Wheat Ears-Selected Poems


Nauseated with the littleness

of city non-living

the savage humdrum

mind grasping splinters

on the surface of nowhere

never sated with

the neck-down delights

all carnal pleasures

I embark on a quest for that

special conifer, the sequoia,

that special flower in the midst

of the impassable thicket

the man who sees man as man.

Many a time with tenderness

I shared a soft pillow with

a hardened, suspicious Death.

Many a time I took Him

by the hand when He felt left

behind, when He felt abandoned.

In the noise of the marketplace

I glanced at Him.

He smiled at me.


I dared Him to a jog once

perhaps twice and

with a sardonic laugh

He declined.

With His perennial laughter

He shares with me a non-fat latte

at the neighborhood Starbucks.


Many a time I challenged Him

and always with a short giggle

He walked away gracefully saying

Not yet

Not yet . . . I

have things for you to do

My spirit I summon from the

realms of the void

to descend in the roots

and trace a course

I dive deep past all

sunlit gates of consciousness

looking for a sign

straight sign like a blue spruce

with duty marked on

its fresh bark.

I search for a beacon

as the lyre slices the air

in pieces of silver

I dive deep past all

golden gates of my roots

I summon the humble plow and

the path I carve

on the tired face of

mother Earth

a path I design

I plow a course towards

the light of a beacon

the man who sees

things like a man.


Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

:Poem by Chloe Koutsoubelis


Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές

ποίημα της ζωής μου.


I’m guilty, I confess.

The last poem I wrote for you.

Mitigating circumstances: the rain

the endless cigarettes, alcohol

perhaps even your body

as memory of what never happened.

In reality I wrote about some other things

for that story in the Garden,

that you never took the courage

you never learned

you never asked.

And last night, I confess

I wrote a verse for you

sorrowful and naked

in this smudgy always half finished

poem of my life.


Constantine P. Cavafy – Poems


Μαζεύτηκαν οι Αλεξανδρινοί

να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά

τον Καισαρίωνα και τα μικρά του αδέρφια

Αλέξανδρο τον Πτολεμαίο, που πρώτη

φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο

εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς

μες στη λαμπρή πατάταξι των στρατιωτών

Ο Αλέξανδρος—τον είπαν βασιλέα

της Αρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.

Ο Πτολεμαίος—τον είπαν βασιλέα

της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.

Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά

ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί

στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους

η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων

δεμένα τα ποδήματα του μ’ άσπρες

κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.

Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς

αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια

που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική

ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,

το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα

θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης

των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη

ο Καισαρίων όλο χάρις κ’ εμορφιά

(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών)

κ’ οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή

κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν

ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, και ποιοί εβραίϊκα

γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα—

μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τί άξιζαν αυτά

τί κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες.


The Alexandrians gathered

to see Cleopatra’s children,

Caesarion and his little brothers

Alexander and Ptolemy, who they

took for the first time to the Gymnasium

to proclaim them kings,

in front of the brilliant array of the soldiers.

They proclaimed Alexander king

of Armenia, Media, and of Parthia.

Ptolemy—they proclaimed king

of Cilicia, Syria, and Phoenicia.

Caesarion was standing more to the front,

dressed in a rose colored silk,

on his breast a bouquet of hyacinths,

his belt with a double row of sapphires and amethysts,

his shoes tied with white ribbons

embroidered with dawn pink pearls.

Him they proclaimed higher than the younger ones,

they called him King of Kings.

The Alexandrians knew perfectly well

that these were just theatrical words.

But the day was warm and poetic,

the sky was a vast light blue,

the Alexandrian Gymnasium a

triumphant artistic achievement,

the splendor of the courtiers superb,

Caesarion all grace and beauty

(son of Cleopatra, blood of the Lagidae);

and so the Alexandrians ran to the feast,

and they got enthusiastic and they cheered,

in Greek, and in Egyptian, and some in Hebrew,

captivated by the nice show—

knowing very well what all this meant,

what empty words these kingships were.