Constantine P. Cavafy – Poems


Τον μοιάζει βέβαια η μικρή αυτή,

με το μολύβι απεικόνισις του.

Γρήγορα καμωμένη, στο κατάστρωμα του πλοίου

ένα μαγευτικό απόγευμα.

Το Ιόνιον πέλαγος ολόγυρα μας.

Τον μοιάζει. Όμως τον θυμούμαι σαν πιο έμορφο.

Μέχρι παθήσεως ήταν αισθητικός,

κι αυτό εφώτιζε την εκφρασί του.

Πιο έμορφος με φανερώνεται

τώρα που η ψυχή μου τον ανακαλεί, απ’ τον Καιρό.

Απ’ τον Καιρό. Είν’ όλ’ αυτά τα πράγματα πολύ παληά—

το σκίτσο, και το πλοίο, και το απόγευμα.


This small sketch

in pencil certainly resembles him.

Done rather fast, on the deck of the ship;

one enchanting afternoon.

The Ionian pelagos all around us.

It resembles him. However, I recall him handsomer.

He was sensitive to the point of suffering,

and this lighted his expression.

He appears even handsomer to me

now that my soul recalls him out of Time.

Out of Time. All these things are very old—

the drawing, and the ship, and the afternoon.


Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

Poem by Manolis Anagnostakis


I speak of the last trumpeting of the defeated soldiers

of the last rags from our festive garments

of our children who sell cigarettes to the passers-by
I speak of the flowers that wilted on the graves and

rot in the rain

of the houses gaping with no windows like toothless


of girls begging and showing the scars of their breasts

I speak of the shoeless mothers who crawl among the ruins

of the conflagrated cities, the corpses piled in

the streets

the pimps poets who shiver by the front steps

during the night

I speak of the endless nights when the light is dimmed

at dawn

of the loaded trucks and the footsteps on the wet


I speak of the prison yard and of the tear of the moribund

but I speak more of the fishermen

who abandoned their nets and followed his steps

and when he got tired they didn’t rest

and when he betrayed them they didn’t reject him

and when he was glorified they turned their eyes the other way

and their comrades spat at them and crucified them

and serene, they took the road that had no end

and their glance didn’t ever darken nor bowed down

standing and lonely amid the horrible loneliness of the crowd

Γιώργος Θέμελης: Φωτοσκιάσεις (VII)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Φωτοσκιάσεις]


Θέλω να πω στην ψυχή μου,
Πως είμαι, υπάρχω, αντανακλώ.

Είμαι ένα ρόδο ή ένα σύμβολο.

Θέλω ν’ ανοίξουνε τα πέταλά μου,
Τ’ αόρατα φτερά μου τα κλειστά.

(Δεν έχω μύρο και άνεμο, δεν έχω διαστήματα.)

Θέλουν τα μάτια να σε δουν,
Να σε χορτάσουν, Θεέ μου, θέλουν
Δίχως καθρέφτισμα και συγνεφιά.

Θέλουν τα μάτια να σε δουν,
Τα χέρια μου να σε κρατήσουν.

Κατάματα, κατάσαρκα.

(Βλέπουν τα μάτια και δε βλέπουν,
Τρέμουν τα χείλη και σφαλούν.)

Αν είσαι αγέρας, σήκωσέ με,
Αν είσαι φως, πυρπόλησέ με.
Αν είσαι θάνατος, θανάτωσέ με.

(Μιλώ καθώς μιλούν οι ερωτευμένοι.)

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

View original post