Yannis Ritsos – Poems, Selected Books


Πόσα καί πόσα πράγματα μαζεύτηκαν—ανθοδοχεία, σταχτοδοχεία,

πίνακες, πορσελάνες, μάσκες, αγαλμάτια, κρύσταλλα—τό `να σκεπάζει

         τ’ άλλο

κρύβονται, πνίγονται, πλημμύρισε τό σπίτι, κλείνουν

τίς πόρτες, τά παράθυρα ώς τή μέση, εμποδίζουν τή θέα,

εμποδίζουν τήν κίνηση, τόν ύπνο—καθρέφτες, ντουλάπες, μπαούλα


χαθήκαν καί τά πιότερα κλειδιά, μαζί κι η διάθεση νά τά ξανακοιτάξεις

νά τά συγκρίνεις, νά διαλέξεις κάποιο, νά τό βάλεις στό τραπέζι,

σέ πρώτο πλάνο, γιά μελέτη ή κι αναπόληση. Μονάχα

μιά λυπημένη επιείκεια γιά όλα καί όλους σού μένει

ιδίως τ’ απογεύματα, όταν βρέχει, κι ένα λευκό, μακρύ, στιλπνό σκουλήκι,

χωρίς μάτια καί στόμα, ανηφορίζει αργόπρεπα στό σταχτή τοίχο

καί δέν καταλαβαίνεις ποιό `ναι τό κεφάλι του καί ποιά η ουρά του. Κι


απ’ τό πέρασμα αυτού τού σκουληκιού, όταν σβήνουν τά φώτα, φωσφορίζει

ψηλά στήν οροφή μιά μεγάλη ασημένια γραμμή πού συνεχίζεται κι έξω απ’

        τό σπίτι,

πιό πέρα απ’ τά τεράστια γκαράζ, πιό πέρα απ’ τήν πόλη, πιό πέρα κι απ’

         τό θάνατο ίσως.


So many things gathered – flower vases, ashtrays, paintings,

porcelain masks, small statues, crystals – one covering

           the other –

they hide, they get choked, the house got flooded, the doors

are blocked, the windows to the middle; they obstruct the view,

they hinder the movement, the sleep – mirrors, closets, chests,

          suitcases –

the most important keys are lost along with the desire to look for them

to re-examine them, to choose one and place it on the table,

in a prominent place, to study it or for recollection. Only

a sorrowful leniency for everything and for everyone is left in you,

especially in the afternoons, when it rains and a white, long,

smooth worm, without eyes and mouth, goes up the gray wall

and you don’t discern which is its head and which its tail.


from this worm’s passing, when the lights go out, a long silver line

phosphorescence on the roof peak continuing beyond

          the house,

further away from the huge garages, further from the city, perhaps

further from death.


Titos Patrikios – Selected Poems


I don’t know whether you can laugh

or you can feel sorry for those

who have lost their power.

Perhaps sorrow fits better

as they go about miserable

trying to find something to put on

and cover their nakedness.

Or perhaps you need to always

be afraid of them, ready as they are,

soon as they take care of themselves

soon as they wear a suitable suit

they might grab the reigns again.


Τάκης Βαρβιτσιώτης, Η φωτεινή σιωπή

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Julia Fischer plays Antonio Vivaldi‘s Summer (from The four seasons)

[Ενότητα Πρώτα ποιήματα (1941)]

Η φωτεινή σιωπή

Η φωτεινή σιωπή
Από τα χείλη της πρωίας

Ένα γέλιο κατρακυλά
Μικρό χαλίκι

Και πάλι λουλούδια

Σε κάθε λουλούδι
Ένα βιολί

Κρατούμε στα χέρια μας
Την καρδιά των κοριτσιών

Ωραίο κουτί

Του ήλιου θύμηση
Με των πουλιών τα κρύσταλλα

Και με το πάθος των εποχών

Ένα σπιρούνι
Στην πλαγιά του ανέμου

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

View original post