Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

Poem by Harris Psaras


The door we didn’t open leads

to the rose garden

to the true conflict, between the rose and the thorn

and each error a thick foliage

that hides inside it the birds from the hunter.

The world but a stage show of a travelling troupe

the director quenches his thirst stooping

in the themele. He mistook it for the mouth of the well.

Further on frogs croaked, sang

Attic tragedians with their heavy tones  

Time the flowers’ withering and its counting

cast on a healthy leg. Who has the courage?

Eve and Odoaker dared

but half way on the journey their shoulders gave up

their courage cost them Heaven and Rome

Yannis Ritsos – Poems, Selected Books, Volume II, Second Edition


(Απόσπασμα-Excerpt XXIΙΙ)

Κι ακριβώς τη στιγμή
που ’νιωθα να φαρδαίνουν τα πλευρά μου αδέσμευτα στη βαθύτερη ανάσα, ένας κόμπος
με σταματούσε· — αυτός ο μικρός Εσταυρωμένος
σκαμμένος στο στήθος μου, κι η γνώση
πως θα γυρίσω πίσω· κι ήμουν κιόλας κει μέσα, εδώ μέσα
στη θέση μου κάτω απ’ τη λάμπα, στο τραπέζι,
κοιτάζοντας πίσω απ’ τα ποτήρια, πάνω απ’ τους ώμους σας κι απ’ την αδιάφορη ματιά σας
έξω απ’ το μακρινό παράθυρο, προς τη διάφανη νύχτα όπου είχα δραπετεύσει για λίγο,
απ’ όπου είχα επιστρέψει πιο θλιμμένη, γερασμένη και σαν ταπεινωμένη
μέσα σε μια οργισμένη περηφάνια, να μετράω, να ελέγχω
με τα δικά σας μέτρα τις κινήσεις μου — να κόβω
πολύ προσεχτικά το ψωμί με το μεγάλο μαχαίρι
χωρίς να χαρακώσω το τραπεζομάντιλο ή το ξύλο,
χωρίς να γραντζουνίσω το μικρό σου δάχτυλο ούτε το δικό μου.

Θε μου, δεν την αντέχω αυτή την προσποίηση. Νιώθω
κάθε χειρονομία μου ν’ αφήνει στο ταβάνι, στο πάτωμα, στον τοίχο
ή πάνω στα έπιπλα έναν ίσκιο τεράστιο· ο ίσκιος πολλαπλασιάζεται, απλώνει,
μεγεθύνεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, καθρεφτίζοντας όλες
τις μυστικές, ενδόμυχες κινήσεις μου.

At the moment

when I felt my ribs, in a borderless expansion of a deep

breath, a lump in my throat stopped me: this little

crucified engrave in my breast, and the knowledge that

I’ll return; and I was already in there, in here in my position

under the light, on the table, looking behind the glasses,

over your shoulders and your vague glance, out that

distant window to the diaphanous night from which

I had escaped for a while, from which I had returned

more sorrowful, older, and humbled, with a furious

pride, to count, to check my movements based on

your criteria — to slice the bread with the knife carefully

without drawing lines on the tablecloth or the wood,

without scratching your fingers nor mine.

God I can’t endure this pretense. I feel that each

of my gestures leaves a huge shadow on the ceiling,

the floor, the wall, or on top of the furniture; the shadow

expands, spreads, multiplies moment by moment, reflecting

all my secret, intimate movements.

Yannis Ritsos – Poems, Selected Books


Η Ελένη/Helen

Είναι κάτι παράξενες στιγμές, μοναχικές, σχεδόν αστείες. Ένας άνθρωπος
περπατάει μεσημεριάτικα φορώντας στο κεφάλι του μια καλαθούνα· το καλάθι
του κρύβει ολάκερο το πρόσωπο σα να ’ναι ακέφαλος ή μεταμφιεσμένος
μ’ ένα τεράστιο αόμματο, πολυόμματο κεφάλι. Ένας άλλος,
καθώς σεργιανάει ρεμβαστικά στο σούρουπο, σκοντάφτει κάπου, βλαστημάει,
γυρίζει πίσω, ψάχνει· — μια ελάχιστη πέτρα· τη σηκώνει· την ασπάζεται· τότε
θυμάται να κοιτάξει ολόγυρά του· απομακρύνεται ένοχα. Μια γυναίκα
χώνει το χέρι της στην τσέπη της· δε βρίσκει τίποτα· βγάζει το χέρι της,
το υψώνει, το παρατηρεί προσεχτικά, σα χνοτισμένο από την πούδρα του άδειου.

There are certain strange lonely moments almost funny A


walks at midday having a huge basket on his head

            the basket

hides his whole face as if he is headless or disguised

with an enormous eyeless plural-eyed head A different man

as he saunters romantically in the dusk stumbles on something


turns back searches – a very small stone he picks it up

           he kisses it then

he remembers to look around him he leaves as if guilty

           A woman

slips her hand in her pocket she doesn’t find anything

           takes her hand out

raises it observes it carefully as if it was steamed up by

           the powder of emptiness