Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis

Χορευτής

     Ο χορευτής εκτινάχθηκε σαν ελατήριο, υπέροχες

γραμμές ζωγράφισε στο κενό σαν να μάθαινε το νόημα

του σ’ αγαπώ. Το άγαλμα έμεινε ακίνητο, να εκτιναχθεί

ήταν αδύνατο μέσα στη μαρμαρένια φορεσιά του, οι επαίτες

είπαν γνώριζαν όλες της πόλης τις γωνιές, τους σοβάδες

και τους τσιμεντόλιθους, η έλλειψη συμπόνιας ήταν κιόλας

αισθητή απ’ το πέταγμα των περιστεριών ενώ παιδάκια

δίδασκαν τους δασκάλους τους σχοινάκι, παραμυθάκια

που έμαθαν στο πρόγραμμα τηλεόρασης, του Αισώπου μύθους

ξαναειπωμένους, ανακυκλωμένους, ξαναχρησιμοποιημένους,

λέξεις που είχαν αξιολογηθεί απ’τα πανάρχαια χρόνια.

Τα μάτια των παιδιών μάρτυρες μύθων που ακόμα

δεν είχε διηγηθεί κανείς κι ο χορευτής εκτινάχθηκε

και σαν ελατήριο στο κενό επέγραψε το σ’ αγαπώ.

     Κάποτε μου είπε κάποιος ν’ αγαπώ και τελικά κατάλαβα

πως κληρονόμησα τη στάχτη.

~Μου αρέσουν αυτοί που επιθυμούν την ύπαρξή τους

και πάντα τη δωρίζουν.

Dancer

The dancer recoiled his body like a spring and inscribed

beautiful lines in the void as if teaching it the meaning

of love. The statue remained motionless, impossible

to recoil in its marble robe. Beggars knew every corner

of the big city, the bricks and mortar, lack of compassion

was already felt from the flight path of the pigeons while

children taught their teachers to skip rope and fairy-tales

they learned on TV: Aesop’s fables retold, reused, recycled,

words re-evaluated. Eyes of the children witnesses of myths

not yet narrated and the dancer recoiled his body like a spring

that inscribed the beautiful line: I love you. Once I was told

to love and finally it came to me that misery was all

I had inherited.

I like those who like their lives and they always give it

away as a gift.

https://www.amazon.com/dp/B0BGFRGLVH

Γιώργος Θέμελης, Χωρίς χέρια

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

Χωρίς χέρια

Νύχτα θολή κουφώνοντας τη σκιά μας
Φθορά της πέτρας μοναξιά του ατέλειωτου πάγου

Έμεινε πίσω η ανοιχτή καρδιά που αγκάλιαζε τον άνεμο
Που κινούσε τα σώματα σαν ένα δάσος
Τα μαραμένα σύμβολα από κάποια λουλούδια
Λείψανα των χεριών στα χιονισμένα κοιμητήρια

Έμεινε πίσω μελανή δροσιά στη σάρκα της χλόης
Στην άσπιλη παρθενικότητα της ημέρας

Ο άνεμος δε θρηνεί πια δεν μπορεί να μιλήσει
Έχει χλωμιάσει ως την κοκάλινη κοίτη, την κόμη του ύψους,
Στόμα κατάπληχτο σαν πληγωμένο αηδόνι
Φωνή ματωμένη ως τις στεφανωμένες σιωπές

Τα ζώα θα γδυθούν το παλιό πεθαμένο ντύμα
Τα πουλιά θ’ ανοίξουν τις παγωμένες πτυχές τους
Για να φωτίσουν την άφθαρτη παρουσία

Παιδιά και λουλούδια θα ’χουν την ίδια βροχή
Τις άλλες στάλες τα ίδια αστέρια μέσα στα μάτια
Δείχνοντας το χρώμα της αγνότητας τον ουρανό της αγάπης

Ένας άνθρωπος χίλια σώματα ένα σώμα χίλιες ψυχές

***

Όμως…

View original post 49 more words

«Προϊστορικές» λογοκλοπές, συνοικέσια και φυλετικοί αποκλεισμοί με φόντο αρχαιολογικές ανασκαφές

ellas's avatarΕΛΛΑΣ

Οι γυναίκες είναι καλές για βοηθοί, για δακτυλογράφοι, διοικητικό προσωπικό, σύζυγοι, ερωτικοί σύντροφοι, σιωπηλές θεραπαινίδες, αλλά όχι και ισάξιες των ανδρών επιστήμονες – συνάδελφοι, συνερευνητές, ακόμα και στη γοητευτικά ανθρωπιστική επιστήμη της αρχαιολογίας.

View original post 943 more words

Tasos Livaditis – Poems, Volume II

I truly wonder why all these since one can be lost with  

            a lot less things.

I remember one who’s hunger pushed him to desire a street

organ, which he sat down and ate, there, at the corner

only spitting out the crutch of the soldier, and the fat ugly

woman had revealed her big breasts over the balcony

“don’t feel sorry for me” she said “I’m very clever” and

she was staring at the end of the road;

then we sat on the grass of the dark cemetery and helped

              the dead child.

Then slavery again, tetanus, the longest sun downs;

the escapee didn’t know where to cry and the fence

             looked motherly

“tyrannize me” the limping woman said to me “I just

want to escape”; poor woman where can you go?

I truly knew a family of blind; none of them had seen

            anything for years

and when their house caught fire people said they put

the fire out with the power of not been able to see. I’ll

             narrate the rest later.

For now, I want to finish my face with pieces of fabric,

              horseshoes, grasshoppers

but who can say what exists at the dark end of the store

              behind that last carton? 

https://www.amazon.com/dp/1926763564

Constantine P. Cavafy – Poems

ΝΟΗΣΙΣ

Τα χρόνια της νεότητος μου, ο ηδονικός μου βίος—

πώς βλέπω τώρα καθαρά το νόημα των.

Τί μεταμέλειες περιττές, τί μάταιες…

Αλλά δεν έβλεπα το νόημα τότε.

Μέσα στον έκλυτο της νεότητός μου βίο

μορφόνονταν βουλές της ποιήσεως μου,

σχεδιάζονταν της τέχνης μου η περιοχή.

Γι’ αυτό κι η μεταμέλειες σταθερές ποτέ δεν ήσαν.

Κ’ η αποφάσεις μου να κρατηθώ, ν’ αλλάξω

διαρκούσαν δυο εβδομάδες το πολύ.

UNDERSTANDING

The years of my early adulthood, my sensual life—

how clearly I see their meaning now.

What useless repentance, what futile…

But then I could not see what they meant.

In the dissolute life of my early adulthood

designs of my poetry took form,

the scope of my art got outlined.

For that reason the repentance was never strong.

And my decisions to restrain myself, to change

most of the time lasted only two weeks.

https://www.amazon.com/dp/1723961833

Γιώργος Θέμελης, Βήματα

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Yanni, Mother Night

[Ενότητα Κάτω απ’ τους αγγέλους]

Βήματα

Μερικά βήματα στην όχθη της θάλασσας
Λίγ’ αστέρια αναμμένα στο μέτωπο
Κ’ ένα φεγγάρι

Ερειπωμένα ταξίδια
Σκελετωμένα πουλιά
Ανάμεσα στον καθρέφτη και το παράθυρο

Κάτι θυμόμαστε. Κάτι περιμένουμε κοιτάζοντας τους γλάρους.

Τα παιδιά παίζουν. Τα νερά κυλούν. Τ’ άλογα τρέχουν.

***

Αύριο το πρωί θ’ αλλάξει ο καιρός θα φρεσκάρει
Αύριο το πρωί θ’ ανοίξει τον ουρανό ένας άγγελος
Και θα μας πει καλη – μέρα ξαφνιάζοντας τον ύπνο μας

Η μοναξιά μας θα ξεσκεπάσει το πρόσωπο και θα βάλει λουλούδια
Παντού στις λυπημένες γωνίες και στα σχισμένα χείλη

Οι νεκροί μας θα σηκωθούν μες απ’ τις θήκες τους
Να ξανακάμουν το δρόμο τους κάτ’ απ’ τον άνεμο

Αγαπημένα χέρια ανθισμένα χαμόγελα που έχουν παγώσει.

Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

View original post

Natasa Sardzoska, Χαρτογραφία της φωτιάς

Το κόσκινο's avatarTo Koskino

δεν είμαστε πουθενά
δεν πάμε πουθενά
δεν ερχόμαστε από κάπου
είμαστε απλά ένα μοναχικό σκαρίφημα στον αεροδιάδρομο
αναδύουμε την αναπνοή μας σε πύλες αεοροδρομίου
ακούμε κρυφές συζητήσεις σε αυτοκινητόδρομους
καρφωνόμαστε στα κλειστά παράθυρα διακεκομένων μετρό
τα τρένα της σιωπής έχουν αργήσει
οι πτήσεις αναβλήθηκαν
οι μέρες μετατέθηκαν
για ποτέ ξανά

το κρασί ζυμώνεται στα συγχυσμένα χείλη μας
στις άκρες των μυαλών μας
τα μάτια μας είναι παγωμένα σύννεφα
τα λαρύγκια μας φυσημένοι αμμόλοφοι μέσα στην έρημο
στέπα που μεγαλώνει στη γλώσσα μας
υγρές ζούγκλες μέσα στα γεννητικά μας όργανα
γκρεμοί στο στέρνο μας
φλεγόμενα διαγράμματα μετά τη βροχή
στον πεντακάθαρο ουρανό
που δεν καλύπτει κάποια γη

φεύγουμε μετά τις σκιές μας
πατημασιές στην κινούμενη άμμο που είμαστε
σκισμένα ρούχα προσφύγων χωρίς ίχνη
σκήπτρα απορριφθέντα από επινοημένα βασίλεια
νύχια δόντια μάτια ξεθαμμένα από άγραφες ιστορίες
χαμένες στις ανεξερεύνητες κορυφογραμμές της σάρκας μας
σπασμένοι χάρτες στα γόνατά μας
φουσκωμένες παλίρροιες δαγκώνουν όρμους…

View original post 72 more words

Yannis Ritsos – Poems, Selected Books

Υποβάθμιση

Πόσα καί πόσα πράγματα μαζεύτηκαν—ανθοδοχεία, σταχτοδοχεία,

πίνακες, πορσελάνες, μάσκες, αγαλμάτια, κρύσταλλα—τό `να σκεπάζει

         τ’ άλλο

κρύβονται, πνίγονται, πλημμύρισε τό σπίτι, κλείνουν

τίς πόρτες, τά παράθυρα ώς τή μέση, εμποδίζουν τή θέα,

εμποδίζουν τήν κίνηση, τόν ύπνο—καθρέφτες, ντουλάπες, μπαούλα

       βαλίτσες—

χαθήκαν καί τά πιότερα κλειδιά, μαζί κι η διάθεση νά τά ξανακοιτάξεις

νά τά συγκρίνεις, νά διαλέξεις κάποιο, νά τό βάλεις στό τραπέζι,

σέ πρώτο πλάνο, γιά μελέτη ή κι αναπόληση. Μονάχα

μιά λυπημένη επιείκεια γιά όλα καί όλους σού μένει

ιδίως τ’ απογεύματα, όταν βρέχει, κι ένα λευκό, μακρύ, στιλπνό σκουλήκι,

χωρίς μάτια καί στόμα, ανηφορίζει αργόπρεπα στό σταχτή τοίχο

καί δέν καταλαβαίνεις ποιό `ναι τό κεφάλι του καί ποιά η ουρά του. Κι

       όμως

απ’ τό πέρασμα αυτού τού σκουληκιού, όταν σβήνουν τά φώτα, φωσφορίζει

ψηλά στήν οροφή μιά μεγάλη ασημένια γραμμή πού συνεχίζεται κι έξω απ’

        τό σπίτι,

πιό πέρα απ’ τά τεράστια γκαράζ, πιό πέρα απ’ τήν πόλη, πιό πέρα κι απ’

         τό θάνατο ίσως.

Degradation

So many things gathered – flower vases, ashtrays, paintings,

porcelain masks, small statues, crystals – one covering

           the other –

they hide, they get choked, the house got flooded, the doors

are blocked, the windows to the middle; they obstruct the view,

they hinder the movement, the sleep – mirrors, closets, chests,

          suitcases –

the most important keys are lost along with the desire to look for them

to re-examine them, to choose one and place it on the table,

in a prominent place, to study it or for recollection. Only

a sorrowful leniency for everything and for everyone is left in you,

especially in the afternoons, when it rains and a white, long,

smooth worm, without eyes and mouth, goes up the gray wall

and you don’t discern which is its head and which its tail.

          Nevertheless

from this worm’s passing, when the lights go out, a long silver line

phosphorescence on the roof peak continuing beyond

          the house,

further away from the huge garages, further from the city, perhaps

further from death.

https://www.amazon.com/dp/1926763076

Titos Patrikios – Selected Poems

THE DRESSED AND THE NAKED

I don’t know whether you can laugh

or you can feel sorry for those

who have lost their power.

Perhaps sorrow fits better

as they go about miserable

trying to find something to put on

and cover their nakedness.

Or perhaps you need to always

be afraid of them, ready as they are,

soon as they take care of themselves

soon as they wear a suitable suit

they might grab the reigns again.

https://www.amazon.com/dp/B08L1TJNNF

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Η φωτεινή σιωπή

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Julia Fischer plays Antonio Vivaldi‘s Summer (from The four seasons)

[Ενότητα Πρώτα ποιήματα (1941)]

Η φωτεινή σιωπή

Η φωτεινή σιωπή
Σταλάζει
Από τα χείλη της πρωίας

Ένα γέλιο κατρακυλά
Μικρό χαλίκι

Λουλούδια
Και πάλι λουλούδια

Σε κάθε λουλούδι
Ένα βιολί

Κρατούμε στα χέρια μας
Την καρδιά των κοριτσιών

Ωραίο κουτί

Του ήλιου θύμηση
Θρεμμένη
Με των πουλιών τα κρύσταλλα

Και με το πάθος των εποχών

Ένα σπιρούνι
Στην πλαγιά του ανέμου

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

View original post