Μαύρη γάτα γυαλιστερή
λάγνα σα μάτι
κατοικίδιο
εσύ ελεύθερο
στην ηδονή έχεις
μιαν ανάσα αλλόκοτη
ήμερη ήμερη ήμερη
η ράχη σου βρίσκει
μες στο δωμάτιο
όλα τα λησμονημένα χάδια
κι αν δοκίμαζα με σένανε
τα ξόρκια μου
κι αν σε ονομάτιζα
Γριγρίτσα μου γυαλιστερή
εσύ ελεύθερη
όχι καλύτερα
να σε πω Γριγρία
γυαλιστερή μου λάγνα
Γριγρία
μαύρη σα μάτι
παίζεις καθώς γράφω
ψευτοδαγκάνεις το στιλό μου
Γριγρία λεβεντιά
ξένοιαστα ζυγώνεις
τη μελάνη ή το λόγο
παραφυλάς το θάνατο καμιά φορά
μα ποτές το ρήμα πεθαίνω
***
Πρωί
Θυμήθηκε τα γριγριά
που αντιλαλούν και φέγγουνε
σε μεγάλη διαδρομή καημών
από τον εαυτό της
μακριά στα νερά τής Βάρκιζας
όμως έσερνε μαζί έναν στίχο
τα γριγριά αντιλαλούν και φέγγουν
μην επιμένεις εδώ
ισχνή μου λέξη γριγριά
τα γάμμα-ρο και τα γιώτα
δε φωτάνε κανένα βυθό
δε βαράνε γδούπους πάνω στη θάλασσα
μηδέ τα συνερίζεται ο μπάτης
όταν ξεμουδιάζει το πρωινό και…
Στα σκοτάδια τις λέξεις
να τις αγγίζεις πρέπει να ξέρεις
με την ίδια πίστη με την οποία αγγίζεται ένα κορμί.
Κάποιες φορές ο άνεμος της καρδιάς υπερβολικά τους φωνάζει
για τη δική τους αδύναμη κατάσταση της λάσπης.
Ο άνεμος της καρδιάς περνά και συγχύζει
και παύουν τα χείλη νικημένα από το παρελθόν,
παρατατικό όταν πάντα,
όταν πάντα ήταν αργά κι ωστόσο κανείς
δεν κατάφερνε να φορέσει ένα κολάρο κατευνασμού σε ορισμένα ρήματα μεταβατικά:
«εγώ είχα», «εγώ ήθελα»
«εγώ ήξερα ή μπορούσα»…
κι ωστόσο
ένα βιβλίο συνέχιζε με όλες του τις ορισμένες ώρες να σαπίζει,
με όλη τη συσσωρευμένη και θλιμμένη οργή του,
με όλη την απαρηγόρητη γραμματική του,
πάντα ανοιχτό από την ίδια παγωνιά
στο γραφείο στο οποίο ποτέ δεν κάθισες.
Κάποιες φορές οι λέξεις
είναι μονάχα δρόμοι τεντωμένοι που οδηγούν στον πυρετό,
κι ο πυρετός δεν είναι παρά ένα μουτζουρωμένο από κίτρινο νοέμβρη κασκόλ
στο λαιμό των παράξενων παιδιών.