Κλωστές νήματα υφάσματα
όλα τα πουλάω
μόνο το κουρελάκι αίμα που ξηλώθηκε
δεν βγάζω στο παζάρι.
*
Έχει την υπομονή του δέντρου που καίγεται·
Υπάρχει μια ύλη σιωπής εκεί πριν.
*
Κάποτε
μια αστραπή στάθηκε αρκετή.
Άνοιξαν ταυτόχρονα
τις ομπρέλες της σιωπής
κι έζησαν έτσι άβρεχτοι για χρόνια.
*
Ο αέρας σήκωσε την τελευταία πέτρα·
η γη τρύπησε.
*
Σε χρόνους δύο
σε μια εισπνοή έπαιξες
σε μια εκπνοή έχασες
Ξέχασες.
*
Εκεί
που το παιχνίδι με τις κάρτες
μοιάζει απ’ την αρχή χαμένο
αναγγέλλοντας ήδη
τον επόμενο νεκρό.
Θήραμα και θηρευτής κοιτάζονται
οι κόρες των ματιών τους διαστέλλονται
ο φόβος του θηράματος κατοικεί το μάτι του θηρευτή
και το τυφλώνει
ξερός κρότος ακούγεται
καθώς τα βλέφαρά του ανοιγοκλείνουν
το θήραμα αιχμαλωτίζει το θηρευτή.
Γίνονται ένα.
*
Πιο μέσα απ’ το βλέμμα τι;
Φωνή ατίθαση χτύπησε στ’ αυτιά του
σκάλα στριφογυριστή με κουπαστή
φάνηκε στο μυωπικό του μάτι όλα μικραίνουν…
Σ’ ακούω και γράφω
με το ’να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή
θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;
και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και στων βουβώνων τους ιριδισμούς
σ’ ακούω κι αντιγράφω απ’ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη
σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα λευκές…
Μες στου Αιγαίου τα νερά (παραδοσιακό Δωδεκανήσου με τη Μαρίζα Κωχ)
[Ενότητα Τρία ποιήματα (1947-1948)]
Ραψωδία στη θάλασσα του Αιγαίου
Εδώ ξυπνάει κάθε πρωί
Ανάμεσα σ’ ελληνικά γλυπτά κι ιωνικά κοντύλια
Πάνω σε φαγωμένες απ’ το πάθος του γλαυκού πέτρες που βαθαίνουν τα έλκη τους
Ανεβαίνει και παίρνει βασιλικό και σπαρτολούλουδο
Χτυπώντας το πέταλο ψηλά ψηλά να φιλήσει τα στέφανα του νεκρού χιονιού
Και ξεπεζεύει, περπατάει γυμνόποδη σε μαρμαρένιες γούρνες
Σκαλίζοντας αχιβάδες και ρόδακες στις πλάκες των αετών,
Τυλίγοντας με άχνη κι αφράλατο τα παγωμένα περιστέρια.
***
Ασπίλωτη,
Γαλαζοαίματη,
Αγναντεμένη.
Πο’ ’χεις τα παραθύρια σου σχιστά πανιά,
Τα μάτια μου κλειστά λιμάνια γεμάτα νεκρούς κι άσπρα χαλίκια.
Που ηχείς και σαλεύεις με ηχώ χίλιων πουλιών στις κρύπτες του ύπνου μου
Σκεπάζοντας τους τοίχους μου με τα σεντόνια της κρυφής σου αυγής
Και τα θαμμένα ζώα μου που κρατούν τους κήπους μου σαν υπνωτισμένες γυναίκες. Με τι όνομα να σε…