεται κι αποκτά ιθαγένεια και γίνεται ο ελληνικός χώρος που μόλις σχηματίστηκε, είναι ατην πρώτη του μορφή προτού να εισχωρήσει στην εικόνα ο ιστορικός χρόνος, ο ανθρώπινος χρόνος που συνεπάγεται το ιστορικό στοιχείο. Σ’ αυτό το χώρο δημιουργείται κι ο παρατηρητής-ποιητής

Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου

πολυάχτιδος όλος που καλούσε


κι ο χώρος δημιουργείται


και στη  μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και

ομοίωσή μου


κι αυτό τον κόσμο μέλλεται να αποδεχτεί ο ποιητής στην παρθενική, διάφανη μορφή του. Όλα υπάρχουν σε μια ευδαιμονική κατάσταση μέχρι τη στιγμή που

η φωνή του γκιώνη


κάποιου που είχε σκοτωθεί

το αίμα γυρίζοντας πάνω στον κόσμο


το τοπίο αμαυρώνεται απ’ το φονικό και παρουσιάζεται το αίμα, μάρτυρας της κηλίδωσης του αρχετυτικού χώρου και χρόνου που στο εξής θα βιώσει το κακό. Η φωνή ‘κάποιου που είχε σκοτωθεί’ θα επιφέρει μια ανεπανάληπτη αλλαγή στη συνείδηση του ποιητή, γιατί αυτός που


είχε αποκρυπτογραφίσει το άσπιλο


θα νιώσει μέσα του το κηλίδωμα του άσπιλου και την εισχώρηση των άλλων στην εικόνα του κόσμου, των άλλων, την εισχώρηση της ιστορίας στον κόσμο που πρέπει να βιώσει ο ποιητής αν του είναι δυνατόν να φτάσει ξανά στο σημείο που η μορφή του είναι


η μορφή σου αν θέλεις ανεξάληπτη να `ναι

και να μείνει αυτή…


να ζήσει μια κατάσταση μαρτυρίου και αδικίας που ο ποιητής αναγνωρίζει όπως αναγνωρίζει επίσης και το χρέος του, σαν δημιουργός να καθάρει τον χώρο απ’ το κηλίδωμα και να τον ξανακάνει αγνό κι εδεμικό. Απ’ το σημείο αυτό αρχίζουν ΤΑ ΠΑΘΗ με πρώτο ύμνο που ο ποιητής καθορίζει την προσωπικότητά του τα όπλα του. Γίνεται


ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών

κι ο μύστης των φύλλων της ελιάς

ο ηλιοπότης


έτσι διάφανος κι ολόλαμπρος θα διανύσει το στάδιο του πόνου που τον αναμένει κι είναι έτοιμος να σώσει το τοπίο απ’ το κακό και καταλήγει τον πρώτο ύμνο με τη θέση που παίρνει και με τί όπλα θα πολεμήσει


Στα στενά φρουρούς του ζέφυρους θα στήσω

Μοίρα των αθώων είσαι η δική μου Μοίρα


Η καταγωγή του παρουσιάσεται εν συνεχεία στις αμμουδιές του Ομήρου, θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδερφοι, θα εμφανιστούν μαζί κι η έγνοια του μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.


Ακολουθεί το πρώτο ανάγνωσμα που είναι καθηλωμένο στο ιστορικό γεγονός του πολέμου του 1940 κι είναι ρεαλιστικό σε σημείο που δεν επιδέχεται καμμιά επεξήγηση αφού αναφέρεται σε βιωμένα γεγονότα που στέκονται ωμά από μόνα τους δίχως να παράσχουν άλλες προεκτάσεις.


Εδώ αναγνωρίζουμε την πολύχρονη εμπειρία του τόπου που βιώνει ο ποιητής και το άδικο της μοίρας με τον ύμνο που αναφέρεται στον πλούτο και πώς η μοίρα του λαού του στάθηκε άδικη. Εξ ίσου σημαντικό στο σημείο αυτό είναι ο ρόλος της πέτρας στην ποίηση του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που σε αντίθεση με την πέτρα του Σεφερικού κόσμου όπου, βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες, εικόνα που αναφέρεται στην ασήκωτη κληρονομιά του σύγχρονου Έλληνα, ενώ εδώ η πέτρα παίρνει την αποκαλυπτική έννοια που μεταφέρει το θετικό μήνυμα του ποιητή προς τον αναγνώστη του.





Η έννοια της γυναίκας μπαίνει στο προσκήνιο που επικυρώνει την μοναξιά που ο ποιητής μέλλεται να βιώσει για να εμβαθύνει


Αλλά πρώτα θα δεις την ερημιά και θα της δώσεις το δικο σου νόημα, είπε


Τις μέρες μου άθροισα και δεν σε βρήκα

πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι


αφού κι η γυναίκα τον έχει εγκαταλείψει κι είναι για να βιώσει την άκρα μοναξιά και για να αφήσει τις αισθήσεις του να λειτουργήσουν και για ώρες να αφουγκρασθεί τους ήχους του τοπίου


κάτω απ’ την κληματαριά

ώρες εκεί ρέμβασα

με μικρά-μικρά τιτιβίσματα

κοασμούς, τρυσμούς, το μακρινό κουκούρισμα


το δίδαγμα του μεσογειακού τόπου που του έχει δοθεί για κληρομνομιά είναι φλεγόμενο από ηλιοφάνεια και λαμπρυρίζει την αποστολή του ποιητή. Αλλά τώρα που έχει επωμισσθεί την ευθύνη να καθάρει τον κόσμο απ’ το φονικό, ο ποιητής διάγει τις πιο μαύρες στιγμές της ύπαρξής του κι είναι για πάντα μόνος, αφού η οποιαδήποτε ευθύνη στη ζωή του ανθρώπου συνεπάγεται εγκαρτέρηση, μοναχικότητα και λειτούργημα που θα ξεπεταχθεί απ’ την ένοια της μοναχικότητας. Κι όχι μόνο μόνος απ’την άποψη της γυναίκας αλλά και των συντωρινών του που στην  αρχή της ποιητικής του εμφάνισης τον είδαν σε γενικές γραμμές σαν παρείσαχτο που καν δεν κατάλαβαν.


Αλλά παρ’ όλα αυτά ο ποιητής θα ξαναφέρει την ισορροπία στον κόσμο με την επέμβασή του στο χρόνο, καθώς θα δαγκώσει τον καιρό με δόντια πέτρινα και τα όπλα του ξανά είναι το φως, το κρύο νερό, η διαφάνεια, το άσπιλο.


Μόνος εδάγκωσα μες τον καιρό με δόντια πέτρινα


Στους ΗΜΙΟΝΗΓΟΥΣ θα μιλήσει για την αδικία και για τη διαφορά ανάμεσα στους διαλεχτούς της μοίρας που κοιμούνται στα μεταξωτά τους σεντόνια και στα μαλακά κρεβάτια που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν, και στους άλλους που είναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, κι εδώ θα πει για την πίκρα του άδικου και για τις εξορίες, μοίρα του ελληνισμού απ’ τις εκατό χρονών φωνές, κι ο ποιητής σ’ αντίθεση με την αρνητική αυτή εικόνα του αναγνώσματος ορθώνεται να διαλαλήσει πόσο δύσκολο είναι νάρθει η άνοιξη όταν υπάρχει μονο ένα χελιδόνι


Ένα το χελιδόνι κι η Άνοιξη ακριβή

Για να γυρίσει ο Ήλιος θέλει  δουλειά πολλή


Στο επόμενο άσμα ο ποιητής λαμβάνει τη μορφή του μυθολογικού ήρωα που πραγματώνει την κλασσική μυθική πράξη: Το πέρασμα απ’ το σκοτάδι στο φως, την αρχετυπική αυτή πράξη σωτηρίας που το φως κλείνεται σε συμβολικά κλειστούς χώρους, μήτρα-τάφος, αλλά δεν χάνεται στο βάθος τους αλλά αντίθετα φωτίζει την Άβυσσο


Πάρθηκεν από Μάγους το σώμα του Μαγιού

το `χουνε θάψει σ’ ένα μνήμα του πέλαγου

σ’ ένα βαθύ πηγάδι το `χουνε κλειστό

μύρισε το σκοτάδι κι όλη η Άβυσσο


Έτσι ο κάτω κόσμος φωτίζεται απ’το φως του επάνω κι ο επάνω κόσμος δέχτηκε το φως του κάτω κι έτσι οι δύο κόσμοι γίνονται ένα. Κι έτσι αλλάζει ο χώρος του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ και η φυσική του μορφή γίνεται ένα με τη μεταφυσική, (Ηράκλειτος: Άνω και κάτω οδός μία).

Στη συνέχεια ο ποιητής θα μιλήσει και για τους ξένους και την επίδραση που από πάντα είχαν κι έχουν στον ελλαδικό χώρο


Έφτασαν ντυμένοι ‘φίλοι’

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου

και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε

παρά μόνο σίδερο και φωτιά


αλλά τα στοιχεία του Ελυτικού κόσμου, το φως, το χώμα, η μέλισσα, ο ζέφυρος δεν έδεσαν με τους ξένους και τότε παρουσιάζεται η έννοια της προδοσίας στο ανάγνωσμα ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΜΕ ΤΙΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΕΣ όπου εκείνος με το ‘Σβυσμένο Πρόσωπο’ σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόϊ των αγγέλων. Κι απ’ το σημείο αυτό μέχρι και το ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ που ο ποιητής θα παρουσιάσει το καινούργιο κόσμο έχει να βιώσει τις πιο σκοτεινές στιγμές του συμπεριλμβανομένης στο πέμπτο ανάγνωσμα, στην ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΑΤΩΝ, της τραγωδίας του εμφυλίου πολέμου όταν


και βαδίζαμε καταπάνου στον έναν ο άλλος, μη γνωρίζοντας ο ένας τον άλλο. Και σημάδευε κατά πατέρα ο γιος και κατ’ αδερφού μικρού ο μεγάλος…Μήνες τριάντα τρεις και πλέον βάσταξε το κακό


οπότε τελικά ο ποιητής παρουσιάζει το νέο κόσμο στο ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ το τελευταίο άνάγνωσμα βασισμένο καθαρά στη γραφή κι ειδικά στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, αλλά εδώ η προφητεία του ποιητή δεν έχει τίποτα να κάνει με τη φωτιά και την τιμωρία της Κόλασης αλλά αντίθετα υπόσχεται


την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων




βλέπω ψηλά το Ερέχθειο των Πουλιών


και στο νέο αυτό κόσμο


ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν’ αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα να βγεί. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς του ετάχθη. Και θα λάβουμε τα όνειρα εκδίκηση και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!


Αμέσως μετά το ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ ο ποιητής πορεύεται σε νέα γη όπου τον ακολουθούν αιθέρια πλάσματα


Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι

τώρα μ’ ακολουθούν ανάλαφρα πλάσματα

με τους ιριδισμούς του πόλου στα μαλλιά


Τώρα ο ποιητής αναγνωρίζει όλα τα σύμβολα του κακού που έχουν μεταμορφωθεί σε θετικά σύμβολα


Τρίαινα με δελφίνι το σημάδι του Σταυρού

πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα


κι είναι αυτό η μύθος που καταλύει το θάνατο και δικαιώνει το χώρο-τόπο που είχε προσβληθεί απ’ το κακό κι ο ασβέστης είναι το υλικό που χρησιμοποιεί ο ποιητής για να ξαναλευκάνει το τοπίο


Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους

κλείνω κι εμπιστεύομαι


κι είναι η κατάσταση της ψυχής του που θα καταγράψει και δημιουργεί έτσι όλες τις λευκές επιφάνειες της ύλης κι είναι ο ίδιος που θα καταλάβει το νόημα του συμβόλου αυτού. Και θα χαράξει στην πέτρα το νέο νόμο


Χτυπά η καμπάνα του μεσημεριού

κι αργά στις πέτρες τις πυρές χαράζονται τα γράμματα:


Αιέν αιέν και νυν και νυν τα πουλιά κελαηδούν.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το τίμημα.


Ακολουθεί το ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΝ  που ο χώρος-τόπος ξαναγίνεται εδεμικός, κι είναι ο ελληνικός χώρος, τα νησιά, τα λουλούδια, τα κορίτσια, τα βουνά, τα δέντρα κι ανάμεσά τους το νόημα του άσπιλου που συνέλαβε ο ποιητής. Η υψηλώτερη στιγμή του ποιήματος είναι όταν η ένοια του φονικού λαμβάνει υπερβατικό νόημα αφού φτάνει στο σημείο να διδάξει


Αξιον εστί το χέρι που επιστρέφει

από φόνο φριχτό και τώρα ξέρει

ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει


Το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ είναι το ποίημα όπου τρία στοιχεία, ο χώρος, ο χρόνος, και η συνείδηση του ποιητή ξεκινούν για μια περιπέτεια στη διάρκεια της οποίας τα τρία αυτά στοιχεία διενεργούν, εξελίσσονται και αλληλοεπηρρεάζονται με τρόπο αδιάσπαστο. Ο χώρος-τόπος από εδεμικός κηλιδώνεται απ’ το φονικό, γίνεται ελλαδικός, βιώνει το κακό κατά τη διάρκεια των ΠΑΘΩΝ και καταλήγει μετά την κάθαρση στον εδεμικό ελλαδικό χώρο-τόπο. Με τον ίδιο τρόπο ο χρόνος από αρχετυπικός, πέραν του ανθρώπου, κηλιδώνεται απ’ το φονικό και γίνεται ιστορικός χρόνος που συνεπάγεται πάντα ένα τέλος αλλά μετά την κάθαρσή του ξαναγίνεται ο αρχετυπικός χρόνος που διέπεται το ελληνικό τοπίο. Και η συνείδηση του ποιητή που από αγνή τη στιγμή της ΓΕΝΕΣΗΣ της κηλιδώνεται απ’ το φονικό και την ενοχή της φυλής, την ευθύνη του άλλου, και μετά την κάθαρσή της ξαναγίνεται η παρθενική συνείδηση, κάτασπρη σαν καλοκαίρι, που είχε πει στη ΓΕΝΕΣΗ. Η κάθαρση του τόπου, του χρόνου και της συνείδησης του ποιητή επέρχονται

με την αποδοχή του τόπου που είναι ταυτόχρονα, αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας. Η κάθαρση του στοιχείου του χρόνου επικρατεί με την συνειδητοποίηση ότι το αιέν και το νυν είναι ένα και η κάθαρση της συνείδησης του ποιητή επέρχεται όταν συνειδητοποιεί ότι ο θάνατος είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής και μάλιστα όταν αναγνωρίζει ότι,


Τώρα το χέρι του Θανάτου

αυτό χαρίζει τη ζωή

και ύπνος δεν υπάρχει.





Triptych is a new collection of poems by the Greek poet Manolis. Some of the poems refer to states of being, such as “Blushing”, “Thirsty” and “Readiness”. Most fascinating to me is how he captures a sense of motion just before it begins to take place, almost an anticipation of a gesture. You can sense the imminent action in “Suit:”

“Strutting a dark brown suit and a creamy pale tie, nicely knotted with a soft beige butterfly unfurling her wings, laughter into arms of intense sunlight where he stands at the bus stop waiting with those of us without suits but geared up to arrive at work he grips the briefcase with valuable documents his glare cutting through the spines of those crossing looks with him, you could say he knows how to keep his cool in the prison yard since he was sprung only a month ago”

The words tell a simple story and yet underlying it all is a tension formed by the words intense, glare, cutting, grips and crossing. It’s subtle and unexpected, and you are left to imagine what violence may occur. You feel this sense of expectation in many of the poems, and it keeps them from feeling dry or overwrought.

The words of Kahlil Gibran also surface in places, where Manolis uses them as a framework for sections of the book. Many of the poems trace phases of relationships, especially love that is shattered by death. Manolis alludes to death frequently, as a constant uninvited guest that manages to linger. In “Teardrop”, the impression is of a grieving woman glancing at flowers, and ends with:

“…a single teardrop laughs as you’re suppose to do the rest of your life Look, doesn’t resemble my smile? I am in this teardrop…”

In “Affirmation”, he talks about disappointment:

“…everything you thought you wanted so badly all you assume you are pursuing so decisively –ends up as a dull apparition or yellow phantasm-like the sunken feeling mornings after heavy drinking maturity nails you like a brick between the eyes…”

Throughout the references to violence and death, however, he adds scenes of light and playfulness. In “Soiled”, an injured man watches near a pond:

“…two birds, arguing about taxes, one sparrow kvetching, one sparrow sobbing, for the right foot, for the left foot, for beauty of understanding…”

The collection as a whole reflects a sense of truth, represented in the balance of everyday insignificances and occasional milestones, all mixed up in the changing weather and seasons and phases of our lives. In this truth, sometimes little things matter more than we’d expect, and greater things pass us silently.



Review by Amy Henry

Opera Bufa is the latest collection of poetry from the Greek poet Manolis. A departure from his more serious poetry of the past, this collection toys with the ideas of Albert Camus and his concept of absurdism.  The result is at times comic, poignant, and often striking in the truth revealed in illusions.

“In Camus’ works…his emphasis had been on the presentation of the absurd as a crisis for the self’s yearning for lucidity and meaning in a world that is opaque and unresponsive.”  And yet he further explains that “the sensibility of the absurd is not born out of any dark, morbid sense of nihilism, but is the result of a certain love and longing for life” (Thoyakkat 3).

Camus contrasted, with his Myth of Sisyphus, how poorly the purposed, meaningful life fits in a world of chance and unpredictable outcomes.  Essentially, how can one find meaning if no meaning is to be had-do they continue to persevere or give up?  Camus acknowledged that some find purpose with a belief in a higher-power God figure, while others live for the moment, intending to enjoy the here-and-now rather than live for a distant and possibly nonexistent future.

In a different avenue of entertainment, in the 18th century, the ‘theatre of the absurd’ found its way into popular culture, when operas were designed to appeal to the common, working man and to the topics particular to such.  These “Opera Buffas” were a place for an ordinary man to laugh at the inconsistencies of his existence and featured a comic take on life’s painful travails.

Pablo Neruda followed along this style with his “La United Fruit Co.” poem, which examined the good and evil forces in the same comedic fashion while tackling the serious subject of the US and the ‘Banana Republics’ of Latin America (Fernandez 109).

Manolis takes this idea further in his Opera Bufa, which is decidedly more humorous, and creates altering poems of Hour and Canto in a 24 hour day that tweaks the concept of absurdism.  He contrasts two types of individual:  one that seeks to improve their lot in life, and the other that responds to complexities with a “who cares” attitude.  In each Hour, an ironic personage dismisses the attempts at meaning with an aggrieved “who cares,” while by contrast, in each altering Canto, the other reaction, to virtually the same experience, is to diligently respond “we can do better.”  Both sides expose their own sort of absurdism in relationship to how they view the world.

To illustrate:  in the Fourth Hour, God appears and intervenes:

“He elects

To throw punches at

Old philosophically-hardened

Death who laughs His guts

Out  sending up a pair of

Devils disguised with velvet

Veils to reduce the game

To a parody of errors while

Despicable people persist at

Loving and sharing things

Like nothing happened       

An absurdity of seriousness”


While in Fourth Canto, the viewpoint is different; devils and veils appear yet again, but this time


“turn ever-prosperous

Fears to maverick months without

Songs eluding to the graveness of this

Absurdity and soil negates its

Passive resolve to non-involvement

With opera music and spirited

Fervor of lovemaking shredding even

The stiffest veil of darkness…”


Their ascent to earth, despite their cynicism and mocking of the pathetic humans and their rites of love, leaves these veiled devils touched with jealousy of the human condition, no matter how absurd it may have seemed to them.   Similarly, in the Fifth Hour and Fifth Canto, the dichotomy of “great with minor” and “light and dark” still inspires its observers to yearn “we can do better” despite the Fifth Hour’s inability to resolve the awe of colors and light and could only respond with “who cares”.


Using his poems, Manolis dissects the problem of evil that Camus so articulately defined, even quoting portions of Camus’ theories.  To Camus, the problem was the two disparate options:  “…either we are not free,  and God…is responsible for evil.  Or we are free and responsible but God is not all-powerful.”  The two opinions plague both the angelic and demonic forces who jostle for the more relevant position.  Manolis seems intent on showing how frustrated the human creature is to discern his place and his purpose when even supernatural powers are confused.


In the Twenty-First Hour, Death appears again as a dubious savior when physical disease has worn down the human:


“nothing remains but need

For a colder heart and

Death to re-emerge as savior at

A moment of need with His foul

Breath and missing teeth  although

He filters the hopeless gap

Between ordinary and absurd

Choice and picks who

To take  who to leave behind for

The next round of emotional



But a far more peaceful picture of imminent death appears in Twenty-First Canto:


“My voice softly caressing your earlobes

And your new path searches for another

Day declaring that scattered

Songs and lullabies

Bring up your memory   until all that

Was past is present….”


All these contrasts, along with the unexpected juxtapositions of ordinary themes make this collection one that is difficult to both predict and put behind.  The concepts succeed in seriously challenging attitudes while comically illustrating the often illogical beliefs that we cling to.


Works Cited:


Fernandez, Carlos. “Opera Buffa and the Debunking of US Hegemony in Neruda’s “La United Fruit Co.” Romance Notes. U of North Carolina: 2009.  Vol 49, Issue 2. Literary Reference Center. Web. Jan 21 2010.


Thoyakkat, Sreedharan. “The World is What Was Given, The World is What We Make.”  IUP Journal of English Studies.  Sept 2009. Vol. 4, Issue 3/4. Literary Reference Center. Web. Jan 15 2010.




Επίγνωση είναι ο τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής αυτής. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο ποιητής πολύ συνειδητά προτάσσει αυτό το ποίημα με αυτό τον τίτλο στην συλλογή του. Επίγνωση όμως για ποιο πράγμα; Για το ότι η ποιητική συλλογή αυτή υπόκειται στους φυσικούς νόμους της φθοράς, ότι τα φύλλα της θα κιτρινίσουν και μοιραία κάποια στιγμή θα πέσουν αφήνοντας πίσω γυμνό να χάσκει το κενό που υποβόσκει πίσω από κάθε ποιητική συλλογή, πίσω από οποιοδήποτε έργο δημιουργίας;

Επίγνωση για το ότι όπως λέει ο στίχος του ποιήματος «για πάντα τίποτε δεν μένει»;

Αφιερωμένη στους γονείς του η συλλογή. Που έζησαν τα γηρατειά τους στο χωριό. Και το δεύτερο ποίημα έχει τίτλο όχι βέβαια συμπτωματικά, «Ζευγάρι Γερόντων». Κρασί, ελιές, φέτα, σαλάτα κάτω από μία κληματαριά, μονόλογος μοναξιάς, επίλογος ζωής. Αγωνία για τον γιό που ζει στα ξένα αλλά και καρτερία και διαστολή της καθημερινότητας και των απλών στιγμών ευτυχίας, ξέχασες να κόψεις την σαλάτα.

Ποιο είναι το αλφαβητάρι του ποιητή; Κυρίαρχη θέση έχει το Τ της τρυφερότητας. Αν δεν ανοίγει κάποιος τον εαυτό του στην αγάπη δεν έχει λόγο ύπαρξης. Η βραδυφλεγής ανατρεπτική δύναμη που κάνει ένα σπίρτο να μετατρέπεται σε φιτίλι ή ένα νυχτολούλουδο σε καλειδοσκόπιο του σύμπαντος είναι η κινητήρια δύναμη σ’ αυτό το βιβλίο. Ο έρωτας και ταυτόχρονα όμως ο θάνατος που καιροφυλακτεί. Ο αδυσώπητος νόμος που διέπει την ζωή των θνητών.

Δακρύζω λέει ο ποιητής στο ποίημά του Νυχτολούλουδο που γοργά η νύχτα πέρασε.

Η φιλοσοφία του αιώνιου γίγνεσθαι του Ηράκλειτου. Η κίνηση που εκφράζεται με την συνεχή ροή του ποταμού που ολοένα ανανεώνεται. Αυτός είναι ο κορμός του δέντρου των Φυλλοροών του Μανώλη Αλυγιζάκη.

Για τον ποιητή ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος, ένα τριαντάφυλλο, μία συστάδα με πεύκα ένα ηλιόλουστο απόγευμα, η ήβη μίας γυναίκας, ένα κοπάδι από σπουργίτια, ένα σεντόνι τυλιγμένο σε αγαπημένο σώμα, οι καθημερινές μικρές τελετουργίες, το βούρτσισμα των μαλλιών, το πλύσιμο του προσώπου των αγαπημένων μας αποτελούν ένα ιερό μυστήριο στο οποίο μυείται με προθυμία και ταπεινότητα.

Φοβάται όμως μήπως η έννοια του μυστηρίου καταπατηθεί από τους ιερόσυλους, από τους ανθρώπους που με τσιμέντο κονιορτοποιούν το συναίσθημα και την ευαισθησία, από τις ιερόδουλες και τους νταβατζήδες που καπηλεύονται την ιδεολογία και ανάλγητοι ισοπεδώνουν τα πάντα.

Για τον ποιητή όλα χάνονται, κυλούν μέσα από τα δάχτυλά του, γίνονται άμμος, ρευστή ύλη που διαλύεται, όλα εκτός από ένα χαμόγελο, ένα μικρό τώρα που αχνίζει, που δεν διαιρείται, δεν αναλύεται, είναι η στιγμή που κοχλάζει.

Η μοίρα είναι προδιαγραμμένη, κλείνουμε ραντεβού με το θάνατο κάθε στιγμή, προδίδουμε τον εαυτό μας και τον άλλο, γεμάτοι πλεονεξία ποθούμε πράγματα που ανήκουν σε άλλο, κινούμαστε ανάμεσα σε άμπωτη και παλίρροια, σε ρεύματα που μας πηγαίνουν μπροστά και πίσω, παλεύουμε κάθε στιγμή την αίσθηση της ματαιότητας και του κενού.

«δεν μπορεί» λέει ο ποιητής στο ποίημά του Ρεύματα.

Πρέπει λοιπόν να υπάρχει κι άλλη μια φορά.

Σίγουρα πρέπει

να υπάρχει.

Οπωσδήποτε πρέπει.

Βαθιά φιλοσοφική και υπαρξιακή αυτή η συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη, το θαύμα που περνάει και χάνεται, η σιωπηλή αποδοχή και η προσπάθεια κατανόησης, θολή κωπηλασία με μία βάρκα μέσα στην ομίχλη.

Ο ποιητής καλοπιάνει τον θάνατο, προφέρει το όνομά του, προσπαθεί να τον ξορκίσει, ουσιαστικά όμως αποδέχεται πια πολύ συνειδητά τον όρο του συμβολαίου της ζωής που στην ρήτρα του υπάρχει η λέξη θάνατος.

Στα ποιήματα Πυργίσκος, Ήρωες και Ανατολή ο ποιητής σαρκάζει για την εξουσία που στέλνει νέα παιδιά να πολεμήσουν ως πρόβατα επί σφαγή, για τους στρατηγούς, τους επίσκοπους, τις σημαίες και την καπηλεία του πολέμου.

Στα τέσσερα τελευταία ποιήματα της συλλογής ( Φακός, Λαχτάρα, Κλαδιά και Επιμονή) προς το τέλος του ποιήματος εμφανίζεται ο στίχος και λες με μία παύλα δίπλα του ή κι είπες με μία παύλα δίπλα του, διαβάζω τους στίχους που ακολουθούν λοιπόν μετά την παύλα και στα τέσσερα αυτά ποιήματα.

Φιλόσοφος θα γίνω την επόμενη φορά/του κόσμου τα προβλήματα να λύσω.

Τι καλά να κολυμπούσαμε στο κρύφιο περιγιάλι μας.

Πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή/για να πετώ ψηλά στα σύννεφα

Και ο τελευταίοι στίχοι του τελευταίου ποιήματος της συλλογής

Ξανά θα δοκιμάσω τη φωνή

του τριζονιού να μετατρέψω

σε ανατρίχιασμα

και νομίζω ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλύτερο τέλος από αυτό.

~Χλόη Κουτσουμπέλη, ΕΝΕΚΕΝ, Νο 33 Θεσσαλονίκη, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2014




Ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) αναμφισβήτητα ένας από τους γίγαντες της ελληνικής λογοτεχνίας και βραβευμένος με το Νόμπελ λογοτεχνίας για το έτος 1963 κατάγεται από οικογένεια καλλιτεχνών. Ο πατέρας του ακαδημαϊκός, ο αδερφός του ποιητής, η αδερφή του ποιήτρια τον επηρέασαν θετικά και συνέβαλαν στη δημιουργική του ροπή που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930 και κράτησε σαράντα χρόνια μέχρι το θάνατό του.

Παρ’ όλο που η ποίησή του επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό απ’ την Κρητική λογοτεχνία του 16ου και 17ουαιώνα κι απ’ της εποχής εκείνης τη δημιουργική χρήση της ελληνικής γλώσσας η ποίησή του διαφέρει απ’ την Κρητική στον τρόπο που χρησιμοποιεί τις διάφορες εικόνες, τους ήρωες και τους μύθους που προέρχονται απ’ την αρχαία Ελλάδα. Αν κανείς παρατηρήσει τον Κωστή Παλαμά που αναφέρεται στην αντίθεση ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα, τους ανθρώπους των λειψάνων που δέσποζαν στους ναούς και στα ελαιόφυτα της Αττικής και στο σύγχρονο λαό που έρπεται αργά σαν κάμπια πάνω στο λευκό λουλούδι ή τον Κωνσταντίνο Καβάφη που φέρνει στη μνήμη ίσως ειρωνικά, ίσως ερωτικά κάποια σκηνή απ’ την  αρχαία Αλεξάνδρεια ή τον Άγγελο Σικελιανό που ονειρεύεται να

ξαναεγκαθυδρίσει ολόκληρο το πάνθεο των αρχαίων θεών και να γίνει ιεροφάντης των μυστηρίων ή το Γιώργο Σεφέρη που ψάχνει  με το Βασιλιά της Ασίνης τον σημαντικό ήρωα που πάλεψε με άλλους ήρωες κι ανακαλύπτει το ασήμαντο κενό της σύγχρονης ύπαρξης, ό,τι και να `ναι αυτό ο αρχαίος κόσμος μ’ όλες του τις πτυχές απορροφά τη φαντασία των σύγχοονων ποιητών ακατάπαυστα. Αυτή η ολοκληρωτική μέριμνα είναι καθ’ όλα φυσιολογική σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που είναι ολόγιομη απ’ την πανάρχαια κληρονομιά αφού όπου κι αν βρεθεί κανείς θα συναντήσει κομμάτια ζωής που κάποτε ήταν πλήρης. Ο Σεφέρης όπως και πολλοί απ’ τους σύγρονούς του ποιητές έχουν αντλήσει απ’ αυτή την αστέρευτη πηγή του ελληνικού πνεύματος.

Το ποιητικό του έργο δεν θεωρείται μεγάλο σε σύγκριση με το Γιάννη Ρίτσο ή ακόμα και με τον Οδυσσέα Ελύτη κι ο ποιητής μοιάζει συγκρατημένος, υπερεκλεπτυσμένος, φιλοσοφικός σ’ αντίθεση μ’ έναν πηγαίο ποιητή που προκαλεί στιγμιαία διέργεση ή ακόμα και μ’ έναν παιγνιδιάρη λυρικό που δημιουργεί εικόνες και ήχους σαν γάργαρο ποταμάκι που πάντα βιάζεται. Όμοια με πολλούς άλλους της εποχής του η ποίησή του εμπλουτίζεται από τον υπέροχο ελληνικό χώρο, τη γαλανή θάλασσα, τα νησάκια, τα κρυφά περιγιάλια, τις ολόχρυσες αμμουδιές και πάνω απ’ όλα αυτά την πανάρχαια ομορφιά που αντιπροσωπεύουν τ’ αγάλματα και οι αρχαίοι ναοί. Η αγάπη του κι ο θαυμασμός του για το κάθε τί ελληνικό είναι απανταχού στο έργο του, ο τόπος άγονος, σκληρός και τιμωρούν, η γυμνή πανωραία ομορφιά, ο ήχος της θάλασσας στο ακρογιάλι των αναμνήσεών του απ’ τη γη των παιδικών του χρόνων, τα ψηλά γρανιτένια βουνά, η παράδοση και ο θρύλος, τα έθιμα κι ο αέναος αγώνας μα κι ο καθημερνή πάλη του απλού ανθρώπου για τη βιοπάλη κι η διαιώνιση της ελληνικής γλώσσας  είναι τα στοιχεία που συναντούμε ξανά και ξανά.

Συχνά συναντούμε στους στίχους του δυασμούς: νόστος-θάνατος, στην Κίχλη, μύθος-ιστορία, στο Μυθιστόρημα, νόστος-άλγος, στο γνωστό του ‘Γυρισμός του Ξενιτεμένου’ κι όπου ο γυρισμός είναι μια τραυματική εμπειρία για τον ξενιτεμλένο που δεν συναντά πια εικόνες της παιδικής του ηλικίας που έχουν εξαφανιστεί και αντικατασταθεί με την καθημερνή μικρότητα.

Κι εδώ συναντούμε ξανά τις εικόνες που συχνά επαναλαμβάνονται στο έργο του οι πέτρες, τα μάρμαρα, τ’ αγάλματα, οι ναοί, εικόνες που συνδέουν τη σύγχρονη Ελλάδα με το δοξασμένο παρελθόν. Αυτές οι αναφορές αντιπροσωπεύουν τη ξακουστή ιστορία που παρ’ όλο που είναι στατική είναι επίσης ένδοξη και άξια θαυμασμού αλλά και ταυτόχρονα νεκρή κι ακίνητη σε αντίθεση με τον αγώνα του ποιητή που προσπαθεί να τα ξαναενώσει τους δυο αυτούς κόσμους μια η προσπάθεια που δεν είναι καθόλου επιτυχής. Αυτές οι εικόνες αναφέρονται στο μυθολογικό και ιστορικό βάρος που ο σύγχρονος Ελληνας υποβαστάζει στους ώμους του.

Κριτικοί βρίσκουν κάποιαν ομοιότητα ανάμεσα στην ποίηση του Σεφέρη και του Έλλιοτ που ο Γιώργος Σεφέρης γνώρισε στο Λονδίνο. Επίσης κριτικοί υποδεικνύουν σημεία όπου το έργο του Σεφέρη διαποτίζεται από την Ευρωπαϊκή απαισιοδοξία της εποχής του μεσοπολέμου, /σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν/, /ο πανάρχαιος πόνος/ στοιχεία που σκιαγραφούν την ελληνική μοίρα, αλλά πώς είναι δυνατόν κάποιος που έχει χάσει την πατρική του γη, τον τόπο που γεννήθηκε για πάντα να μη νιώθει απαισιόδοξος. Κι αυτή η εικόνα της απαισιοδοξίας πηγάζει απ’ την επίκαιρη Μικρασιατική τραγωδία του 1922, πρόσφατος πόνος που έζησε ο ποιητής κι όλος ο Ελληνισμός, αυτόν τον καημός της Ρωμιοσύνης, τον ολοκάθαρα ελληνικό κάνει τη φωνή του ποιητή να ντύνεται μια ξάστερη ειλικρίνια επηρεασμένη απ’ τον πόλεμο, την καταστροφή, την εξορία-μετανάστευση των ημερών εκείνων. Είναι αυτή η βαθειά επίγνωση του ποιητή άγνωστη τις περισσότερες φορές για κράτη με πιο λιγόχρονη ιστορία και λιγότερο τραγική που βοηθά τον ποιητή Σεφέρη και τον οδηγεί στον μελαγχολικό κι απαισιόδοξο τόνο του.

Η Ελληνική μυθολογία παίζει σπουδαίο ρόλο στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη αλλά θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι είναι ένα ξεχωριστό αυτόνομο στοιχείο τη στιγμή που συνυφαίνεται με διάφορους άλλους ιστούς της ελληνικής δημιουργηκότητας όπως η παράδοση, η λογοτεχνία κι ο μύθος στοιχεία που είναι σφιχτά δεμένα το ένα με το άλλο στο έργο του κι ο καθένας μπορεί να διαισθανθεί όλο το παρελθόν του ελληνισμού όπως αντιπροσωπεύεται στην ποίηση απ’ την εποχή του Ομήρου μέχρι τη σημερνή εποχή κι είναι ολοφάνερα στην ποίηση του Σεφέρη. Αναμφίβολα όταν κάποιος συλλαμβάνει τον ήχο της πλούσιας παραδοσιακής φωνής που έχει γαλουχηθεί απ’ τους ήχους της εξαίσιας ποίησης των αρχαίων χρόνων γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η φωνή του μεγάλου Σεφέρη είναι επίκαιρη κι ο συναισθηματισμός του ποιητή δεν στέκεται καθόλου μακριά απ’ αυτόν των ποιητών της αρχαίας εποχής και νοσταλγικά εμβαθύνει σε εικόνες του παρελθόντος για να ξεφύγει απ’ την παραζάλη της σημερνής ζωής καθώς το παρελθόν παρουσιάζεται για να φωτίσει τη σύγχρονη εικόνα.

Με την έκδοση του βιβλίου Μυθιστόρημα το 1935 που θεωρείται το καλύτερό του έργο ο ποιητής αφήνει πίσω του την προσκόλησή του σε ποιητικές φόρμες και τεχνικά στοιχεία των προηγούμενων βιβλίων του και καθαρά ελεύθερος δοκιμάζει να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο με μεγαλύτερη άνεση χαρακτηριστικό ενός ώριμου ποιητή που βρίσκουμε στη δουλειά του ολοκαθαρους τόνους κι εφράσεις, εικόνες δίχως στολίδια και καλλωπισμούς, τα χρώματα είναι απλά και οι εικόνες αραιότερες. Και σ’ αυτή την ώριμη ποίηση ο Σεφέρης συνδυάζει το ύφος της καθημερινής ομιλίας με το ρυθμό της παραδοσιακής χρήσης της γλώσσας με τρόπο που καταλήγει σε μια αρμονική συνύφανση πυκνότητας του λόγου. Κι υπάρχουν στιγμές που διακρίνουμε σε κάποιο επισόδειο την ανάπτυξη μιας εικόνας απ’ το τοπικό ή ενδοχωρικό επίπεδο να προεκτείνεται ολοκάθαρα στο παγκόσμιο επίπεδο στοιχείο ωρίμνασης του ποιητή που υπερβαίνει απ’ τον ελληνικό χώρο στον παγκόσμιο.

Αλλά όσο παγκόσμιο είναι το έργο του Σεφέρη άλλο τόσο είναι καθαρά ελληνικό κι η λατρεία του για κάθε τί ελληνικό είναι αναμφισβήτητη, χαρακτηριστικό στοιχείο για όλους όσους έχουν φύγει, ας θυμηθούμε ότι έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του μακριά απ’ την πατρίδα και σχεδόν ολή του τη ζωή μακριά απ’ τον αγαπημενο χώρο των παιδικών του χρόνων τη Σμύρνη. Επίσης γνωστό είναι ότι όλοι που έχουν φύγει απ’ την πατρίδα κουβαλούν πάντα βαθειά στην καρδιά τους τον ελληνικό χώρο, τη γαλανή θάλασσα, τις υπέροχες ακρογιαλιές, τα γραφικά νησάκια, τον απλοϊκό άνθρωπο που πάντα σηκώνει στους ώμους του το βαρύ φορτίο του ένδοξου παρελθόντος και προσπαθεί μερικές φορές ανέλπιδα να συνδυάσει το υπέροχο αρχαίο με το απαισιόδοξο σημερνό στοιχείο που βουτηγμένο στο μοντέρνο τρόπο ζωής του καταναλωτισμού και την απόκτηση υλικών αγαθών παραβλέπει τον πλούτο που του έχονυ εμπιστυεθεί οι Μοίρες και μετατρέπεται σε μια έννοια παράνοη και άγευστη.

~Μανώλης Αλυγιζάκης, Βανκούβερ, Καναδά, Φεβρουάριος 2016

Greek Canadian Literature
Manolis – Blog
~ . ~






Ο «Υπεράνθρωπος» του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι από τα πιο δύσκολα και φιλοσοφημένα έργα που έχω συναντήσει. Και πώς να μην είναι άλλωστε, εφόσον ταυτίζεται με τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε, τόσο σε πλοκή όσο και σε νοήματα. Ο ποιητής «παίζει» με τις συμβάσεις καθώς σχετίζει τον Υπεράνθρωπο, αφενός μεν με την πραγματική διάσταση που του δίνει ο Γερμανός φιλόσοφος, αφετέρου δε με την παρερμηνεία που του έδωσαν οι Γερμανοί εθνοσοσιαλιστές, με τα τραγικά αποτελέσματα που ακολούθησαν για όλη την ανθρωπότητα.

Πριν λοιπόν περιγράψουμε τον Υπεράνθρωπο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ας δούμε εν συντομία τι προσδοκούσε ο Νίτσε με αυτό του το σύγγραμμα. Με πολύ απλά λόγια ο Νίτσε έθετε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του και τις δυνατότητές του, που αν τις χειριζόταν ορθά, θα μπορούσε να υπερπηδήσει κάδε εμπόδιο. Με κύριο μοχλό τη σωστή χρήση της λογικής και του ενστίκτου θα μπορέσει να ζήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, όπου ο καθένας θα είναι ο κύριος του εαυτού του. Βέβαια ο Νίτσε δεν περιέγραψε την ηθική διάσταση του Υπεράνθρωπου, καθώς ήρθε να αναπληρώσει (όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας) το κενό της εξουσίας και της Θεϊκής ανυπαρξίας. Ο Υπεράνθρωπος λοιπόν λυτρωτής, υπέρμαχος της ηθικής αλλά και λίγο ανεξέλεγκτος, όσον αφορά τα απώτερα σχέδιά του για τον κόσμο, που επίσης παραμένουν ασαφή…

Το δίγλωσσο αυτό βιβλίο (Ελληνικά-Αγγλικά) χωρίζεται σε τρεις ενότητες και είναι γραμμένο με ένα στυλ που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα, παρά ποίηση. Στο πρώτο μέρος, την Άλικη Αυγή, ο άνθρωπος ανεξαρτητοποιημένος από τις δεσμεύσεις της θρησκείας, αποφασίζει να βαδίσει βασισμένος στις δικές του δυνάμεις και να απαλλαγεί από τα σαγόνια του συστήματος. Μέσα σε μια καταρρέουσα κοινωνία και σε μια οικογένεια που χάνει την αρχέγονη σημασία της, το άτομο οφείλει να αποδεχτεί την ανθρώπινη ματαιότητα. Και αν καταφέρει να το επιτύχει αυτό, τότε θα αναγνωρίσει την αξία των απλών πραγμάτων, της φύσης και των αθώων στιγμών της παιδικής του ηλικίας. Την ιδιαίτερη βαρύτητα που μπορεί να έχει μια λέξη, μια φιλοφρόνηση, μια αξιέπαινη πράξη. Ο ανυπεράσπιστος, μπροστά στο θάνατο, άνθρωπος, νωχελικά περίμενε την «ανάστασή» του, χωρίς καμία προσπάθεια να αποβάλει το ναρκισσισμό και την ανευθυνότητα από το «είναι» του. Και έτσι, μακριά απ’ τον Θεό του και την πίστη του, οδηγήθηκε στον όλεθρο και την καταστροφή. Με ορμητήριο την άγνοια θεώρησε πως μπορούσε να διαπρέψει και να μεγαλουργήσει.

Πώς λοιπόν ο άνθρωπος θ’ αλλάξει προς το καλύτερο; Με αυτογνωσία, με σημασία στα απλά καθημερινά πράγματα, με σωστό υπολογισμό των θετικών και αρνητικών παραμέτρων, που επηρεάζουν τη ζωή του. Σ’ αυτό το σημείο προαναγγέλλεται και η άφιξη του Υπεράνθρωπου στους ανθρώπους, που η πίστη και η αφοσίωση στο πρόσωπό του, πάλι πήγαζε από την κούφια αυτοσυνειδησία τους. Προσπαθώντας να του δείξουν ότι είναι γνώστες και ανθεκτικοί στα δύσκολα, υποτάχθηκαν αμέσως στα κηρύγματά του. Και εκείνος, ο Υπεράνθρωπος – τύραννος (όπως τον αποκαλεί ο ποιητής) άρπαξε την ευκαιρία να ελέγξει πλήρως τις φοβισμένες συνειδήσεις τους. Έξυπνος, λαοπλάνος, ετοιμόλογος, ήταν ο μόνος που αντιλαμβανόταν τα ανθρώπινα λάθη και ο μόνος που μπορούσε να τα υποτάξει. Χωρίς να τιμωρεί και να ζητάει ανταλλάγματα, μαθημένος να συγχωρεί, δίδασκε την αρετή και την ισορροπία. Η πρώτη ενότητα κλείνει με τη δήλωση υποταγής από τους ανθρώπους στο πρόσωπό του, γεγονός που τον ικανοποιούσε απόλυτα…

Στο δεύτερο μέρος, το Πύρινο Μεσημέρι, ο Υπεράνθρωπος αρχίζει πλέον να εκφράζεται και να «κηρύττει» την ιδεολογία του. Αρχίζει δηλαδή να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ο ποιητής εναλλάσσει μια σειρά ανθρώπων μπροστά από το οπτικό πεδίο του Υπεράνθρωπου και των πιστών του, αφήνοντάς τον να ξεδιπλώσει τη φιλοσοφία του για τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που συναντούν, ένας ζητιάνος, ένας τσιγκούνης γέρος, ένας γελωτοποιός, ένας ξεπεσμένος βασιλιάς…

Ο Υπεράνθρωπος, γνωρίζοντας καλά τα ανθρώπινα πάθη, κηρύττει τα πιστεύω του και εκφράζει τις προτιμήσεις του. Του αρέσουν, για παράδειγμα, όσοι ζουν χωρίς νόημα και στόχους, όσοι περιφρονούν τα πάντα, όσοι δεν θυσιάζονται για τίποτα, όσοι με τις πράξεις τους τον φέρνουν πιο κοντά στην κυριαρχία, όσοι συγκεντρώνουν γη και χρήμα, ώστε κάποτε να τα δρέψει εκείνος, όσοι προσποιούνται πως δεν φοβούνται, όσοι κυνηγούν μια ανέφικτη αρετή, όσοι κουβαλούν για πάντα τις πληγές μέσα τους, όσοι χρησιμοποιούν τη Θεϊκή οργή για να λύσουν τα προβλήματά τους, όσοι γενικά με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους οδηγούνται στην καταστροφή. Και όλα αυτά που του «αρέσουν», ίπτανται πάνω από τα κεφάλια των πιστών του. Αυτών που, χωρίς θρησκεία πλέον, έρχονται αντιμέτωποι με το χάος που οι ίδιοι δημιούργησαν στον κόσμο. Αυτών που αφαίρεσαν τη σοφία από τη σκέψη τους και τον έβαλαν «επιπόλαια» στα σπίτια τους. Αυτών που ήταν ονειροπόλοι και αυτάρεσκοι, μοναχικοί και υπερόπτες. Αυτών που ξέχασαν από πού προήλθαν και αθώοι έπεσαν στα νύχια του νέου ηγέτη. Μα η αμέριστη χαρά τους για εκείνον, που θα άλλαζε τον κόσμο, καταχωνιάστηκε γρήγορα, όταν αντιλήφθηκαν πως όλα γύρω καταστρέφονταν και πως ξανά το ψέμα κυριαρχούσε. Τελικά αντιλήφθηκαν πως και πάλι εκείνοι πολεμούσαν τον ίδιο τους τον εαυτό συνεργώντας στη δημιουργία της κόλασης και στην ενδυνάμωση του Υπεράνθρωπου.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το Φλογερό Δείλι, γίνεται ο απολογισμός των πεπραγμένων από τη συμβίωση κοντά στον Υπεράνθρωπο. Οι άνθρωποι στράφηκαν να μισήσουν τους πάντες και έγιναν γεφύρι για περάσει εκείνος από πάνω τους και να πετύχει τους στόχους του. Έμειναν γυμνοί και είδαν τα πάντα να κυριεύονται από την απληστία και τη διάλυση. Είδαν ξανά έναν κόσμο να μην έχει σκοπό να αλλάξει και να ακολουθεί κίβδηλους ηγέτες που μοιράζουν ψεύτικες υποσχέσεις.

Η τελευταία περιήγηση με τον Υπεράνθρωπο πραγματοποιείται μπροστά από συγκεκριμένους ανθρώπους, που επιλέγονται κυρίως λόγω της ιδιότητάς τους. Ένας Έπαρχος, ένας νεκροθάφτης, ένας δάσκαλος, ένας ζωγράφος, ένας Στρατηγός, ένας ποιητής, ένα αγγειοπλάστης, ένας χορευτής. Κάποιοι πραγματικοί Υπεράνθρωποι γι’ αυτά που πετυχαίνουν με τα έργα και τις ικανότητές τους και κάποιοι ανίκανοι να γίνουν Υπεράνθρωποι λόγω των αδυναμιών τους.

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης “τεστάρει” ανθρώπινες αντοχές και όρια. Υποδεικνύει νοήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να προβληματιστεί και, γιατί όχι, να αφυπνιστεί. Ο καθένας μπορεί να γίνει Υπεράνθρωπος στον τομέα του αρκεί να πιστέψει στις δικές του δυνάμεις και δεξιότητες. Ακόμα και οι οπαδοί “του δικού του” Υπεράνθρωπου, στο τέλος, αναβαπτισμένοι από όσα βίωσαν και είδαν, αποφάσισαν να ξυπνήσουν και να μην ξαναγίνουν θύματα του συστήματος. Ο ποιητής τονίζει πως είναι πολύ μικρές οι αποστάσεις που χωρίζουν τα αντιθετικά δίπολα. Η αλήθεια από το ψέμα, η πίστη από την αθεΐα, η εμπιστοσύνη από την καχυποψία, η ζωή από τον θάνατο. “Όλα” είμαστε εμείς οι ίδιοι, αρκεί να κατανοήσουμε το δικό μας αληθινό “εγώ” και ανάλογα να το χρησιμοποιήσουμε. Άρα Υπεράνθρωπος μπορεί να είναι ο καθένας μας που παλεύει για το κάτι παραπάνω με όλες του τις δυνάμεις, αλλά και κάποιος που παίρνει (αδικαιολόγητα) δύναμη από την απραξία μας και μας οδηγεί σε λάθος μονοπάτια (παράδειγμα γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού).

Κλείνοντας, θέλω να δηλώσω, πως απ’ τη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου αυτό το βιβλίο, κατάλαβα πως ήρθα αντιμέτωπος με ένα πραγματικά μεγαλειώδες έργο. Και γι’ αυτό οφείλω να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου τον δημιουργό του για την εμπιστοσύνη του. Ο Μανώλης Αλυγιζάκης, Έλληνας κάτοικος του Καναδά, αποδεικνύει πως η ελληνική λογοτεχνική δημιουργία του εξωτερικού, βρίσκεται σε υψηλότατα επίπεδα…


Δείγμα γραφής:




Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα


Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος


Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι


Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος


Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι


Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι


Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές


Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός


Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές


Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας


Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες


Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης


Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.










Γύρω στη μέση της ποιητικής του δημιουργίας ο Πάμπλο Νερούδα έκδοσε τη συλλογή “Tα Ύψη του Μάτσου Πίτσου” χώρος που είχε επισκευθεί δύο χρόνια πριν το φθινόπωρο του 1943. Το μικρό αυτό βιβλίο αποτελείται από μόνο δώδεκα ποιήματα και είναι η αντίδρασή του για την εμπειρία που βίωσε στην κορφή του παλατιού των Ίνκας. Όταν ο Νερούδα έφτασε στο Μάτσου Πίτσου, διαπίστωσε ότι χώρος πήρε τη μορφή από την οποία όλα τα υπόλοιπα στη ζωή του απόκτησαν νόημα συμπεριλαμβανομένης όλης της ηπείρου απ’ όπου κατάγεται ο ποιητής και κατ’ επέκταση η ζωή του που πέρασε αυτή που ζεί τώρα αλλά και η μελλοντική.

Το όνομα του χώρου παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο έκτο ποίημα. Τα πέντα πρώτα αναφέρονται στη ζωή του ποιητή όταν έψαχνε για κάποιο νόημα στη ζωή του και κάτι στο οποίο να εστιαστεί. Απ’ το έκτο ποίημα και μετά ο Νερούδα προσπαθεί να πιάσει το νόημα της συναισθηματικής του αντίδρασης στο τί αντίκρυσε και στο τί ένιωσε όταν επισκεύτηκε την ουράνια πόλη.

Ό,τι έχει γράψει ως τώρα ξαφνικά παίρνει νόημα και όσα παλαιώτερα του φαίνονταν αταίριαστα τώρα, μετά την επίσκεψή του στο Μάτσου Πίτσου, όλα αποκτούν σημασία και έχουν κάποια αδιάσπαστη σχέση με όλη του τη ζωή έως τώρα ακόμα και με τα μέλλοντά του χρόνια. Τα πρώτα πέντε ποιήματα αποτελούν μια γενική επισκόπηση της διάθεσης του ποιητή, του περιβάλοντος μέσα στο οποίο ζει, την ένταξή τους στο χώρο με εικόνες που υφαίνονται σ’ ένα περίπλοκο υφάδι του μικρού αυτού σε έκταση βιβλίου.

Κι ο λόγος είναι γιατί όταν στέκεται πάνω στην κορφή του κόσμου στο Μάτσου Πίτσου όχι μόνο τα στοιχεία της φύσης αλλά και ο άνθρωπος αποκτούν μια υπέρτατη σπουδαιότητα καθώς ατενίζει προς τα κάτω τις μάζες να πηγαινοέρχονται για τα καθημερινά τους κι αγνοούν τη μεγαλοσύνη που υπάρχει εκεί πάνω. Ο Νερούδα αποφασίζει να κάνει αυτή τη μεγαλοσύνη γνωστή στους ανθρώπους απανταχού της γης μερικές φορές με απλές λέξεις και άλλες πάλι φορές με τα σύμβολα που χρησιμοποιεί να διαλευκάνει και να υπογραμμίσει ότι το κάθε τί έχει τη σημασία του και το νόημά του στον κόσμο συμπεριλαμβανομένου και του ταξιδιού του εκεί στο Μάτσου Πίτσου.

Τα στοιχεία γη, ουρανός, αγέρας, οι παραγωγικοί κύκλοι των τεσσάρων εποχών του χρόνου και η φυσική αναγέννηση, ο ερωτισμός, ο αναπόφευκτος θάνατος, η ρουτίνα του ανθρώπου κι ο εξευτελισμός του, η μονοτονία της καθημερνότητας, όπως την ονομάζει είναι υποκείμενα των πέντε πρώτων ποιημάτων του βιβλίου αυτού. Η μάχη εναντίον της πεπερασμένης ζωής του ανθρώπου σε αντίθεση με τον αέναο, ανίκητο θάνατο είναι εικόνες που τον ταράζουν σε υψηλό βαθμό. Γι’ αυτό αναζητεί κάποια απάντηση για ένα δρόμο έξω απ’ αυτή την πρόσκαιρη ζωή κι αυτό το δρόμο ξάφνου ανακαλύπτει στο Μάτσου Πίτσου.

Tο πρώτο ποίημα ξεκινά με την εικόνα ενός άδειου δυχτιού που ο ποιητής σέρνει μέσα στους δρόμους αλλά δεν πιάνει τίποτα αξιόλογο καθώς το πνεύμα επισκοπεί το χάος: εν αρχεί ο λόγος πάνω απ’ το κενό κι ο ποιητής επικαλείται τον άγραφτο λόγο να έρθει σαν σωτήρας.


Από αγέρα στον αγέρα σαν άδειο δίχτυ

παρασυρόμενο σε δρόμους και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ήρθα

αφειδής στην κορφή του φθινοπώρου, με των φύλλων

το προσφερμένο νόμισμα και — ανάμεσα σε άνοιξη και καλοκαίρι —

αυτό που ασυνόρευτη η αγάπη γράπωσε πρόκληση σε μονομαχία

μας χαρίζεται σαν μακρυδάχτυλο φεγγάρι
Το δεύτερο ποίημα διαβάζουμε


Το κάθε άνθος μας χαρίζει το σπόρο του

κι η πέτρα διαφημίζει το μπουμπούκι της

σαν λερωμένο φόρεμα διαμαντιού και άμμου

κι ο άνθρωπος στραπατσάρει το άνθος του φωτός

το ξεχωρίζει απ’ την μοιραία πηγή της θάλασσας

και τρυπά το παλμώδες μέταλλο στα χέρια του


αναφορά στην αντίθεση ανάμεσα στην αναγέννηση της φύσης και στον άνθρωπο που αλέθει το κάθε τί και το φέρνει στο δικό του εξαθλιωμένο επίπεδο: τα πάντα στη φύση έχουν ένα ολοκάθαρο σκοπό-προορισμό εκτός απ’ τον άνθρωπο πού στραπατσάρει το άνθος του φωτός ενώ το τρίτο ποίημα ασχολείται με το σύγχρονο τρόπο ζωής που ο άνθρωπος βαδίζει σαν σε κύκλο, σαν σε λαβύρινθο και φέρει σε πέρας τίποτα το αξιόλογο: Η αδιάφορη πραγματικότητα του καθημερνού εκεί που σπαταλά την ψυχή του δίχως ν’ αφήνει πίσω του τίποτα χρήσιμο.


Σαν να `ναι σε λαβύρινθο το στάρι πέφτει

στο ατελεύτητο δοχείο άδοξων κατορθωμάτων, σκάρτες

εμπειρίες απ’ τις εννιά στις πέντε, στις έξι

και να πεθαίνουν όχι μόνο μια φορά αλλά πολλές

κάθε μέρα κι ένας μικρός θάνατος: σκόνη, λάμπα, κρεστόμυγες…


Το τέταρτο ποίημα στρέφει την προσοχή του προς τον ποιητή και στην αγάπη του για τους ανθρώπους αλλά καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τους βοηθήσει όσο αυτοί συνεχίζουν να ζουν τον καθημερνό τους θάνατο που κι ο ποιητής ακόμα είναι ανίσχυρος να τον βοηθήσει σε γενικές γραμμές εκτός κι αν βρει το σκοπό του στα ύψη και στα ατέλειωτα δημιουργήματα του αγέρα και της χιονοστιβάδας.


Πολλές φορές με προκάλεσε ο ακατανίκητος θάνατος

σαν το αλάτι που αποκρύφεται στα κύματα

και το τί υποσχέθηκε η αόρατή του ευωδία

ήταν κομματάκια ύψους και ναυαγίων

μεγαλοπρεπείς κατασκευές και χιονοστιβάδες


Στο ακόλουθο ποίημα παρατηρούμε τον ποιητή να καθορίζει το είδος του θανάτου με σουρρεαλιστικές εικόνες που δεν αφήνουν τίποτα σαν τελικό όραμα της σύγχρονης ζωής παρά τις πληγές από ριπές αγέρα  που παγώνουν τα κρύα διάκενα της ψυχής του καθενός κι αυτό είναι το χαμηλώτερο σημείο του βιβλίου


Δεν ήσουν εσύ, κατηφή θάνατε, αρπακτικό πουλί με σιδερένια φτερά

που σαν μοναδικός νοικάρης τέτοιου οίκου μετέφερες

ανακατεμένες με το κλώσιμό σου μερίδες υπό το κενό σου δέρμα —

μάλλον: βηματιστό ακροβλαστάρι παλιού σχοινιού

άτομο θάρρους που υποχώρησε

ή κάποιο βασανιστική δροσιά που ποτέ δεν γίνηκε ιδρώτας


Απ’ την αρχή του έκτου ποιήματος το όλο βιβλίο αρχίζει να ανυψώνεται καθώς ο Νερούδα ανέρχεται προς το ναό απ’ όπου κι ανακοινώνει: δύο γεννιές που έχουν ταξιδέψει σε παράλληλα μονοπάτια συναντώνται κι αφομοιώνονται. Το ένα μονοπάτι των μικρών ανθρώπων με τους ασήμαντους θανάτους των και το μονοπάτι του αιώνειου που υποθάλπτεται απ’ την αναγέννηση της φύσης και που ήταν χωρισμένα στο παρελθόν ώσπου να συναντηθούν σ’ αυτό το σημείο που ήταν η κατοικία…κι είναι ο ιερός χώρος που ομοιάζει με το ακίνητο σημείο ενός κόσμου που αέναα γυρίζει κι όπου το παρελθόν και το μέλλον συγκεντρώνονται κι ο τόπος αυτός είναι το Μάτσου Πίτσου


Τότε ανέβηκα τη σκάλα του κόσμου

μέσα από αγκαθωτές συστάδες του δάσους

ώσπου σ’ έφτασα Μάτσου Πίτσου


Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ότι ο Νερούδα μετά την επισκεψή του στο Μάτσου Πίτσου βλέπει τον κόσμο μέσα απ’ το πρίσμα του συλλογικού. Τους αναρίθμητους ανθρώπους που δούλεψαν εκεί για να χτίσουν την πόλη στην κορφή του βουνού παρατηρεί, κατά πάσα πιθανότητα σκλάβοι, τα πιο πολλά φημισμένα αρχαία χτίσματα χτίστηκαν απο σκλάβους, κι ο Νερούδα ταυτίζεται μαζί τους, προσπαθεί να τους αντιπροσωπεύσει, να τους βοηθήσει, να δικαιώσει τον αγώνα  για το επίτευγμά τους κι αναρωτιέται πώς; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση είναι η προσπάθειά του να τους χαρίσει αιωνιότητα μέσω των στίχων του που θα διαβάσει όλος ο κόσμος.


Πανήψηλη πόλη από σκαλωτές πέτρες

τελικό χαγιάτι σε ό,τι η γη

ποτέ δεν έκρυψε στις πυζάμες της


Απ’ το έκτο ποίημα ο Νερούδα εστιάζεται στο χώρο και στους ανθρώπους που πάλεψαν να το χτίσουν. Διακρίνει σ’ αυτούς τις χιλιάδες Χιλιανούς συμπατριώτες του και γενικώτερα τα εκατομμύρια των κατοίκων της Νοτίου Αμερικής που τους εκμεταλλεύτηκαν οι πολυεθνικές με την επιρροή τους βασισμένη στον υλικό πλούτο και προσπαθεί να σταθεί αντιμέτωπος όλων αυτών και υπερασπιστής των αναρίθμητων χτιστών της ακρόπολης αυτής με το μόνο όπλο που κατέχει: την πένα του και το υπέροχο δημιουργικό του πνεύμα. Την ΠΟΙΗΣΗ του.


Μέσα σου ταξιδεύουν παράλληλα δύο γεννιές

που συναντώνται εκεί που η φάτνη ανθρώπου και φωτός

νανουρίστηκε απ’ τον αγκαθώδη αγέρα.


Μάνα της πέτρας και σπέρμα του κόνδορα


Αλλά το ταξίδι του Νερούδα δεν τελειώνει σ’ αυτό το σημείο. Το ταξίδι του σε περασμένο χρόνο αλλά και ψηλά στο χώρο της ακρόπολης αυτής ήταν μια ανακάλυψη  από την οποία ο ποιητής διδάχτηκε περισσότερο απ’ ό,τι ένιωσε παρά απ’ τις διαφορετικές σκέψεις και απόψεις που αποκόμισε περί της αλήθειας για τον εαυτό του και για τη φύση της ανθρώπινης ζωής.


Το έβδομο ποίημα καθιστά έναν ύμνο για το τί απομένει όταν τα πάντα εξαφανίζονται, τι αντέχει το πέρασμα του χρόνου και παραμένει έναντι σε όλα όσα μαραίνονται και λυώνουν. Ύμνος που ευαγγελίζει τους ανθρώπους που έχτισαν την ακρόπολη αυτή και πάλεψαν κάτω από τις πιο δυσμενείς συνθήκες μόνο και μόνο για να νικήσουν το Χάρο με το εξαίσιό τους οικοδόμημα σαν αιώνειο ρόδο, δισκοπότηρο που ύψωσαν με τα χέρια τους.


Νεκροί μιας κοινής αβύσσου, σκιές μιας λαγκαδιάς —

η πιο βαθειά — σαν να ταίριαζε

με την πυξίδα της μεγαλειότητάς σας

έτσι δημιουργήθηκε, η αλήθεια, ο πιο αχόρταγος θάνατος:

από διάτρητες πέτρες

από βαθυκόκκινα ακρογείσια

και καταρακτώδεις υδρορροές

κατρακυλήσατε σαν φθινόπωρο

σ’ ένα ομαδικό θάνατο


Περνώντας στο όγδοο ποίημα συναντούμε μια λυρική επίκληση προς την αέναα αναγγενόμενη φύση και τον κάτοικο της γης αυτής πριν τον ερχομό του Κολόμβου εποχή που ο άνθρωπος ήταν ένα με τη φύση αυτή και που αγκάλιαζε το παρελθόν του για να προσδιορίσει το τώρα και να προβλέψει το μέλλον του βασισμένος στην παράδοσή του: Εικόνες προτού ο Ευρωπαίος προσηλυτιστής ήρθε. Εδώ ο ποιητής επικαλείται επίσης αυτό που ονομάζει αγάπη της Αμερικής να ερθεί και να φιλήσει αυτές τις πέτρες


Έλα, ανέβα μαζί μου, αγάπη της Αμερικής


Φίλησε μαζί μου αυτές τις μυστηριακές πέτρες

το καταρακτώδες ασήμι του Ουρουμπάμπα

που κάνει τη γύρη να πετά προς το χρυσό της κύπελλο


Το ποίημα που ακολουθεί είναι ένα άσμα εξορκισμού που συντελείται με διαπλεκτικούς στίχους μεταφορικούς όπου η φράση η πέτρα επαναλαμβάνεται σαν σε λιτανεία: τί άλλο μπορούν να δημιουργήσουν οι πέτρες πάνω σε άλλες πέτρες παρά αυτό το δισκοπότηρο σε χώρο και χρόνο; Ένα δισκοπότηρο που οδηγεί στους τελευταίες στίχους και πίσω στο πλήθος που έχτισαν την ακρόπολη αυτή και στο μονόδρομο του ανθρώπου που εξουδετερώνει το θάνατο.


Διαστρικέ αετέ, κλήμα μέσα στην ομίχλη.

Εγκαταλελειμένε προμαχώνα, αόμματο γιαταγάνι.

Ζώνη του Ωρίωνα, τελετουργικό ψωμί.

Καταρρακτώδης κλίμακα, ανυπολόγιστη βλεφαρίδα.


Φτάνοντας στο δέκατο συναντούμε τον ποιητή που ρωτά σε τί κατάσταση ζούσε ο άνθρωπος που το έχτισε: να `ταν ελεύθερος ή μήπως ήταν σκλάβος; Πολύ πιθανόν, σκέφτεται ο Νερούδα να ήταν σκλάβοι αλλά αν ήταν σκλάβοι κάτω από ποιές συνθήκες ζούσαν; Η ανησυχία του για την κατάσταση της εποχής εκείνης είναι ολοφάνερη στο ποίημα αυτό.


Πέτρα μέσα στην πέτρα κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;

Αγέρας μέσα σε αγέρα κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;

Χρόνος μέσα στο χρόνο κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;

ήταν άραγε κι εκείνος το θρυματισμένο κομματάκι

της αναποφασιστηκότητας, του άυλου αετού

που μέσα σε δρόμους τωρινούς και σε παλιά αχνάρια

μέσα στα φύλλα αθροισμένων φθινοπώρων

συνεχίζει να κοπανά την ψυχή μέσα στον τάφο;


Η παλιά και ξεχασμένη καρδιά του ανθρώπου είναι το αντικείμενο του ενδεκάτου ποιήματος ώσπου να συναντήσει την υποτείνουσα του μάλλινου πουκαμίσου και του αλατιού απ’ το αίμα που υπονοείται σε κάθε στροφή της ακρόπολης του Μάτσου Πίτσου. Εδώ ονομάζει τους εργάτες αδέρφια του και ταυτίζεται μαζί τους, γίνεται ένα μ’ αυτούς αυτός είναι ο τρόπος που συντήκεται μέσα στον αγώνα τους να χτίσουν την ακρόπολη. Ο Νερούδα χτίζει την ακρόπολη μαζί με τους εργάτες εκείνου του καιρού, τους πατριώτες του, τους συντρόφους του, γίνεται το αίμα κι ο ιδρώτας τους. Γίνεται ένα μ αυτούς.


Μέσα στην παραζάλη της μεγαλοπρέπειας

μέσα στην πέτρινη νύχτα άσε να βάλω το χέρι μου

και να ξυπνήσω το πουλί που για χιλιάδες χρόνια έχω μέσα μου

την παλιά και ξεχασμένη ανθρώπινη καρδιά!


Το τελευταίο ποίημα του βιβλίου εκτείνεται σε ό,τι έχει σημασία για τον ποιητή: συγκρίνει και διακρίνεις τις ομοιότητες ανάμεσα στη ζωή των χτιστών και τη δική του, αισθάνεται ότι ταυτίζεται με τους άντρες αυτούς. Τους αναγνωρίζει σαν δικούς του. Αποφασίζει να γίνει ένα μ’ αυτούς και να ανημερώσει τον κόσμο για το θρύλο τους. Ο ποιητής κι οι άντρες αυτοί τώρα έχουν το ίδιο αίμα, είναι ταυτισμένοι. Είναι κι ο ποιητής ένας άνθρωπος σαν κι αυτούς, τίποτε περισσότερο.


Σηκωθείτε και ξαναγεννηθείτε αδέρφια μου.

Δώστε μου το χέρι σας που έρχεται

από βαθειά εκεί που υφάνθηκε η λύπη σας.

Δεν θα επιστρέψετε απ’ αυτές τις σταθερές πέτρες.

Δεν θ’ αναστηθείτε απ΄τον υποχθόνιο χρόνο.

Η τραχειά σας φωνή δεν θα ξανακουστεί

μήτε τα τυφλά σας μάτια θα ξαναπεταχτούν απ’ τις κόγχες τους


και καταλήγει με την προσθήκη τους στα ποιήματα του, τη φωνή του, τη δημιουργική του δουλειά, έρχομαι να μιλήσω σαν τα μουγγά σας στόματα, λέγοντας


Ελάτε γρήγορα στις φλέβες μου και στο στόμα μου

μιλήστε με τα λόγια μου και μέσα απ’ το αίμα μου.


~Source, the Heights of Matcchu Pitcchu, by Jonathan Cape, New York, 1966






Ο Ελληνοκαναδός Μανώλης Αλυγιζάκης έχει γράψει τρία μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, καθώς και άρθρα, διηγήματα και μελέτες στα αγγλικά και στα ελληνικά. Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του ‘Φυλλορροές’ απαρτίζεται από υπαρξιακά, ερωτικά και κοινωνικοπολιτικά θέματα, με στενή αναφορά στην καθημερινότητα αλλά και σε σπουδαία ιστορικά γεγονότα. Το συναίσθημα ρέει πλούσια σε όλη τη συλλογή. Εκφράζεται μέσα από θέματα όπως η αγάπη, ο έρωτας, η απιστία, η απώλεια και το αίσθημα του ανεκπλήρωτου, η αναζήτηση της ουσίας της ζωής, τα υψηλά ιδανικά, και η έλλειψη ελευθερίας. Το χαρακτηριστικό ύφος ενισχύεται από τον ήχο και τον ρυθμό, που δένουν αρμονικά με το περιεχόμενο. Μια μελαγχολική διάθεση διατρέχει το σύνολο των ποιημάτων, δίνοντας τον τόνο στην πάλη μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας: «…κι είπε -/ θέλω να σπείρω/ τούτο το χώμα απ’ την αρχή/ με μια σοδειά νέων ιδεολόγων…» («Νωχελικό απόγευμα»).

Η γραφή, αν και κάποιες φορές στα όρια του πεζού λόγου, διανθίζεται από ιδιαίτερα ποιητικά στοιχεία. Τεχνικές όπως η επανάληψη και ο διασκελισμός τονίζουν το νοηματικό περιεχόμενο δίνοντας ζωντάνια στη συλλογή. Παρόμοιο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται από τις λεπτομερείς περιγραφές, τις πλούσιες εικόνες και τη μουσικότητα του λόγου. Το θέμα της ύπαρξης αναφέρεται στον θάνατο, στο βάρος της ζωής και στο νόημά της, στο γήρας, στο αναπόφευκτο και τη μοίρα, στην παρακμή. Τα ερωτικά ποιήματα εκθέτουν μια γκάμα συναισθημάτων όπως ο πόθος, η χαρά, η θλίψη, η διάψευση, η προδοσία, η παρακμή, η απομάκρυνση του ζευγαριού και η συμβατικότητα της συνύπαρξης. Παρά τον πόνο και την απογοήτευση που συνδέονται με τον έρωτα, ο ποιητής τον θεωρεί το πιο ουσιαστικό συστατικό της ζωής: «…κι αφήνω στη στιγμή την έρευνά μου/ για κάτι ασύλληπτο ή ιδεατό/ και δίχως λέξη βιαστικά γυρνώ/ στο αισθησιακό σου φίλημα.» («Ανακάλυψη»).

Οι κοινωνικοπολιτικές ανησυχίες εκφράζονται μέσα από θέματα όπως ο πολιτικός αγώνας, η αυτοθυσία των συντρόφων και η ήττα, η ιστορία και το σήμερα, η σχέση της Εκκλησίας με τον πόλεμο, προβληματισμοί και προβλέψεις για το μέλλον, η Ελλάδα, η αθλιότητα της ζωής στην πόλη, η καταστροφή, η σωτηρία, η απόδοση δικαιοσύνης, ο ποιητής/η ποιήτρια μπροστά στην πολιτική πραγματικότητα. Στο τέλος κάποιων ποιημάτων ο Μανώλης Αλυγιζάκης θέτει δυνατά ερωτηματικά, ερωτηματικά που μοιάζουν να αποτελούν από μόνα τους τις απαντήσεις: «…Κι αναρωτιέσαι/ κάνουμε άραγε κάτι σωστό/ ή όλα βαδίζουν ίσια προς την κόλαση;» («Ρουτίνα»). Άλλες φορές το κλείσιμο των ποιημάτων παραπέμπει σε σημαντικά ερωτήματα: «…Κι ένας μικρός σπουργίτης/ καθισμένος στο κλαδί/ συνθέτει το πρωινό του ποίημα και/ τα φτερά του ψαλιδίζοντας γράφει,/ αυτά δεν μου χρειάζονται πια» («Σπουργίτες»). Η ποιητική συλλογή διακρίνεται από ευαισθησία για τις ανθρώπινες καταστάσεις και από έντονο κοινωνικό προβληματισμό, στηρίγματα πολύτιμα μέσα στη γενική συναισθηματική νέκρωση και την ακραία βαρβαρότητα που βιώνουμε.


Greek Canadian author Manolis Aligizakis has written three novels, numerous collections of poetry, articles and short stories in both Greek and English. His latest poetry book “Filloroes” consists of existential, erotic and sociopolitical themed poems with clear relation to everyday as well as to historical events. Emotions flow freely throughout the book. They are expressed via images of love, lust, unfaithfulness, loss and the feeling of the unaccomplished, search for the meaning of life, high ideals and the lack of freedom. The poet’s style and idiom are accentuated by his rhythm that is tied harmoniously with the content. Certain melancholy runs through the majority of the poems and underscores the battle between optimism and pessimism: “I want to plough/this ground all over/with a crop of new idealists…” (Saunter).

The style of the book, sometimes resembling prose, is accented by poetic conventions such as repetition, and the striding of verse that bring the poems to life. Similar result is shown by detail descriptions, rich imagery and musicality of the verse. The existential poems deal with death, weight of life and its meaning, old age, the inescapable end, fate, decadence. The erotic poems display a mixture of emotions such as desire, joy, sadness, denial, betrayal, loneliness and the convention of relationships. Although pain and disappointment are imbued in Eros the poet still considers it the most important variant of life: “and I leave my search/for something inconceivable/ or imaginary/and with no other word/I return/to your sensual loving.”(Discovery).

Social-political issues such as political struggle, sacrifice of comrades, defeat, history up to today, relation of the church to war, wondering and vision of a future Greece, the misery of city life, destruction, salvation, justice, the poet/poetess before today’s reality, are subjects of these poems. Sometimes at the end of some poems Manolis poses questions that are themselves the answers to such questions: “And you wonder/are we truly making progress/or careening brakeless of-ramps to Hell?” (Routine). Other times the poems lead to serious questioning: “and the young sparrow/sits on the branch and/clipping his wing feathers writes/no need for these anymore” (Sparrows). The collection is imbued by sensitivity toward the everyday human situations and is filled by serious questioning about the emotional death of today’s social landscape and the brutality we live in.


Αφροδίτη Γιαννάκη, ΕΝΕΚΕΝ, 2013/Aphroditi Giannakis, ENEKEN, 2013