When Antigone leaves she always forgets something. A lacy glove on the satin bed-sheet, a steamy drop of lemon on the cheek of a friend, a stolen touch on a lover’s arm a lip-mark on the porcelain tea-cup when she drinks hastily. Antigone forgets the gauzy handkerchief moistened by the sudden momentary tears the little umbrella in the fragile rain. Antigone forgets the rustle of her dress when she walks the fan that changes her seasons. Antigone always forgets something and for this she always leaves. Only some nights
as she starts remembering things she sprinkles ashes on her hair buries herself in her cave and laments for the not buried dead.
Ι Κάποτε εδώ ήταν το σπίτι μας, ξύλινη σκάλα, κήπος μπροστά, γάτα και καναρίνι. Στους τοίχους σημάδια που έδειχναν την πρόοδό μας στο ανάστημα: το δικό μου, του αδερφού που έφυγε και πιο σβησμένο του πατέρα,
Βγάλαμε φωτογραφία το παλιό μας σπίτι, ξύλινη σκάλα, κήπος μπροστά, γάτα και καναρίνι.
IV
Τώρα πια κάποιος άλλος θα κοιμάται ανάμεσα στους τοίχους του. Άλλες φωνές θα το γεμίζουν ξένες, αταίριαστες επάνω του. Όμως στους τοίχους θα μένει το σημάδι της πιο αγαπημένης μου φωτογραφίας και το παράθυρο θα βλέπει πάντα τα πιο ωραία μάτια πόχω δει.
*Δημοσιεύτηκε στο «Κόσκινο», Αρ, 1. Απρίλιος – Ιούνιος 1968. Θεσσαλονίκη . Εκεί δημοσιεύτηκε μια μικρή ανθολογία από ποιητικά κείμενα και μεταφράσεις της πρώτης περιόδου του περιοδικού Διαγώνιος» (1958-1962). Υπεύθυνος περιοδικού ήταν ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.