Ο Ηρόδοτος στην Ιστορία του δεν ασχολήθηκε καθόλου με τον Ηπειρωτικό χώρο.
Ούτε συστηματικά ούτε ευκαιριακά. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το Μαντείο της Δωδώνης και αυτό το κάνει με την ευκαιρία της επίσκεψής του στο Μαντείο της Θήβας της Αιγύπτου. Έτσι, του δίνεται η ευκαιρία να κάνει μία μεγάλη παρένθεση από εφτά παραγράφους στο δεύτερο βιβλίο του (Ευτέρπη) αφιερωμένες στις παραδόσεις για την ίδρυση του μαντείου της Δωδώνης και προσπαθεί να τους δώσει μία λογική εξήγηση κλπ. (όπως θα δούμε στη συνέχεια).
1.
Φυλακισμένες μέρες χωρίς κατηγορία
σε ένα κελί βρώμικο
από τον ιδρώτα των μπάτσων
όπως με σφυροκοπούσαν
με γροθιές και ρόπαλα
μέχρι που η θέα του καθρέφτη γινόταν ένα σόου τρόμου
αλλά ο λοχίας χαμογέλασε
θα υπάρξουν περισσότερα απ’ τα ίδια
αν δει το «άσχημο αναρχικό μου πρόσωπο»
στους δρόμους ξανά.
2.
Γιατί περίμεναν να συμφωνήσω στη θλίψη
και στάθηκα περήφανα μπροστά στη βασίλισσα Μαίρη
καθώς μου καρφίτσωνε τα μετάλλιά της
για τον νεκρό πατέρα μου, τον αδελφό και τον εραστή μου
που τους περίμενα για πάντα
να είναι «εύθυμοι Tommies» κι εγκάρδιοι
να πεθαίνουν από σφαίρες σε πλήρη σύγχυση
παραμορφωμένοι από μίλια αγκαθωτού σύρματος
με μπράβο και χαμόγελα
για τον βασιλιά Γεώργιο που είναι δραστήριος
αγγλοποιώντας τους γερμανικούς τίτλους του.
3.
Έτσι πέταξα πίσω τα μετάλλια στο
κλαμένο πρόσωπο της Αυτής Μεγαλειότητος
που ήταν σαν κέρινο ομοίωμα:
Σταύρος Ξαρχάκος & Κώστας Κινδύνης, Γυρνάν αμίλητα παιδιά
(τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης / δίσκος: Διόνυσε καλοκαίρι μας (1972))
[Ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]
Αμίλητα πεθαίνουν
Αμίλητα πεθαίνουν τα φτωχά λουλούδια
Όπως τα καρπερά καλοκαίρια επάνω στα δέντρα
Τα χέρια που αφήνονται χωρίς να ραγίσουν
Αμίλητα πεθαίνουν τα φτωχά λουλούδια
Γαλήνια εγκατάλειψη πιο τρυφερή κι από μητέρα
Ύπνος βαραίνει τα δάση σκοτεινή βροχή
Τα εγκαταλελειμμένα σπίτια που κλείστηκαν στην ερημιά τους
Κι αν δακρύζει για μας –ποιος ξέρει– κάποιος άγγελος
Κι αν μας θυμάται κάποιος ουρανός
Είναι για τα λουλούδια που πεθαίνουν έτσι απλά
Για τα φτωχά λουλούδια που έχασαν τη μιλιά τους
Όμως η καρδιά τους ανοίγεται σαν ένα μυστικό
Η σιωπή τους βυθίζεται μέσα στη νύχτα μας
Γαλήνια εγκατάλειψη πιο τρυφερή κι από μητέρα
Από τη συλλογή Άνθρωποι και πουλιά (1947) του Γιώργου Θέμελη