Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis


     Παρ’ όλο που ήμασταν μονάχα θνητοί και μάλιστα

με μια θρυαλίδα να μας κρατάει σταθερούς σε σημείο

που πάντα νοσταλγούσαμε κάτι διαφορετικό, όταν

η πόρτα μας ξαφνικά έκλεισε μείναμε έξω στη λιακάδα,

απρόσμενο γεγονός που πάνω του κρατηθήκαμε

σαν σχοινοβάτες πάνω σε τεντωμένο σχοινί αιωρούμενοι

ανάμεσα σε δυο πέρατα ταπεινά μια αρχή κι ένα τέλος

δίχως δόντια, γυμνοί και γιομάτοι ντροπή, ενώ στην παρούσα

στιγμή κακές απομιμήσεις των θεών τους ακι ωραιότατα

αντίγραφα του Υπερανθρώπου ήμασταν, πιαστήκαμε 

από τον προαιώνιο χρόνο, τον σφίξαμε αφάνταστα σφιχτά

κι αφήσαμε το χνάρι μας στο νωπό χώμα, σημάδι πως

κι εμείς περάσαμε από `δω.

     Κι ο Μέγας Μύστης είπε: ‘ Όλα αυτά είναι σωστά.’


Although merely mortals and indeed with a short fuse,

we always yearned for something different, when our

door suddenly shut us outside and in the hot sunshine,

event completely unexpected on which we balanced

ourselves like humble ropewalkers, flimsily hanging

naked and with no teeth, from the stretched rope that

hovered over two ends; we were full of shame while

at the present moment bad imitations of God

excellent copies of our Übermensch onto whom

we attached ourselves so ever tightly and

we made our mark into the moist soil, sign

of our passing through when the Great Initiate

said: ‘all these are done well.


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s